Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Το Κυνήγι της Γνώσης

                Εδώ και πολλούς αιώνες γίνονται συστηματικά λάθη στην παιδεία. Λάθη στο πώς πρέπει να προβάλλεται η γνώση, τι πρέπει να έχει σημασία και τι όχι, πώς οφείλει ένας εκπαιδευτικός να προσεγγίσει τον μαθητή και να του μεταδώσει την γνώση και, ίσως το πιο κύριο, πώς να κάνει το παιδί ν’ αγαπήσει το σχολείο και τις γνώσεις που θα λάβει.
                Κάπως έτσι η σημερινή κοινωνία έχει καταντήσει να είναι γεμάτη από νέους που μισούν το σχολείο και συνεπώς την ίδια τη γνώση. Από μικροί λαμβάνουν πολλές εργασίες, πολλές ευθύνες, πολλές απειλές και τιμωρίες, με αποτέλεσμα να νιώθουν την διαδικασία της γνώσης σαν αγγαρεία. Σε παλιότερες εποχές -χρυσές κι ανεκτίμητες για κάποιους- ο δάσκαλος είχε την βέργα, χτυπούσε, απειλούσε και φώναζε και το σχολείο είχε στρατιωτική πειθαρχία. Πώς μπορεί με αυτούς τους τρόπους ένα παιδί ν’ αγαπήσει τη γνώση;
                Το αντίθετο βλέπουμε σε ιστορίες απομονωμένων κοινωνιών, όπου παιδιά γονιών αμόρφωτων ανακαλύπτουν το διάβασμα και την γνώση και τα λατρεύουν. Εκείνα τα παιδιά βλέπουν την γνώση σαν κάτι μαγικό, ελκυστικό, αναντικατάστατο. Έχουν την τάση να μην αποχωρίζονται ποτέ την ιδέα της γνώσης, να είναι αχόρταγοι και να θέλουν συνεχώς να μαθαίνουν. Η τάση αυτή παρομοιάζεται στο νου τους με την ανάγκη για εξέλιξη και την απέχθεια του να μένουν στάσιμοι γνωστικά, κοινωνικά και υπαρξιακά. Η γνώση γίνεται ένα υπέροχο ταξίδι σε κόσμους μαγικούς κι ανεξερεύνητους.
                Το είδος αυτό της τάσης ισχύει και για κάποιους ανθρώπους της δικής μας κοινωνίας, που αποτελούν όμως μειοψηφία. Γι’ αυτούς, το κυνήγι της γνώσης δεν έχει τέλος. Η μάθηση είναι μια διαδικασία που, ενώ για άλλους είναι ένα βασανιστήριο που τελειώνει μαζί με το σχολείο, για εκείνους κρατάει μια ζωή και ποτέ δεν είναι αρκετή. Δεν μαθαίνουν για να έχουν, για να αποκτήσουν και να κερδοσκοπήσουν. Μαθαίνουν για να είναι ο εαυτός τους και να εκπληρώνουν την ύπαρξή τους. Διότι υπάρχει μέσα τους μια αλήθεια: όσο ζεις μαθαίνεις κι όσο μαθαίνεις ζεις.
Αυτό το αίσθημα πληρότητας κατά την διάρκεια της μαθητείας είναι αναντικατάστατο. Για να προσεγγίσω ίσως αυτή την εγκεφαλική λειτουργία, θα παρομοιάσω την άγνοια με το σκοτάδι. Η πλειοψηφία φοβάται το σκοτάδι. Απομακρύνεται απ’ αυτό και δεν κοντοζυγώνει. Η μειοψηφία όμως, αυτή η μερίδα των ανθρώπων της γνώσης, θα εισέλθει στον σκοτεινό χώρο με σκοπό να ψηλαφίσει, να γνωρίσει, ν’ ανακαλύψει και να φέρει φως. Διότι υπάρχει η ανάγκη στον απειροελάχιστο χρόνο ζωής -σε σχέση με τον χρόνο ζωής του κόσμου μας- που διαθέτουμε, να μάθουμε όσο το δυνατόν περισσότερα γι’ αυτόν. Να μαγνητιζόμαστε απ’ το άγνωστο και να μας προκαλεί να το μετατρέψουμε σε γνωστό.

                

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Κοίτα Ποιος Μιλάει...

   "Κοίτα ποιος μιλάει...". Μια πολύ συνηθισμένη φράση, την οποία ακούμε οι περισσότεροι από μικροί. Είναι μια φράση-καθρέφτης, θα έλεγα, καθώς αντικατοπτρίζει την νοοτροπία της κοινής γνώμης σχετικά με το δικαίωμα λόγου και την βαρύτητα που έχει ο λόγος του καθενός.
   Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, σε οποιαδήποτε λόγια υπάρχουν δύο συνιστώσες: το πρόσωπο που μιλάει και το νόημα των λεγομένων του. Σε μια κοινωνία λογικών όντων, το 80-85% της προσοχής μας θα στρεφόταν στο νόημα, το περιεχόμενο των λόγων κάποιου. Θα μας ενδιέφερε η οπτική του γωνία, η -ακόμα και αντίθετη με τα δικά μας δεδομένα- άποψή του και θα ζυγίζαμε τα λόγια του ακριβώς ως έχουν, ψάχνοντας ταυτόχρονα και επιχειρήματα υπέρ ή κατά αυτής της άποψης για να εξετάσουμε την αληθοφάνειά τους.
   Αυτά σε μια λογική κοινωνία. Στην δική μας κοινωνία, που μόνο κατ' ευφημισμόν ονομάζεται λογική (θα έλεγα πως είναι wannabe λογική η κοινωνία μας), το 80-85% της προσοχής στρέφεται στο πρόσωπο που μιλάει, όχι στο περιεχόμενο των λόγων του. Γιατί; Για πολλούς λόγους. Πρώτον, διότι έτσι είναι όλα πιο εύκολα. Δεν χρειάζεται να αποδομήσουμε τα λόγια κάποιου και να χρειαστεί να σκεφτούμε με βάση την λογική και τα επιχειρήματα. Μπορούμε απλά να τον λασπολογήσουμε, να τον κατηγορήσουμε για οτιδήποτε που (κατά την γνώμη μας πάντα) είναι καταδικαστικό και, τρόπον τινα, να του αφαιρέσουμε το δικαίωμα του λόγου.
   Δεύτερον, έτσι είναι πιο εύκολο να παρασύρουμε κι άλλους. Αν έπρεπε να ξοδέψουμε χρόνο για να επιχειρηματολογήσουμε, να δεχτούμε έστω και για λίγο την αντίθετη άποψη καθώς την αποδομούμε ή να μπούμε σ' εκείνη την λογική, αυτό θα έπαιρνε χρόνο. Χρόνο δικό μας για χάρη κάποιου άλλου. Και πώς θα μπορούσαμε να "πείσουμε" εύκολα κάποιον ότι ο τάδε ομιλητής έχει άδικο; Θα έπρεπε να του προβάλλουμε επιχειρήματα, αντεπιχειρήματα, συλλογισμούς. Κοντολογίς θα έπρεπε να σκεφτούμε, κάτι που μισεί η κοινή γνώμη. Επίσης θα μας έβγαζε απ' την βολική θέση του καναπέ μας.
   Τρίτον, ασχολούμαστε με το πρόσωπο κι όχι με τα λεγόμενα επειδή δεν θέλουμε ν' αλλάξουμε! Τόσο απλά! Αν κάποιος χρησιμοποιεί την λογική του, ακούει όλες τις απόψεις, τις φιλτράρει, βρίσκει ψήγματα αλήθειας και τα ενσωματώνει στην ήδη υπάρχουσα άποψή του, σιγά-σιγά αλλάζει. Προς το καλύτερο, θα έλεγα εγώ, όμως για την κοινωνία η αλλαγή είναι κακή. Αλλαγή έχει φτάσει να σημαίνει αστάθεια απόψεων, λες και είμαστε γεννημένοι με συγκεκριμένες απόψεις και πρέπει να τις υπερασπιστούμε άνευ όρων.
   Το συμπέρασμα, έτσι όπως το βλέπω, είναι πως, αντί να γίνουμε κριτές απόψεων, πετάμε την κριτική ικανότητα στην γωνία και γινόμαστε φανατικοί οπαδοί απόψεων. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του φανατισμού; Οι παρωπίδες, που είναι τόσο βολικές επειδή μας επιτρέπουν να μην σκεφτόμαστε! Φανατιζόμαστε χρωματίζοντας πρόσωπα και μέσω αυτού του χρωματισμού δεχόμαστε ή απορρίπτουμε απόψεις a priori. Αν ένας αρθρογράφος, πολιτικός, δημοσιογράφος ή ακόμα και πρόσωπο της καθημερινότητάς μας είναι της συμπαθείας μας, τότε καταπίνουμε αμάσητα όσα λέει. Αν ανήκει στην αντίπερα όχθη, αυτήν που εχθρευόμαστε, τότε κλείνουμε τ' αφτιά μας σε οτιδήποτε πει. Αυτό είναι παρόμοιο με το γιουχάρισμα στα γήπεδα, μια πρακτική που ανέκαθεν χρησιμοποιείται για να μην ακούγεται καν η αντίθετη άποψη κι έτσι η δύναμη της μάζας και του φανατισμού να νικάει την δύναμη της λογικής.
   Αυτή η νοοτροπία βέβαια είναι άμεσος εχθρός της δημοκρατίας. Γιατί; Επειδή η δημοκρατία θέλει πολίτες, όχι πρόβατα χρωματισμένα με αυτό ή εκείνο το χρώμα. Ο χρωματισμός αυτός και η παράλογη κώφωση προς την αντίθετη άποψη σταματάνε κάθε έννοια ελευθερίας του λόγου. Ας παρατηρήσουμε λίγο ένα κοινοβούλιο: όταν μιλάει ένας πολιτικός μιας παράταξης, δεν χρειάζεται να ακούσουμε το περιεχόμενο των λόγων του. Φτάνει να ξέρουμε ποιοι συστρατεύονται και ποιοι είναι πολιτικοί του αντίπαλοι. Ξέρουμε από πριν ποιοι θα χειροκροτήσουν και ποιοι θα γιουχάρουν ή θα διαμαρτυρηθούν. Είτε αναλύσει την πιο υπέροχη θεωρία είτε την πιο γελοία, υπάρχει από πριν τοποθέτηση των υπόλοιπων "βουλευτών" (αστείος ο όρος, θα έλεγα - αλήθεια, πού υπάρχει ελεύθερη βούληση;) ανάλογα με το κόμμα.
   Έχει όμως πολύ μεγάλο νόημα να ακούμε την αντίθετη άποψη. Μας κάνει να αμφισβητούμε προσωρινά την δική μας και είτε να την ισχυροποιούμε, αν αποδειχθεί ορθότερη απ' την αντίπαλη, είτε την αναθεωρούμε, αν έχει λάθη. Μόνο έτσι εξελισσόμαστε, μόνο έτσι αλλάζουμε. Την επόμενη φορά που θα ακούσετε κάποιον να λασπολογεί τον ομιλητή χωρίς να ασχολείται με τα λεγόμενά του, να ξέρετε πως είναι ένα άμυαλο πιόνι. Όχι ένας πολίτης. Ακούστε εσείς αντί γι' αυτόν τα λεγόμενα του ομιλητή. Είτε είναι σωστά είτε σαθρά, θα ωφεληθείτε περισσότερο από το να ακούσετε τις φανατισμένες μπαρούφες ενός άμυαλου πιονιού.