Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Νέα Τάξη Πραγμάτων;

   Στην καταπιεσμένη και ανήσυχη κοινωνία μας έχει βρει θέση τα τελευταία χρόνια μια ακόμα φοβία: η "Νέα Τάξη Πραγμάτων" (ΝΤΠ). Η οργάνωση αυτή, κατά τους θιασώτες, ευθύνεται για καθετί κακό και σκοπεύει να μας καταδυναστεύσει: απώτερός της στόχος είναι να δημιουργήσει μια παγκόσμια κυβέρνηση, η οποία θα ελέγχει τους πάντες και τα πάντα και θα καταστρέψει ό,τι καλό υπάρχει τώρα στον κόσμο.
   Το πρόβλημα είναι πως όσα καταλογίζουν σε αυτήν είναι προβλήματα που ήδη υπάρχουν και υπάρχουν σαφώς υπεύθυνοι, οι οποίοι όμως θέλουν να δημιουργήσουν έναν φανταστικό εχθρό για να δεχτεί τις ευθύνες τους. Όπως ο διάβολος είναι ένα ανθρώπινο δημιούργημα για να θεωρείται εκείνος υπεύθυνος για τα δικά μας ατοπήματα, έτσι και η δήθεν ΝΤΠ είναι ένα φανταστικό κακό που φταίει για όλα. Βολικό, έτσι;
   Αν ψάξουμε καλά το ποιοι είναι αυτοί που υποστηρίζουν αυτήν την θεωρία συνωμοσίας, ίσως βρούμε εύκολα κάποια κοινά στοιχεία. Τέτοια στοιχεία είναι γενικά η άρνηση και ο φόβος απέναντι στην τεχνολογία, την επιστήμη και τα επιτεύγματά της, την μόρφωση και τους εκπροσώπους της, οτιδήποτε "ξένο", το οποίο δεν είναι δικό μας και δεν μεγαλώσαμε μαζί του. Συχνά δε, η προσκόλληση σε παλαιολιθικές ιδέες, σε αρχέγονες παραδόσεις και στην θρησκεία, που συνήθως είναι ο γνωστός-άγνωστος σε τέτοιες θεωρίες συνωμοσίας.
   Αν δούμε από άποψη ψυχολογίας αυτήν την ψύχωση, μπορούμε να φανταστούμε ένα σκιάχτρο, το οποίο οι οπαδοί της θεωρίας έχουν πλάσει στο μυαλό τους. Αυτό το σκιάχτρο, η ΝΤΠ, επωμίζεται όλες τις αμαρτίες και τα κακά του κόσμου, ενώ εμείς οι καλοί πλην αβοήθητοι άνθρωποι τρέχουμε να κρυφτούμε από αυτό. Είναι μια πολύ καλή δικαιολογία για να φοβόμαστε οτιδήποτε καινούριο, να αρνούμαστε να κάνουμε βήματα μπροστά, να δημιουργούμε ανυπόστατες φήμες για καθετί προοδευτικό (βάζοντας παράλληλα πηχυαίους τίτλους που θυμίζουν Αποκάλυψη) και να εμμένουμε στα παλιά, τα παραδοσιακά και πατροπαράδοτα. Αυτά τα τελευταία είναι εξ ανάγκης "τα καλά", ενώ τα άλλα, τα καινούρια, ανήκουν στην ΝΤΠ και είναι οι δαίμονες.
   Οπότε η βάση της θεωρίας είναι το δίπολο παλιό-καινούριο, που ταμπελοποιείται ως καλό-κακό, χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς εξαιρέσεις. Αλλά ας μην παραξενευόμαστε: οι άνθρωποι που υποστηρίζουν τέτοιες θεωρίες αγαπούν τα δίπολα, διότι είναι τόσο απλά όσο κι ο τρόπος σκέψης κι ο εγκέφαλός τους. Τους δίνουν μόνο δύο διεξόδους, καμία επιλογή και ταιριάζουν με την μέχρι τώρα νοοτροπία και κοσμοθεωρία τους (εδώ μπορείτε να μαντέψετε τι εννοώ). Οπότε πλέον το "παλιό" είναι ένα πράγμα μονοκόμματο γι' αυτούς, όχι ένα σύνολο συνηθειών και γεγονότων που μπορούν να χαρακτηριστούν άλλοτε χρήσιμα κι άλλοτε βλαβερά. Ή αγκαλιάζεις το παλιό (με όλα τα κουσούρια του φυσικά) ή γίνεσαι πελάτης του καινούριου, κατά τους θιασώτες.
   Η ΝΤΠ δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ και δεν θα υπάρξει ποτέ. Είναι απλά ένα φόβητρο για να παραμείνουμε εμμονικά στο παρελθόν και να μην ξεκολλήσουμε απ' αυτό. Είναι ένα κόλπο του σημερινού, σαθρού συστήματος για να μας παραλύσει και να μας κρατήσει στα δίχτυα του, προκειμένου να μην προχωρήσουμε και να μην χάσει την πρωτοκαθεδρία που για καιρό είχε.
   Φυσικά δεν υποστηρίζω ότι η τεχνολογία είναι το απόλυτο καλό. Απλά εγώ δεν βασίζομαι σε δίπολα: βλέπω το κάθε επίτευγμα μεμονωμένα και το κρίνω από μόνο του, όχι βάζοντάς το αυθαίρετα μέσα σε σύνολα για να το καλύψω. Κι έτσι πρέπει να λειτουργούμε είτε απέναντι στο παλιό είτε στο απέναντι στο καινούριο είτε απέναντι σε οτιδήποτε. Να βάζουμε την κριτική σκέψη πρώτα και να αφήσουμε τις τερατολογίες και τις κινδυνολογίες. Ας θριαμβεύσει η λογική μπας και προχωρήσει και λίγο ο ντουνιάς. Ίσως στο μέλλον υπάρχουν λιγότεροι οπαδοί της επίπεδης γης...
   Ας εκμυστηρευτώ τι φοβάμαι εγώ: την παλιά τάξη πραγμάτων, η οποία είναι πέρα για πέρα υπαρκτή κι αληθινή. Μια τάξη πραγμάτων που έχει αιματοκυλίσει την ανθρωπότητα για ηλίθιους λόγους, όπως η εθνικότητα, η φυλή, η θρησκεία, το φύλο και γενικά άλλες ταμπέλες που υποκινούν και συδαυλίζουν το μίσος, ενώ παράλληλα φέρνουν της έριδα και τον διχασμό. Έχει φέρει πολέμους, γενοκτονίες, βασανιστήρια, οπισθοδρομισμό και προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή με νύχια και με δόντια. Αυτή η τάξη πραγμάτων δεν είχε ποτέ πρόβλημα να πεθαίνουν άνθρωποι για το κέρδος της και είναι τόσο σκοτεινή και περίπλοκη, ώστε είναι τρομερά δύσκολο η ανθρωπότητα να βγει απ' τον λαβύρινθό της. Ας μην το κάνουμε ακόμα πιο δύσκολο.


Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Άρτεμις και Φύση

   Η θεά Άρτεμις πολύ συχνά απεικονίζεται ως μια γυναίκα εκπληκτικής ομορφιάς που βρίσκεται χαμένη στα δάση και στη φύση. Κουβαλάει τόξο και φαρέτρα και το αγαπημένο της ζώο είναι το ελάφι. Σε αρκετούς μύθους κυνηγοί την πετυχαίνουν τυχαία να λούζεται σε ορεινές πηγές και αυτό το αδιάκριτο οφθαλμόλουτρο έχει φριχτές συνέπειες για εκείνους.
   Ο κυνηγός Ακταίων μαγεύτηκε από την ομορφιά της θεάς αλλά έγινε φυσικά αντιληπτός. Δέχτηκε την οργή της, καθώς εκείνη τον μεταμόρφωσε σε ελάφι και έγινε θήραμα των ίδιων του των σκυλιών. Αντίθετα, ο κυνηγοί Ωρίων και Ιππόλυτος σεβάστηκαν την ομορφιά, τη δύναμη και την αγνότητά της και κέρδισαν τη φιλία και την εύνοιά της.
   Συνηθίζω να λέω πως οι θεοί της αρχαιότητας δεν ήταν απλά πρόσωπα· συμβόλιζαν δυνάμεις μεγαλύτερες από τους ανθρώπους κι ακατανόητες απ' αυτούς. Η θεά Άρτεμις συμβόλιζε τη φύση. Είναι παράλληλα κυνηγός και προστάτιδα των ζώων, όπως και η φύση ανατρέφει τα ζώα αλλά και τους σαρκοβόρους κυνηγούς τους. Είναι αγνή, παρθένα· αμόλυντη από το άγγιγμα άντρα. Αυτό θα μπορούσε να συμβολίζει την αγνότητα της φύσης, η οποία είναι πανέμορφη και άσπιλη από το ανθρώπινο άγγιγμα, το οποίο φέρνει την καταστροφή σε ό,τι αγγίζει. 
   Αν περάσουμε στο συμβολισμό που διέπει τους παραπάνω μύθους των κυνηγών, μπορούμε να εξάγουμε κάποια συμπεράσματα: ο Ακταίονας συμβολίζει τον άπληστο άνθρωπο, εκείνον που επιζητά το προσωπικό κέρδος από τη φύση χωρίς να νοιάζεται για τη διατήρηση της αγνότητάς της. Το ολέθριο αποτέλεσμα της αφέλειας του Ακταίονα (και αντίστοιχα του ανθρώπου) πληρώνεται με την οργή της φύσης, η οποία του επιστρέφει το μίασμα πολλάκις παραπάνω. 
   Αντίθετα, οι μύθοι των κυνηγών που σέβονται και αγαπούν τη φύση τους περιγράφουν ως ευτυχισμένους και ικανοποιημένους από την αγνή σχέση τους με αυτήν. Αυτό θα μπορούσε να συμβολίζει τη συνετή στάση κάποιων ανθρώπων προς τη φύση, η οποία τους δίνει απλόχερα τα αγαθά της επειδή την σέβονται και δεν την καταστρέφουν. 
   Ας ασχοληθούμε τώρα με ένα οξύμωρο: πώς γίνεται η θεά της φύσης να είναι παράλληλα απερίγραπτα όμορφη και παράλληλα άσπιλη; Αυτό δεν είναι περίεργο. Η Άρτεμις έρχεται σε αντίθεση με την Αφροδίτη, η οποία εκμεταλλεύεται την ομορφιά και τη γοητεία της με κάθε τρόπο. Η Άρτεμις είναι θεά που απαιτεί σεβασμό αλλά σπάνια τον κερδίζει από τους ανθρώπους. Δεν είναι τυχαίο που στους περισσότερους μύθους οι άνθρωποι ξεχνούν να θυσιάσουν σε αυτήν! Ο άνθρωπος έχει την τάση να είναι αχάριστος απέναντι στην πανέμορφη και αγνή φύση. 
   Όσο περνάνε τα χρόνια ο άνθρωπος αποξενώνεται από τη φύση. Αυτό του προκαλεί ανησυχία, ασταθή ψυχολογία κι έλλειψη προορισμού. Όποιος είναι τυχερός κι έχει περιπλανηθεί στην ορεινή ελληνική φύση μπορεί να καταλάβει το οξύμωρο της όμορφης, αμόλυντης Αρτέμιδος. Η επαφή μαζί της φέρνει γαλήνη, ηρεμία, έμπνευση και καλή διάθεση. Λογιάζω τον εαυτό μου τυχερό που την έχει ζήσει. Η αγκαλιά του απέραντου πράσινου στο δάσος, τα φιλόξενα μονοπάτια, το κελάρυσμα των δροσερών ποταμιών είναι στοιχεία που εξευγενίζουν το πνεύμα και τιθασεύουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Τον κάνουν πιο λογικό, πιο προσγειωμένο, πιο δεκτικό σε ιδέες. 
   Λυπάμαι τους ανθρώπους που δεν έχουν ζήσει τη φύση. Λυπάμαι παραπάνω εκείνους που μόνο ορέγονται τα αγαθά της χωρίς να τη σέβονται. Έχουν χάσει την ευκαιρία να περιβληθούν με μια μαγεία απαράμιλλη. Έχουν "θυσιάσει", τρόπον τινά, στους υπόλοιπους θεούς, ξεχνώντας όμως τη θεά Άρτεμη, είτε επειδή τους είναι αδιάφορη είτε επειδή φοβούνται την οργή της. Τα μεγαλύτερα δώρα της όμως τα φυλάει για όσους την θυμούνται και την αποζητούν, κρατώντας στιγμές από αυτήν μέσα τους.


Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Η Παιδική Σεξουαλική Παρενόχληση

   Η σεξουαλική παρενόχληση στην παιδική ηλικία είναι διαχρονικό φαινόμενο. Όσο κι αν πολλοί κατηγορούν την εποχή μας πως έχει εκπέσει ηθικά και πως κάποτε τα πράγματα ήταν αλλιώς, η μόνη διαφορά που βλέπω πλέον είναι ότι οι άνθρωποι μιλάνε περισσότερο. Παλιά όλα αποκρύπτονταν. Το "τα εν οίκω μη εν δήμω" στην χειρότερή του πλευρά. Γι' αυτό στιγματίστηκε η σημερινή εποχή ενώ οι παλιότερες έμοιαζαν ηθικές.
   Για να γίνω πιο συγκεκριμένος και πιο κατανοητός, οι παλιότερες κοινωνίες, οι πιο κλειστές, είχαν πολύ περισσότερα δράματα. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της απόλυτης κυριαρχίας του αρσενικού στοιχείου προς το θηλυκό και του ενήλικου προς το ανήλικο. Καθώς η ηθική της τότε κοινωνίας θεωρούσε επιτρεπτό το ξυλοφόρτωμα των παιδιών, ποιο παιδί θα τολμούσε να μιλήσει για σεξουαλική παρενόχληση; Καθώς τότε θεωρούνταν αποδεκτό πως η γυναίκα πρέπει να τρώει ξύλο (άποψη που άκουγα συχνά ως παιδί της γενιάς του '90 παρακαλώ), ποια γυναίκα ή κοριτσάκι θα μπορούσε να μιλήσει γι' αυτό; Πόσο μάλλον για περίεργα αγγίγματα;
   Βλέπω ακόμα τα κατάλοιπα εκείνης της κοινωνίας σε πολλούς μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους. Τείνουν να είναι αδιάφοροι σε τέτοια θέματα, να δικαιολογούν μετά μανίας τον θύτη και να προσάπτουν κατηγορίες στο θύμα: προσπαθούν να πείσουν την κοινή γνώμη πως το θύμα υπερβάλλει, προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους πως ο θύτης παρεξηγήθηκε και δεν το ήθελε, βασίζονται στο καλό όνομα του θύτη στην κοινωνία για να στηρίξουν την άποψή τους κτλ. Με λίγα λόγια, τα παραπάνω δείχνουν πως οι παλιές γενιές δεν είναι ακόμα έτοιμες να δεχτούν πως οι αδύναμες κοινωνικές ομάδες έχουν δικαιώματα. Δεν πιστεύω ότι οι παλιές γενιές είναι κακές ή ότι μαστιζόμαστε από ανήθικους γέροντες· θα ήταν μια αυθαίρετη και άτοπη γενίκευση. Απλά έτσι συνήθισαν αρκετοί από αυτούς.
   Αλλά η σεξουαλική κακοποίηση είναι και σήμερα ένα τρομερά ευαίσθητο θέμα. Δε γίνεται εύκολα κατανοητή, οπότε πώς να γίνει αντιληπτή κατά την ώρα της ενέργειας και να πιαστεί ο δράστης επ' αυτοφώρω; Συνήθως η κακοποίηση γίνεται ενώπιον των γονέων, εν γνώσει των γονέων, οι οποίοι απλά δεν το καταλαβαίνουν! Δεν καταλαβαίνουν τα σημάδια της. Αυτό από μόνο του είναι ανησυχητικό. Ας δώσω παράδειγμα "ήπιας μορφής": Μια γιαγιά/ένας παππούς/ένας θείος/μία θεία (είναι οι πιο συχνοί δράστες) θέλουν από αγάπη (το λέω κυριολεκτικά, όχι ειρωνικά) να σφίξουν στην αγκαλιά τους και να φιλήσουν ένα παιδάκι, π.χ. το εγγονάκι τους. Εκείνο νιώθει μια απόσταση και δε θέλει. Όλη η ομήγυρη το πιέζει να πάει και να δεχτεί το φιλί και την αγκαλιά του παππού. Εκείνο αναγκάζεται να πάει χωρίς να θέλει. Είναι απόλυτα και αδιαμφισβήτητα σίγουρο πως σιχαίνεται εκείνη την στιγμή! Αφού έδειξε πως δε θέλει! Όμως δεν του δίνεται επιλογή (άτιμη κοινωνία, ακόμα και μέσα στο σπίτι). Αυτό μπορεί να συμβεί σε κάθε σπίτι. Ίσως φανερά μπροστά σε όλους, ίσως κρυφά όταν θύμα και θύτης είναι μόνοι.
   Το θέμα του φιλιού είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο. Ένα φιλί που θέλει μόνο ένας απ' τους δύο, που προσφέρει ικανοποίηση μόνο στον έναν απ' τους δύο και είναι επιβεβλημένο απ' αυτόν. Μάλιστα δε μιλάμε πάντα για φιλί στο μάγουλο. Κάποτε υπάρχει φιλί στον ώμο, φιλί στο λαιμό, φιλί στην πλάτη ή οπουδήποτε αλλού μπορεί κανείς να φανταστεί. Αυτό φέρνει δύο πολύ κακές επιπτώσεις στην παιδική ψυχολογία, η οποία είναι πολύ ευαίσθητη: πρώτη, πως το ίδιο δεν ορίζει το σώμα του. Πως μετά από απαίτηση άλλων είναι αναγκασμένο να ενδίδει και να κάνει πράγματα που δε θέλει. Δεύτερον, πως δεν υπάρχει κανένας να το καταλάβει και να το υποστηρίξει. Δεν υπήρχε κάποτε τουλάχιστον. Διότι χαίρομαι που ακούω νέους γονείς να μπαίνουν γενναία μπροστά και να απαιτούν από τον οποιονδήποτε να αφήσει το παιδί να επιλέξει αν θέλει να δεχτεί το φιλί ή την αγκαλιά τους. Εννοείται πως αν το παιδί θέλει και πάει αυτοβούλως δεν υπάρχει πρόβλημα. 
   Θα αναρωτηθεί κανείς: μα ένα φιλί, μια αγκαλιά μπορεί να είναι τόσο κακό πράγμα; Απαντώ: όχι απλά κακό. Μοιραίο. Μοιραίο να σημαδέψει εφ' όρου ζωής τη σεξουαλική ζωή ενός ενήλικου ατόμου. Αν το παιδάκι συνήθισε να δέχεται ανεπιθύμητα φιλιά στο λαιμό επειδή έτσι άρεσε στη γιαγιά του, θα κουβαλάει την απέχθεια γι' αυτά για όλη του τη ζωή. Ακόμα κι όταν ο/η σύντροφός του θα του δίνει τα φιλιά στο ίδιο σημείο, θα νιώθει μια φαγούρα ή μια ανατριχίλα συνοδευόμενη από ένα κακό συναίσθημα και μια ανάγκη να φύγει. Με λίγα λόγια, η σεξουαλική του ελευθερία και αυτοδιάθεση έχει δεχτεί ένα ισχυρό πλήγμα, με σημάδια ανάλογα με αυτά ενός ατόμου που έχει πέσει θύμα βιασμού!
   Επαναλαμβάνω: δεν θεωρώ κακούς τους παππούδες, τις γιαγιάδες, τους θείους, τις θείες κτλ. Δεν κάνουν κάτι από κακία. Απλά έχουν πλήρη άγνοια της πράξης τους. Έχουν επίσης πλήρη άγνοια των σοβαρών συνεπειών της στην παιδική ψυχή και στο παιδικό σώμα. Το κάνουν από αγάπη· από έντονη επιθυμία να δείξουν αυτή την αγάπη στο παιδάκι. Συνήθως δεν το σκέφτονται καν σεξουαλικά, στις καλές περιπτώσεις τουλάχιστον, που ελπίζω πως είναι η πλειοψηφία. Οπότε δε σκέφτονται καθόλου το πώς μυρίζουν (αν μυρίζουν οι ίδιοι καπνό ή αλκοόλ), το τι αίσθηση προκαλεί το φιλί ή η αγκαλιά τους (απέχθεια ή αίσθημα πνιγμού στο αδύναμο σώμα) και άλλες δυσάρεστες παρενέργειες. 
   Όλα αυτά καλό είναι να τα προσέχουν πρώτα οι γονείς, ώστε να είναι οι ίδιοι φύλακες των παιδιών τους, προστάτες της σωματικής τους αυτοδιάθεσης και να δίνουν το εξής μήνυμα στα παιδιά τους: "Είμαι εδώ για σένα. Κανείς δε σε αναγκάζει να κάνεις κάτι που δε θέλεις, εσύ επιλέγεις τι θα γίνει με το σώμα σου". 

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

"Δε Βγαίνουν πια τέτοια τραγούδια"

   Πολύ συχνά ακούγεται μια επαναλαμβανόμενη ρήση που κοντεύει να γίνει (αν δεν έχει ήδη γίνει) στερεότυπο: "Δε βγαίνουν πια τέτοια τραγούδια" ή "Δε βγαίνουν τέτοια τραγούδια σήμερα". Συνήθως τέτοια σχόλια γίνονται στο youtube, κάτω από τραγούδια παλιά και χιλιοακουσμένα. Αυτή η ρήση, καθώς και η πεποίθηση που την ακολουθεί, είναι δείγμα έλλειψης σοφίας και λογικής. Όμως ακόμα συνεχίζουν να εκστομίζονται αυτά τα λόγια και θα συνεχίσουν για πολλά χρόνια ακόμα.
   Το πρώτο και σημαντικότερο λάθος της παραπάνω ρήσης είναι πως συγκρίνει το παρόν με το παρελθόν. Συγκρίνει άλλα μέτρα κι άλλα σταθμά. Συγκρίνει επίσης τραγούδια τριάντα και βάλε ετών με τραγούδια που βγήκαν προχτές. Ποιο είναι το πρόβλημα όμως αυτής της συλλογιστικής;
   Το πρόβλημα είναι πως τα τραγούδια που έχουν επιζήσει από εκείνες τις δεκαετίες, τις χαμένες στα βιβλία ιστορίας, είναι λίγα. Είναι 5-10, άντε 20 από τα καλύτερα, τα πιο διαλεχτά κομμάτια που μας έχουν μείνει από τότε. Είναι τα κομμάτια που ξεχώρισαν στην εποχή τους κι έχουν μείνει, χάρη στην αξία τους πάντα, μέχρι την εποχή μας. Φυσικά και αξίζουν. Όμως ξεχνάμε πως και τότε έβγαιναν άλλα 100-200 τραγούδια που απλά δεν ήταν τόσο καλά και ξεχάστηκαν. Έπαιξαν στο ράδιο και στα βινύλια για λίγο καιρό και ο κόσμος τα ξέχασε. Οπότε σήμερα έχουμε κρατήσει το 5-10% της μουσικής του χτες. Δε γίνεται να συγκρίνουμε την ελίτ του χτες με την καθημερινότητα του σήμερα. Η σύγκριση πρέπει να είναι δίκαιη!
   Αυτά όσον αφορά τις παλιές εποχές. Ας επιστρέψουμε στο σήμερα και στην πεποίθηση πως η σημερινή εποχή δεν βγάζει πια ποιοτικά τραγούδια. Το ζήτημα εδώ είναι πως τα "ποιοτικά" ας πούμε τραγούδια, αυτά που θα αντέξουν στο χρόνο, αυτά που θα συνεχίσουν να ακούγονται για γενιές μετά τη δική μας, ακόμα δεν έχουν ξεχωρίσει απ' τη μάζα. Τα ακούει και τα παραδέχεται μια μειοψηφία ανθρώπων αλλά σε γενικές γραμμές δεν έχουν περάσει ακόμα το εμπόδιο του χρόνου.
   Έπειτα, αυτά τα λίγα τραγούδια που θα επιζήσουν συνήθως είναι τα λιγότερο εμπορικά. Κι αυτό σημαίνει πως, στον κυκεώνα της σημερινής μουσικής, η οποία μεταδίδεται και αναμεταδίδεται από χίλια-δυο μέσα, γίνονται γνωστά τα υπόλοιπα, τα εμπορικά τραγούδια. Αυτά που κάνουν κύκλο ενός μήνα και ξεχνιούνται, "παλιώνουν". Αυτά είναι στην επιφάνεια, ενώ τα πιο ποιοτικά είναι κρυμμένα επειδή ακριβώς είναι λιγότερα, απευθύνονται σε μια μειοψηφία και "δεν πουλάνε". Οπότε ναι, σήμερα βγαίνουν ποιοτικά τραγούδια, κάποια ισάξια με τα πιο ποιοτικά του παρελθόντος, απλά δεν μπορούμε να τα αντιληφθούμε εύκολα.
   Συμπερασματικά ας πω αυτό: για να συγκρίνουμε το σήμερα με το χτες, θα πρέπει να είμαστε ίσοι και δίκαιοι και με τα δύο. Δε γίνεται να πιάνουμε την καθημερινότητα του σήμερα και να την συγκρίνουμε με τα σκόρπια γεγονότα που (νομίζουμε ότι) ξέρουμε για το χτες. Οφείλουμε να κάνουμε έρευνα πάνω στο θέμα και να μην ξεστομίζουμε μεγάλα λόγια απερίσκεπτα. Αλλά βέβαια οι αυθαίρετες γενικεύσεις είναι στοιχείο πολλών ανθρώπων, διότι οποιαδήποτε έρευνα προϋποθέτει κόπο και δουλειά. Αλλιώς η ιστορία θα ήταν μια εύκολη και ξεκούραστη επιστήμη. Κι αν η πλειοψηφία δεν μπορεί να κάνει την απλοϊκή ανάλυση αυτού του άρθρου στον τομέα της μουσικής, πόσο μάλλον σε άλλα θέματα, πιο περίπλοκα!  

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Το Κυνήγι της Γνώσης

                Εδώ και πολλούς αιώνες γίνονται συστηματικά λάθη στην παιδεία. Λάθη στο πώς πρέπει να προβάλλεται η γνώση, τι πρέπει να έχει σημασία και τι όχι, πώς οφείλει ένας εκπαιδευτικός να προσεγγίσει τον μαθητή και να του μεταδώσει την γνώση και, ίσως το πιο κύριο, πώς να κάνει το παιδί ν’ αγαπήσει το σχολείο και τις γνώσεις που θα λάβει.
                Κάπως έτσι η σημερινή κοινωνία έχει καταντήσει να είναι γεμάτη από νέους που μισούν το σχολείο και συνεπώς την ίδια τη γνώση. Από μικροί λαμβάνουν πολλές εργασίες, πολλές ευθύνες, πολλές απειλές και τιμωρίες, με αποτέλεσμα να νιώθουν την διαδικασία της γνώσης σαν αγγαρεία. Σε παλιότερες εποχές -χρυσές κι ανεκτίμητες για κάποιους- ο δάσκαλος είχε την βέργα, χτυπούσε, απειλούσε και φώναζε και το σχολείο είχε στρατιωτική πειθαρχία. Πώς μπορεί με αυτούς τους τρόπους ένα παιδί ν’ αγαπήσει τη γνώση;
                Το αντίθετο βλέπουμε σε ιστορίες απομονωμένων κοινωνιών, όπου παιδιά γονιών αμόρφωτων ανακαλύπτουν το διάβασμα και την γνώση και τα λατρεύουν. Εκείνα τα παιδιά βλέπουν την γνώση σαν κάτι μαγικό, ελκυστικό, αναντικατάστατο. Έχουν την τάση να μην αποχωρίζονται ποτέ την ιδέα της γνώσης, να είναι αχόρταγοι και να θέλουν συνεχώς να μαθαίνουν. Η τάση αυτή παρομοιάζεται στο νου τους με την ανάγκη για εξέλιξη και την απέχθεια του να μένουν στάσιμοι γνωστικά, κοινωνικά και υπαρξιακά. Η γνώση γίνεται ένα υπέροχο ταξίδι σε κόσμους μαγικούς κι ανεξερεύνητους.
                Το είδος αυτό της τάσης ισχύει και για κάποιους ανθρώπους της δικής μας κοινωνίας, που αποτελούν όμως μειοψηφία. Γι’ αυτούς, το κυνήγι της γνώσης δεν έχει τέλος. Η μάθηση είναι μια διαδικασία που, ενώ για άλλους είναι ένα βασανιστήριο που τελειώνει μαζί με το σχολείο, για εκείνους κρατάει μια ζωή και ποτέ δεν είναι αρκετή. Δεν μαθαίνουν για να έχουν, για να αποκτήσουν και να κερδοσκοπήσουν. Μαθαίνουν για να είναι ο εαυτός τους και να εκπληρώνουν την ύπαρξή τους. Διότι υπάρχει μέσα τους μια αλήθεια: όσο ζεις μαθαίνεις κι όσο μαθαίνεις ζεις.
Αυτό το αίσθημα πληρότητας κατά την διάρκεια της μαθητείας είναι αναντικατάστατο. Για να προσεγγίσω ίσως αυτή την εγκεφαλική λειτουργία, θα παρομοιάσω την άγνοια με το σκοτάδι. Η πλειοψηφία φοβάται το σκοτάδι. Απομακρύνεται απ’ αυτό και δεν κοντοζυγώνει. Η μειοψηφία όμως, αυτή η μερίδα των ανθρώπων της γνώσης, θα εισέλθει στον σκοτεινό χώρο με σκοπό να ψηλαφίσει, να γνωρίσει, ν’ ανακαλύψει και να φέρει φως. Διότι υπάρχει η ανάγκη στον απειροελάχιστο χρόνο ζωής -σε σχέση με τον χρόνο ζωής του κόσμου μας- που διαθέτουμε, να μάθουμε όσο το δυνατόν περισσότερα γι’ αυτόν. Να μαγνητιζόμαστε απ’ το άγνωστο και να μας προκαλεί να το μετατρέψουμε σε γνωστό.

                

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Κοίτα Ποιος Μιλάει...

   "Κοίτα ποιος μιλάει...". Μια πολύ συνηθισμένη φράση, την οποία ακούμε οι περισσότεροι από μικροί. Είναι μια φράση-καθρέφτης, θα έλεγα, καθώς αντικατοπτρίζει την νοοτροπία της κοινής γνώμης σχετικά με το δικαίωμα λόγου και την βαρύτητα που έχει ο λόγος του καθενός.
   Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, σε οποιαδήποτε λόγια υπάρχουν δύο συνιστώσες: το πρόσωπο που μιλάει και το νόημα των λεγομένων του. Σε μια κοινωνία λογικών όντων, το 80-85% της προσοχής μας θα στρεφόταν στο νόημα, το περιεχόμενο των λόγων κάποιου. Θα μας ενδιέφερε η οπτική του γωνία, η -ακόμα και αντίθετη με τα δικά μας δεδομένα- άποψή του και θα ζυγίζαμε τα λόγια του ακριβώς ως έχουν, ψάχνοντας ταυτόχρονα και επιχειρήματα υπέρ ή κατά αυτής της άποψης για να εξετάσουμε την αληθοφάνειά τους.
   Αυτά σε μια λογική κοινωνία. Στην δική μας κοινωνία, που μόνο κατ' ευφημισμόν ονομάζεται λογική (θα έλεγα πως είναι wannabe λογική η κοινωνία μας), το 80-85% της προσοχής στρέφεται στο πρόσωπο που μιλάει, όχι στο περιεχόμενο των λόγων του. Γιατί; Για πολλούς λόγους. Πρώτον, διότι έτσι είναι όλα πιο εύκολα. Δεν χρειάζεται να αποδομήσουμε τα λόγια κάποιου και να χρειαστεί να σκεφτούμε με βάση την λογική και τα επιχειρήματα. Μπορούμε απλά να τον λασπολογήσουμε, να τον κατηγορήσουμε για οτιδήποτε που (κατά την γνώμη μας πάντα) είναι καταδικαστικό και, τρόπον τινα, να του αφαιρέσουμε το δικαίωμα του λόγου.
   Δεύτερον, έτσι είναι πιο εύκολο να παρασύρουμε κι άλλους. Αν έπρεπε να ξοδέψουμε χρόνο για να επιχειρηματολογήσουμε, να δεχτούμε έστω και για λίγο την αντίθετη άποψη καθώς την αποδομούμε ή να μπούμε σ' εκείνη την λογική, αυτό θα έπαιρνε χρόνο. Χρόνο δικό μας για χάρη κάποιου άλλου. Και πώς θα μπορούσαμε να "πείσουμε" εύκολα κάποιον ότι ο τάδε ομιλητής έχει άδικο; Θα έπρεπε να του προβάλλουμε επιχειρήματα, αντεπιχειρήματα, συλλογισμούς. Κοντολογίς θα έπρεπε να σκεφτούμε, κάτι που μισεί η κοινή γνώμη. Επίσης θα μας έβγαζε απ' την βολική θέση του καναπέ μας.
   Τρίτον, ασχολούμαστε με το πρόσωπο κι όχι με τα λεγόμενα επειδή δεν θέλουμε ν' αλλάξουμε! Τόσο απλά! Αν κάποιος χρησιμοποιεί την λογική του, ακούει όλες τις απόψεις, τις φιλτράρει, βρίσκει ψήγματα αλήθειας και τα ενσωματώνει στην ήδη υπάρχουσα άποψή του, σιγά-σιγά αλλάζει. Προς το καλύτερο, θα έλεγα εγώ, όμως για την κοινωνία η αλλαγή είναι κακή. Αλλαγή έχει φτάσει να σημαίνει αστάθεια απόψεων, λες και είμαστε γεννημένοι με συγκεκριμένες απόψεις και πρέπει να τις υπερασπιστούμε άνευ όρων.
   Το συμπέρασμα, έτσι όπως το βλέπω, είναι πως, αντί να γίνουμε κριτές απόψεων, πετάμε την κριτική ικανότητα στην γωνία και γινόμαστε φανατικοί οπαδοί απόψεων. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του φανατισμού; Οι παρωπίδες, που είναι τόσο βολικές επειδή μας επιτρέπουν να μην σκεφτόμαστε! Φανατιζόμαστε χρωματίζοντας πρόσωπα και μέσω αυτού του χρωματισμού δεχόμαστε ή απορρίπτουμε απόψεις a priori. Αν ένας αρθρογράφος, πολιτικός, δημοσιογράφος ή ακόμα και πρόσωπο της καθημερινότητάς μας είναι της συμπαθείας μας, τότε καταπίνουμε αμάσητα όσα λέει. Αν ανήκει στην αντίπερα όχθη, αυτήν που εχθρευόμαστε, τότε κλείνουμε τ' αφτιά μας σε οτιδήποτε πει. Αυτό είναι παρόμοιο με το γιουχάρισμα στα γήπεδα, μια πρακτική που ανέκαθεν χρησιμοποιείται για να μην ακούγεται καν η αντίθετη άποψη κι έτσι η δύναμη της μάζας και του φανατισμού να νικάει την δύναμη της λογικής.
   Αυτή η νοοτροπία βέβαια είναι άμεσος εχθρός της δημοκρατίας. Γιατί; Επειδή η δημοκρατία θέλει πολίτες, όχι πρόβατα χρωματισμένα με αυτό ή εκείνο το χρώμα. Ο χρωματισμός αυτός και η παράλογη κώφωση προς την αντίθετη άποψη σταματάνε κάθε έννοια ελευθερίας του λόγου. Ας παρατηρήσουμε λίγο ένα κοινοβούλιο: όταν μιλάει ένας πολιτικός μιας παράταξης, δεν χρειάζεται να ακούσουμε το περιεχόμενο των λόγων του. Φτάνει να ξέρουμε ποιοι συστρατεύονται και ποιοι είναι πολιτικοί του αντίπαλοι. Ξέρουμε από πριν ποιοι θα χειροκροτήσουν και ποιοι θα γιουχάρουν ή θα διαμαρτυρηθούν. Είτε αναλύσει την πιο υπέροχη θεωρία είτε την πιο γελοία, υπάρχει από πριν τοποθέτηση των υπόλοιπων "βουλευτών" (αστείος ο όρος, θα έλεγα - αλήθεια, πού υπάρχει ελεύθερη βούληση;) ανάλογα με το κόμμα.
   Έχει όμως πολύ μεγάλο νόημα να ακούμε την αντίθετη άποψη. Μας κάνει να αμφισβητούμε προσωρινά την δική μας και είτε να την ισχυροποιούμε, αν αποδειχθεί ορθότερη απ' την αντίπαλη, είτε την αναθεωρούμε, αν έχει λάθη. Μόνο έτσι εξελισσόμαστε, μόνο έτσι αλλάζουμε. Την επόμενη φορά που θα ακούσετε κάποιον να λασπολογεί τον ομιλητή χωρίς να ασχολείται με τα λεγόμενά του, να ξέρετε πως είναι ένα άμυαλο πιόνι. Όχι ένας πολίτης. Ακούστε εσείς αντί γι' αυτόν τα λεγόμενα του ομιλητή. Είτε είναι σωστά είτε σαθρά, θα ωφεληθείτε περισσότερο από το να ακούσετε τις φανατισμένες μπαρούφες ενός άμυαλου πιονιού.

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Μεσσίας

   Η ιδέα του μεσσία είναι αρχαιότατη. Πιθανότατα υπάρχει από τότε που δημιουργήθηκαν και οργανώθηκαν οι ανθρώπινες κοινωνίες, καθώς ο, αδύναμος σε σχέση με την φύση, άνθρωπος, έψαχνε τον σωτήρα του σε φυσικά και μεταφυσικά πρόσωπα. Ο μεσσίας δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από μια δύναμη, αδιευκρίνιστη συνήθως, που έρχεται και δίνει μια μαγική λύση σε υπαρκτά προβλήματα. Οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν χωρίς αυτόν και τον λατρεύουν.
   Την έννοια αυτή αν δεν απατώμαι την συναντάμε πολύ σε εβραϊκά κείμενα, καθώς οι εν λόγω ζητούσαν ανέκαθεν κάποιον μεσσία εξ ουρανού για να τους γλιτώσει απ' τα δεινά τους. Άνθρωποι θαυμαστοί και θαυματουργοί έρχονταν κι έφευγαν, παίρνοντας μαζί τους οπαδούς που τους πίστεψαν για μεσσίες και δημιουργώντας σχίσματα στο "ορθόδοξο" δόγμα, κάτι όχι και τόσο διαφορετικό από ισχυρές φυσιογνωμίες στην λίθινη εποχή που αμφισβητούσαν τον φύλαρχο κι επεδίωκαν να πάρουν την θέση του. Μια τέτοια περίπτωση, αρκετά μεγαλύτερου μεγέθους, δημιούργησε και την θρησκεία του Χριστιανισμού, την ισχυρότερη που υπάρχει σήμερα.
   Όμως υπάρχουν αρκετά προβλήματα με την ιδέα του μεσσία. Πρώτον, η ίδια η ιδέα είναι αόριστη και δεν μπορεί κανείς να αποδείξει πως κάποιος είναι ή δεν είναι μεσσίας. Δεν έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, οπότε οποιοσδήποτε μπορεί να ετεροπροσδιοριστεί ή και να αυτοπροσδιοριστεί ως μεσσίας χωρίς δυνατότητα απόδειξης ή κατάρριψης του ισχυρισμού.
   Δεύτερον, η ιδέα του μεσσία προκαλεί κοινωνική χαύνωση και έλλειψη σκοπού, ιδανικών και αλλαγής. Όσο κάποιος περιμένει τον μεσσίας μένει άπρακτος: δεν εξελίσσεται, δεν παίρνει αποφάσεις, δεν παίρνει την κατάσταση στα χέρια του, δεν παράγει, δεν δημιουργεί, δεν εμπνέεται και μένει στάσιμος σ' έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει, καθηλωμένος σε μια ιδέα. Είναι μια περίπτωση σπάνια, όπου η ελπίδα βλάπτει. Αντίθετα, κάποιος που έχει αποτινάξει την ιδέα του μεσσία από μέσα του (ή την έχει απορρίψει εξαρχής) θα συνεχίσει να βασίζεται στον εαυτό του, να αυτοβελτιώνεται, να δρα, να παράγει, να έρχεται αντιμέτωπος με ηθικά διλήμματα, να τα λύνει και να εξελίσσεται.
   Παραδείγματα μεσσιανισμού υπάρχουν πολλά, όχι πάντα καθαρά θρησκευτικά. Υπάρχουν παραδείγματα πολιτικών που παρουσιάστηκαν ως μεσσίες-ελευθερωτές και κέρδισαν την λατρεία των λαών τους. Κατά την γνώμη μου αυτό είναι κάτι τρομερά επικίνδυνο, διότι, όταν ένας λαός ανάγει μια οντότητα σε θεϊκή, παύει να την κρίνει και δέχεται οτιδήποτε εκείνη επιτάσσει. Έτσι καταστρέφεται κάθε έννοια λογικής και ηθικής. Εξάλλου πόσοι άνθρωποι δεν περιμένουν μια "εθνοσωτήριο μέρα", έναν πολιτικό που θα αλλάξει τα πάντα χωρίς να αλλάξει τους ίδιους. Άνθρωποι που δεν έχουν ηθικούς φραγμούς προκειμένου να περισώσουν την βόλεψή τους.
   Θα έλεγα πως ο μεσσίας εξ ορισμού λείπει από την επιστήμη, τουλάχιστον όσον αφορά πρόσωπα. Ο επιστήμονας είναι κάποιος που αναπτύσσει μια θεωρία που κρίνεται και αμφισβητείται από πολλούς άλλους επιστήμονες, ακόμα κι όταν εκείνος έχει φτάσει στην κορυφή. Επιπλέον, μιας και η επιστήμη είναι κάτι συνεχώς αναπτυσσόμενο, οι παλιές θεωρίες αναιρούνται και οι παλιοί επιστήμονες αρκετές φορές εκθρονίζονται. Υπάρχει θαυμασμός αλλά όχι λατρεία. Υπάρχει θαυμασμός αλλά πάντα μαζί με κριτική.
    Παρόλα αυτά, το ζήτημα στην επιστήμη γίνεται πιο περίπλοκο. Αυτό συμβαίνει διότι τα επιτεύγματά της συχνά παίρνουν μαγικές διαστάσεις στα μάτια του κόσμου, ο οποίος είναι συνήθως άσχετος με το θέμα, την έρευνα, τον πειραματισμό και γενικά με τις μεθόδους της επιστήμης. Ο απλός κόσμος θέλει απλές λύσεις. Τίποτα παραπάνω. Τίποτα που θα του δώσει ευθύνες. Τίποτα που θα τον αναγκάσει ν' αλλάξει ο ίδιος. Οπότε οι περίπλοκες και αέναα αμφισβητούμενες λύσεις τη επιστήμης δεν αρέσουν. Δεν χωράνε στον εγκέφαλο, ας πούμε. Η άσχετη με την επιστημονική κοινότητα κοινωνία κρατάει απλά συμπεράσματα. Κι έτσι γεννιούνται "μεσσίες", αυτήν την φορά απρόσωποι, άβιοι. Αντικείμενα ή ιδέες.
   Ας μην παραξενευόμαστε με την ιδέα των αλχημιστών που έχει επιζήσει έως σήμερα. Τι ήταν οι αλχημιστές; Επιστήμονες του καιρού (οι γνήσιοι τουλάχιστον) που έψαχναν διάφορες αλήθειες με βάση την μεταστοιχείωση ουσιών σε άλλες. Τι έχει επιζήσει από αυτούς σήμερα; Ότι οι αλχημιστές έψαχναν να δημιουργήσουν χρυσό και να βρουν την αιώνια ζωή. Όχι πως αυτό είναι ψευδές, όμως σίγουρα υπερπηδάει πολλά στάδια και είναι μια απλή διατύπωση, η μόνη που μπορούσε να καταλάβει ο απλός κόσμος.
   Σήμερα υπάρχουν κι άλλα τέτοια "μαγικά φίλτρα", τα οποία μοιάζουν με μεσσίες. Για παράδειγμα, το πολυθρύλητο "φάρμακο για τον καρκίνο". Κάθε τόσο ξεπετάγεται κάποιος που λέει πως το βρήκε, κάποιες φήμες πως υπάρχει αλλά το κρατάνε κρυφό κ.ά. Πολλοί επιστήμονες που πασχίζουν να βρουν λύση κάνουν εικασίες και δοκιμές, ενώ ο απλός λαός κρατάει ό,τι καταλαβαίνει: ή το φάρμακο υπάρχει ή δεν υπάρχει. Δοκιμές, περιπτώσεις και υποπεριπτώσεις δεν τον ενδιαφέρουν.
   Κι έτσι γεννιέται ο μεσσίας "φάρμακο για τον καρκίνο". Η μαγική λύση για ένα υπαρκτό πρόβλημα. Μπορεί να υπάρξει στο μέλλον; Θα υπάρξει; Θα θεραπεύει κάθε είδος καρκίνου; Σε κάθε στάδιο; Και τις μεταστάσεις; Δεν μπορούμε να απαντήσουμε σε τέτοια ερωτήματα. Τουλάχιστον εγώ σίγουρα δεν μπορώ. Όμως η ιδέα αυτού του φαρμάκου είναι επιζήμια κι επικίνδυνη. Διότι τείνει να ακυρώσει κάθε έρευνα και κάθε προειδοποίηση της επιστημονικής κοινότητας. Οι επιστήμονες βγάζουν ανακοινώσεις πως "η τάδε τροφή είναι καρκινογόνα", "η τάδε ακτινοβολία είναι κακινογόνα", "η τάδε δραστηριότητα/συνήθεια/κατάσταση προκαλεί ή επιταχύνει την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων" κτλ. Όλες αυτές οι ανακοινώσεις έχουν γίνει μετά από αναρίθμητα παραδείγματα, έρευνα και πειραματισμούς, προκειμένου να μας βοηθήσουν να προλαμβάνουμε οι ίδιοι την νόσο με ραγδαία αλλαγή του τρόπου ζωής μας.
   Ο απλός κόσμος όμως θέλει απλές λύσεις. Από άλλους φυσικά. Χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει ο ίδιος. Οπότε αγνοεί πολλές προειδοποιήσεις, αγνοεί τους επιστήμονες και περιμένει αγωνιωδώς πότε θα έρθει το φάρμακο για τον καρκίνο, ενώ ο ίδιος θα αράζει νωχελικά καπνίζοντας. Αυτή η ελπίδα στον μεσσία τούτο μόνο κακό φέρνει: κάνει τους ανθρώπους μοιρολάτρες, μη δεκτικούς στην αλλαγή και αδιάφορους ως προς τον τρόπο ζωής τους.
   Υποπτεύομαι πως, αν στο μέλλον υπάρξει μια μορφή θεραπείας, θα βοηθάει κάποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις. Δεν θα είναι πανάκεια για κάθε είδος και κάθε στάδιο του καρκίνου. Ακόμα και τότε η πρόληψη θα είναι το σημαντικότερο κομμάτι της απαλλαγής απ' την νόσο. Ίσως, αν δεν υπήρχε ο συγκεκριμένος απρόσωπος μεσσίας, οι απλοί άνθρωποι να έκαναν απόπειρες να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους προς το καλύτερο. Ίσως να έπαιρναν την απειλή πιο σοβαρά. Αλλά και πάλι, ο απλός λαός σε κάθε μεγάλο πρόβλημα έχει ανάγκη από έναν φανταστικό σωτήρα, προκειμένου να μην χρειαστεί να κουνήσει το δαχτυλάκι του. Ο μεσσιανισμός ίσως είναι μια μάστιγα της ανθρωπότητας που απλά μας κρατάει πίσω, σαν σιδερένια μπάλα δεμένη στο πόδι του φυγά, ο οποίος τρέχει για ν' ανασάνει τον αέρα της ελευθερίας.
   

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ειλικρινείς Ευχές

   Είμαστε περήφανοι που είμαστε άνθρωποι. Το είδος που εξελίσσεται, που ξεπερνάει τα δεδομένα, τα ήδη υπάρχοντα, το είδος που ατενίζει το μέλλον. Το ότι στην συνομοταξία μας υπήρξε και υπάρχει μια μειοψηφία λαμπρών μυαλών μας κάνει και νιώθουμε ξεχωριστοί. Περήφανοι ίσως. Περήφανοι για κάτι που είναι άλλοι, όχι εμείς. Εμείς απλώς περιμένουμε να μας έρθουν τα πάντα δεδομένα, δουλεμένες σκέψεις από άλλους, ώστε να μην χρειαστεί να αλλάξουμε. Όταν έρθει η αλλαγή, θα έρθει με το ζόρι και θα την αποδεχτούμε μόνο διότι δεν θα έχουμε άλλη επιλογή. Και μετά θα νιώσουμε εκ νέου περήφανοι που είμαστε άνθρωποι.
   Ένας μηχανισμός που έχει το πλήθος των ανθρώπων (και φυσικά μας εξομοιώνει με τα υπόλοιπα ζωντανά) είναι πως ακολουθεί τις αποφάσεις της αγέλης. Τις περισσότερες φορές αυτό γίνεται χωρίς σκέψη. "Αφού το κάνουν κι οι άλλοι, σωστό θα είναι", "Πάντα έτσι το κάναμε", "Έθιμα είναι αυτά", "Έτσι επιτάσσει η παράδοση" κι άλλα τέτοια όμορφα. Δικαιολογίες για να μην σκεφτόμαστε. Για να μην αλλάζουμε. Για να μένουμε πεισματικά ίδιοι σ' έναν κόσμο αεικίνητο.
   Αυτό το άρθρο θ' ασχοληθεί με ένα συγκεκριμένο παράδειγμα της παράδοσης: τις ευχές. Έχετε σκεφτεί πότε ακριβώς ευχόμαστε κάτι καλό; Κάθισα και μέτρησα και δεν μου άρεσε καθόλου το αποτέλεσμα. Ευχόμαστε σε κάποιον να ζήσει πολλά χρόνια (αποκλειστικά και μόνο, φοβάμαι να πω) όταν το επιτάσσει η παράδοση. Στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, στις εθνικές επετείους, στα γενέθλια και στις ονομαστικές γιορτές. Αυτά. Αυτές οι μέρες χαρακτηρίζονται "ιερές" (λες και διαφέρουν απ' τις υπόλοιπες) και οι υπόλοιπες όχι ιερές. Στις ιερές μέρες λοιπόν ευχόμαστε. Ευχόμαστε διότι έτσι πρέπει, έτσι λέει το έθιμο, έτσι κάναμε πάντα...
   Πόσο ειλικρινής όμως είναι μια τέτοια ευχή; Εδώ θα κάνω μια εικασία. Πιστεύω πως η αρχική έννοια της ευχής, από τα αρχαιότατα χρόνια, είναι να εκφράσουμε μια προσδοκία μεγαλόφωνα και να μεταφέρουμε θετική ενέργεια στο άτομο που δέχεται την ευχή. Ακριβώς το αντίθετο είναι η κατάρα, όπου κάποιος προσπαθεί να μεταφέρει αρνητική ενέργεια. Ενώ όμως κατάρες ρίχνονται καθημερινά και χωρίς πολύ δισταγμό, οι ευχές περιορίζονται σε συγκεκριμένες μέρες. Και μάλιστα δίνονται συνήθως χωρίς την θετική ενέργεια που αναμένεται. Απλά μουρμουρίζουμε (ή πληκτρολογούμε) τα λόγια για να φύγουμε από την υποχρέωση. Κι έτσι τελειώνει το έθιμο κι όλοι είμαστε ευτυχισμένοι!
   Κατά την γνώμη μου δεν υπάρχει "ιερή μέρα". Όλες οι μέρες είναι ίδιες. Μάλιστα θα χαρώ αν ακούσω κάποιον καλό λόγο μια τυχαία μέρα, διότι θα νιώσω ξεχωριστός από κάποιον άνθρωπο χωρίς να υπάρχει κάποιο έθιμο που να τον διατάζει να μου μουρμουρίσει κάποια τυπικά λόγια. Επίσης, δεν θα χαρώ περισσότερο αν ξεπορτίσω στα γενέθλιά μου ή στην ονομαστική μου γιορτή με φίλους. Θα είναι το ίδιο ευχάριστη συγκυρία με μια ωραία έξοδο οποιαδήποτε άλλη μέρα. Υποπτεύομαι πως κάποια παλιότερα χρόνια, όταν οι Έλληνες ζούσαν στην ανέχεια, όντως είχε νόημα αυτή η έξοδος ή η μάζωξη σε συγκεκριμένες μέρες, μιας και τις υπόλοιπες μέρες δεν υπήρχε η πολυτέλεια του πλουσιοπάροχου γεύματος ή της ξεγνοιασιάς. Ήταν ένα διάλειμμα από μια δύσκολη καθημερινότητα. Τώρα πια όμως;
   

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Οι Τρεις Δρόμοι (The Handmaiden)

   (Το άρθρο περιέχει spoilers, δηλαδή αποκαλύπτει την πλοκή της ταινίας The Handmaiden)
 
   Η ταινία διαδραματίζεται στην Κορέα της δεκαετίας του 1930. Η χώρα είναι υπό ιαπωνική κατοχή και κάποιοι Ιάπωνες ευγενείς ζούνε πλουσιοπάροχα εκεί. Η πλοκή διαδραματίζεται στην έπαυλη ενός Ιάπωνα ευγενούς, που ζει με την ανιψιά του, η οποία είναι κληρονόμος της έπαυλης και της μεγάλης περιουσίας. Σε αυτήν την κοπέλα έχει δοθεί ένας αυστηρός και απάνθρωπος δρόμος: να παντρευτεί τον θείο της, ο οποίος είναι αδίστακτος, αιμοδιψής και διεστραμμένος. Της έχει εμφυτεύσει τον φόβο βαθιά μέσα της από μωρό και θέλει να την χειραγωγεί για να κρατήσει για τον ίδιο την περιουσία.
   Στην θλιβερή και απέλπιδη πραγματικότητά της εμφανίζεται ένας απατεώνας. Είναι χρόνια συνεργάτης του θείου της, μεγάλος ψεύτης, δολοπλόκος και αντιγραφέας έργων τέχνης. Γρήγορα προθυμοποιείται να την απαλλάξει από το βάρος του θείου της, να την προστατέψει απ' την οργή του και να την κάνει γυναίκα του. Έτσι, θα έχουν και οι δυο την περιουσία δική τους και θα ζήσουν ζωή χαρισάμενη. Της εξηγεί βέβαια κάθε λεπτομέρεια του σχεδίου, ώστε να ξέρει κι η ίδια πως όλα γίνονται με γνώμονα το κέρδος.
   Στο σχέδιό του μπαίνει ως εξιλαστήριο θύμα μια φτωχή πλην τίμια Κορεάτισσα, η οποία πρόκειται να κλειστεί σε ψυχιατρική κλινική στην θέση της προαναφερθείσας πλούσιας, ώστε εκείνη να μείνει ελεύθερη. Καθώς όμως το σχέδιο εκτυλίσσεται, η Κορεάτισσα ερωτεύεται βαθιά την κοπέλα και της ζητάει να τα παρατήσει όλα και να την ακολουθήσει.
   Έχοντας παρακολουθήσει την ταινία, έχω την αίσθηση πως αυτή η Γιαπωνέζα κόρη βρίσκεται μέσα σε όλους μας. Είναι ένα παιδί που γεννιέται έχοντας άθελά του μια μεγάλη κληρονομιά, η οποία περιπλέκει την ζωή της. Αυτή η κληρονομιά μπορεί να μεταφραστεί ξεχωριστά για τον καθένα μας. Για κάποιον είναι ακριβώς αυτό: πλούτος. Έχει γεννηθεί πλούσιος, ένα βάρος που θα τον ακολουθεί σε όλη του την ζωή με τα καλά του και τα κακά του. Πιθανόν να πέσει θύμα εκμετάλλευσης, να μην ξέρει ποτέ ποιος είναι πραγματικός φίλος του και ποιος τον θέλει για τα λεφτά του. Για κάποιον άλλο η κληρονομιά σημαίνει πως είναι γόνος ενός επιχειρηματία, φαρμακοποιού, γιατρού, δικηγόρου, αθλητή ή οποιουδήποτε άλλου καριερίστα. Σε τέτοια παιδιά συνήθως υπαγορεύονται επιλογές-μονόδρομοι, οι οποίες του στερούν κάθε ελευθερία στο να διαλέξει τον δικό του δρόμο, αυτόν που το ίδιο θα ήθελε. Σε μια άλλη περίπτωση, η κληρονομιά μπορεί να είναι μια ασθένεια που ακολουθεί το παιδί για όλην την ζωή του ή μια οικογενειακή τραγωδία.
   Ας ασχοληθούμε λίγο όμως με τους τρεις δρόμους. Αυτοί οι δρόμοι, οι επιλογές αν θέλετε, ακολουθούν, συνήθως με την συγκεκριμένη σειρά, τις ζωές μας. Πρώτος δρόμος, αυτός του διεστραμμένου θείου: ο δρόμος του φόβου. Δυστυχώς τα παιδιά είναι απροστάτευτα από τον δρόμο του φόβου και πολύ ευαίσθητα απέναντί του. Πρώτον, υπάρχει σε πολλές οικογένειες η απειλή της βίας ή η ίδια εφαρμογή της, λεκτικά είτε σωματικά είτε ψυχικά. Έπειτα, υπάρχει το φαινόμενο του bullying από μεγαλύτερους, συγγενείς, γνωστούς ή συμμαθητές, το οποίο συνήθως δεν γίνεται αντιληπτό από τους γονείς, θεωρείται ελάσσονος σημασίας και προτείνεται στο παιδί να μην ασχολείται (έλα μωρέ, σιγά...) και φυσικά δεν αντιμετωπίζεται καθόλου. Ο δρόμος του φόβου πολλές φορές σχετίζεται με την απειλή της υγείας, ότι θα αρρωστήσει αν δεν φάει το φαγητό του, ότι θα δυστυχήσει αν δεν ακούει τους γονείς του και αρκετές άλλες απειλές, μιας και τα φόβητρα είναι ο πιο εύκολος τρόπος να χειραγωγηθεί μια ευαίσθητη παιδική ψυχή. Φυσικά υπάρχει και ο ανείπωτος τρόμος μιας αιώνιας μεταθανάτιας τιμωρίας, ο οποίος χαρίζεται αθρόα και αφιλτράριστα σε παιδιά από τις πιο μικρές ηλικίες.
   Ο δεύτερος δρόμος, ο οποίος συνήθως παρουσιάζεται στην εφηβική ή στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής, είναι ο δρόμος των υλικών αγαθών. Ο δρόμος του κέρδους, ο δρόμος της απληστίας. Αυτός είναι ένας πολλά υποσχόμενος δρόμος, πλήρως εγωιστικός: υπόσχεται την απαλλαγή από ευθύνες, δυσβάσταχτα βάρη, μια μέτρια ζωή και χρόνια οικονομικά προβλήματα. Μας προτείνει βέβαια να αφήσουμε τους συναισθηματισμούς στην άκρη, μιας και είναι άχρηστοι πρακτικά. Αυτός ο δρόμος έχει πολλές μορφές: έχει να κάνει με τον τζόγο, ο οποίος υπάρχει παντού γύρω μας και μας κάνει να φαντασιωνόμαστε αμύθητα ποσά. Σχετίζεται με το "βόλεμα", την εύκολη λύση της βρώμικης συναλλαγής, όπου εξαγοράζεται μια ψήφος, η σιωπή, η συνενοχή, η σύμπραξη και πολλά άλλα. Συνήθως τα παραπάνω συμπορεύονται με μια μεγάλη, συνεχή διαφήμιση υλικών αγαθών, λαμπρών κι αστραφτερών, τα οποία δίνονται σαν υπόσχεση ευτυχίας: ένα μεγάλο αυτοκίνητο, ένα μεγάλο σπίτι, μια καλή δουλειά, τα οποία, χωρίς να δίνονται πολλές λεπτομέρειες, παρουσιάζονται ως ένας άπιαστος παράδεισος, ώστε να είναι θελκτικά.
   Ο τρίτος δρόμος είναι ο πιο μυστήριος. Είναι ο δρόμος της αγνής, ανεπιτήδευτης αγάπης. Δεν έχει να κάνει με τον φόβο, δεν έχει να κάνει με το κέρδος. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη ηλικία που εμφανίζεται και δεν μπορεί κανείς εύκολα να καταλάβει πώς μοιάζει. Πολλές φορές είναι καλά μεταμφιεσμένος ή είναι τόσο έκδηλος, που διστάζουμε (χάρη στον φόβο που μας έχει εμφυτευτεί από παιδιά) να πιστέψουμε πως είναι αληθινός. Έπειτα, πολλοί είναι αυτοί που μας υπόσχονται αυτόν τον δρόμο, ώστε να αποσπάσουν κάτι από εμάς. Για όλους αυτούς τους λόγους είναι πολύ δύσκολο κι επίπονο να δοθεί κανείς ελεύθερα σ' αυτόν. Διότι είναι ένας δρόμος που υπόσχεται διαρκή αμφιβολία, αστάθμητους παράγοντες και συνήθως είναι ο πιο "αδύναμος" από τους τρεις, μιας και δεν κάνει επίδειξη δύναμης. Ένα λάθος πολλών γονέων είναι πως με ζήλο δείχνουν στο παιδί τους άλλους δρόμους "για το καλό του", με αποτέλεσμα αυτό το παιδί να μην εμπιστευτεί εύκολα τον τρίτο δρόμο και να χάσει την ευκαιρία να τον ζήσει. Τέλος, δεν υπόσχεται ασφάλεια, εύκολες λύσεις, βολικά ψέματα και ίσως να μην είναι τόσο θελκτικός αρχικά.
   Υπάρχουν αρκετές κατηγορίες ανθρώπων που ακολούθησαν καθέναν από τους παραπάνω τρεις δρόμους για τόσον πολύ καιρό και σε τέτοια απόσταση, ώστε ενίοτε δεν υπάρχει επιστροφή. Παιδιά που καταδυναστεύτηκαν από τον φόβο και δυσκολεύονται να απαλλαγούν απ' αυτόν για όλη τους την ζωή. Είναι συνήθως διστακτικά, δυσκολεύονται να πάρουν αποφάσεις και παραιτούνται στην πρώτη δυσκολία. Ένα μεγάλο ποσοστό του ανθρώπινου πληθυσμού ανήκει σε αυτήν την κατηγορία: το άτομο φοβάται τις επιλογές του για να μην κριθεί γι' αυτές και βολεύεται με το να αφήνει άλλους να επιλέγουν για το ίδιο. Δεν νιώθει ικανό να ξεπεράσει τους φόβους του, τους εθισμούς του και προσπαθεί να βρει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μια γωνία για να κρυφτεί.
   Έπειτα, βρίσκονται άνθρωποι που από μικροί έχουν κυριαρχηθεί από την ιδέα του κέρδους, της δύναμης και της απληστίας. Είναι άνθρωποι που σπάνια εκφράζουν τα συναισθήματά τους, τα περιφρονούν και δεν έχουν ηθικές αξίες. Το συναίσθημα είναι αδυναμία. Ο αλτρουισμός είναι αδυναμία. Είναι, θα έλεγα, άνθρωποι αποχαυνωμένοι, που έχουν ξεχάσει την θνητότητά τους. Κυρίως εξαιτίας τέτοιων ανθρώπων ο κόσμος μας δεν είναι ένα ιδανικό μέρος (ενώ θα μπορούσε να είναι εκπληκτικά εύκολο το να γίνει!). Είναι οι άνθρωποι που ξεκινάνε πολέμους, χρησιμοποιούν πλύση εγκεφάλου και εκμετάλλευση κάθε είδους και έχουν μεθύσει από την ιδέα της δύναμης.
   Τέλος υπάρχουν άνθρωποι που έχουν οδεύσει για χρόνια στον σιωπηλό τρίτο δρόμο. Σπάνια θ' ακούσεις γι' αυτούς. Έχουν βρει την ευτυχία και δύσκολα την αφήνουν. Δεν έχουν την ανάγκη να μιλήσουν γι' αυτήν, δεν ψάχνουν τρόπους να κερδίσουν κι άλλα μέσω αυτής. Γίνονται αντικείμενα περιφρόνησης των υπολοίπων, κρυφού φθόνου και ζήλιας, διότι μπορούν και χαμογελούν και τελικά καταφέρνουν να ζουν με ελάχιστα έως καθόλου παράπονα. Δεν είναι άδικο αυτό; Όχι. Διότι για να μπει κάποιος σε αυτόν τον δρόμο χρειάζεται να εμπιστευτεί τις επιλογές του, να πάρει ευθύνη γι' αυτές, να αγνοήσει σε απόλυτο βαθμό τις "συμβουλές για το καλό του" και να βαδίσει προς το άγνωστο, το μη ασφαλές, το απρόβλεπτο. Επίσης, χρειάζεται να δοκιμάζει την αμφιβολία πολύ συχνά, τους πειρασμούς πολύ συχνότερα και να καταφέρνει να μην ξεστρατίζει. Διότι αυτός ο δρόμος έχει λησμονηθεί τόσο πολύ από την κοινωνία, που είναι πολύ δύσκολο να καταλάβει κανείς πότε πηγαίνει σωστά και πότε ξεστρατίζει. Ένα από τα λίγα σημάδια της σωστής πορείας είναι η πληρότητα που νιώθει χάρη στις σωστές επιλογές του.


Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Ο "Απαραίτητος" Ήρωας

   Αυτός ο άνθρωπος ένιωθε αόρατος. Όλοι στο χωριό τον αγνοούσαν. Έτσι, εκείνος έψαχνε έναν τρόπο να γίνει χρήσιμος, απαραίτητος. Είχε τρομερή επιδεξιότητα με το σπαθί, όμως αυτό δεν τον βοηθούσε σε τίποτα σ' εκείνο το ειρηνικό χωριό. Οπότε, αφού είδε κι απόειδε, πήγε στο σκοτεινό δάσος και βρήκε το τέρας. Το ξύπνησε από τον λήθαργό του και του περιέγραψε πόσο λαχταριστά θύματα ήταν οι άνθρωποι του χωριού. Αφού το έκανε να πεινάσει και να λαχταρήσει αίμα, του έδειξε το δρόμο για το χωριό. Το τέρας πήγε και κατέστρεψε, ενώ κανείς στο ειρηνικό χωριό δεν μπορούσε να το σταματήσει. Ο άνθρωπος έμεινε κρυμμένος και παρακολούθησε υπομονετικά την καταστροφή. Όταν έκρινε πως η ολοκληρωτική καταστροφή ήταν κοντά και όλοι οι χωρικοί είχαν στραμμένα τα βλέμματα στο τέρας, εμφανίστηκε μπροστά του και, πριν του δώσει χρόνο να τον αναγνωρίσει και να προδώσει το σχέδιο, το αφάνισε. Έτσι, ο άνθρωπος έγινε ήρωας.
   Αυτή η ιστορία, την οποία σκαρφίστηκα σήμερα, περιγράφει με συμβολικό τρόπο κάποιες αλήθειες που υπάρχουν καλά κρυμμένες στην ανθρώπινη κοινωνία εδώ και πάρα πολύ καιρό. Τελικά πόσο ήρωας θα φαινόταν ο άνθρωπος αυτός, αν η μυστική συμφωνία στο σκοτεινό δάσος και η ενεργοποίηση του τέρατος γίνονταν φανερά;
   Ο άνθρωπος αυτός είναι μια μεταβλητή. Μπορεί να αντικατασταθεί με πολλά πρόσωπα ή οργανώσεις που ξυπνάνε μια μεγάλη καταστροφή και έπειτα παρουσιάζονται σαν σωτήρες για να την αφανίσουν. Έπειτα απολαμβάνουν τον θαυμασμό και τη λατρεία του κόσμου στον αιώνα τον άπαντα.
   Για παράδειγμα, πόσους οπαδούς θα είχε μια θρησκεία αν δεν περιέγραφε με λεπτομέρεια την μεταθανάτια τιμωρία και την οργή του θεού/των θεών; Το πρώτο στοιχείο για να ανυψωθεί η δημοτικότητά της είναι να δημιουργήσει μια φανταστική μελλοντική καταστροφή και να κινδυνολογήσει σε όσο μεγαλύτερο βαθμό μπορεί. Αφού φυτέψει τον φόβο στις καρδιές της, μέχρι τότε ειρηνικής (τουλάχιστον από αυτή την άποψη) κοινωνίας, παρουσιάζεται ως σωτήρας και δίνει το δρόμο για τη λύτρωση. Έπειτα, απολαμβάνει τις ευλογίες και τα αγαθά του πλανημένου κοσμάκη και μπορεί να τον χειραγωγήσει σε απεριόριστο βαθμό.
    Εδώ μπορώ να παραθέσω μια ακόμα ιστορία, η οποία όμως δεν είναι δική μου: ένας ιεραπόστολος πήγε στη Γροιλανδία και βρήκε έναν Εσκιμώο που ζούσε μόνος του. Του είπε πως ένας αόρατος, παντοδύναμος θεός υπάρχει και θα ανταμείψει με αιώνια ζωή όσους τον ακολουθήσουν πιστά και αφιερώσουν τη ζωή του σε αυτόν. Χρειάζονται συνεχείς θυσίες, αποχή από τις απολαύσεις και τακτική εξομολόγηση. Ο Εσκιμώος τον ρώτησε τι γίνεται με όσους δεν είναι πιστοί του θεού αυτού. Κι ο ιεραπόστολος του εξήγησε πως αυτοί οι κανόνες αφορούν μόνο τους πιστούς. Όσοι δεν έχουν ακούσει γι' αυτά απλά θα κριθούν με βάση την καλοσύνη τους. Κι ο Εσκιμώος τελικά ρώτησε: "Τότε γιατί μου μίλησες για όλα αυτά;"
   Μια άλλη περίπτωση, αρκετά πιο περίπλοκη από την προηγούμενη, είναι αυτή με τον κόσμο της ιατρικής και τις φαρμακευτικές εταιρείες. Η πρώτη σκέψη που μπορεί να κάνει κανείς είναι: τα διοικητικά συμβούλια αυτών των εταιρειών-κολοσσών εύχονται για έναν κόσμο υγιή, στον οποίο τα φάρμακα δεν θα χρειάζονται; Όχι, διότι οι ίδιοι θα είναι άχρηστοι και θα βρεθούν απ' τα σαλόνια στ' αλώνια. Εκείνες οι εταιρείες επίσης δεν επιθυμούν μια τελειωτική θεραπεία σε μια ασθένεια, διότι αυτό θα έφερνε μείωση πελατείας. Βέβαια αυτή δεν είναι απόδειξη για τίποτε. Είναι απλά μια υπόθεση, η οποία βασίζεται στην ανθρώπινη απληστία και στην, καθόλου ουτοπική, στρατηγική για οικονομική ανέλιξη πατώντας επί πτωμάτων.
   Χρειάζεται όμως να ξεκαθαριστούν αρκετά πράγματα πρώτα. Δηλαδή στον πρωτόγονο κόσμο, όπου δεν υπήρχαν οι προαναφερθείσες εταιρείες και τα αντίστοιχα συμφέροντα, δεν υπήρχαν αρρώστιες; Υπήρχαν φυσικά και μάλιστα πολλές θανατηφόρες, οι οποίες σήμερα είναι εύκολα αντιμετωπίσιμες. Και δεν μπορώ να ισχυριστώ πως μπροστά σε μια επιδημία το αντίδοτο δεν είναι απαραίτητο. Ναι, ο άνθρωπος εξελίχθηκε και μαζί του εξελίχθηκε και η επιστήμη της ιατρικής, η οποία έφερε λύσεις σε πολλά προβλήματα, άλυτα μέχρι πρότινος. Το ερώτημα είναι το εξής: Τι άλλαξε από τότε; Έπαψαν να υπάρχουν ασθένειες; Η μαζική και αθρόα παραγωγή φαρμάκων έφερε μια κοινωνία άνοση και πανίσχυρη; Ούτε κατά διάνοια. Ενώ τα φάρμακα υπόσχονται υγεία, ο κόσμος είναι πολύ λιγότερο υγιής απ' όσο ποτέ.
   Βέβαια θαύματα δεν γίνονται. Τουλάχιστον όχι όπως τα έχουμε στο νου μας. Ακόμα κι αν υπήρχαν οι καλύτερες προθέσεις. Πόσο μάλλον τώρα που δεν υπάρχουν! Ίσως υπάρχουν λύσεις καλύτερες από πολλά φάρμακα, οι οποίες προϋποθέτουν μια φιλοσόφηση των πραγμάτων: να μην ψάχνουμε πώς καταπραΰνεται ο πόνος και το σύμπτωμα αλλά γιατί δημιουργήθηκε αρχικά. Αν βρεθεί η ρίζα του προβλήματος θα βρεθεί και ο κατάλληλος τρόπος αντιμετώπισης. Το πρόβλημα για εμάς τους ειρηνικούς χωρικούς είναι πως οι ήρωες πρώτοι ξύπνησαν το τέρας. Είναι συνεργάτες. Κι αν η βοήθειά τους πλέον, σύμφωνα με τα τωρινά δεδομένα, είναι πραγματικά κι αδιαμφισβήτητα σωτήρια, τα πράγματα θα μπορούσαν (και μπορούν) να είναι διαφορετικά με την πρόληψη. Δηλαδή αν το τέρας δεν βρει ποτέ το δρόμο προς το χωριό. Οι τρόποι αυτοί φυσικά προϋποθέτουν με τη σειρά τους μια ζωή πολύ πιο εγκρατή και φιλοσοφημένη από τον παραλογισμό που αποκαλούμε "φυσιολογική ζωή" σήμερα. Πλέον είμαστε τόσο μακριά από μια υγιή κοινωνία, μιας κι έχουμε πλανηθεί και χειραγωγηθεί βάναυσα σε απερίγραπτο βαθμό, ώστε η (καθ' όλα λογική) πορεία προς την υγεία μας φαίνεται γολγοθάς. Πρέπει να ξεβολευτούμε σ' έναν βαθμό που δεν ανεχόμαστε. Οπότε συμβιβαζόμαστε με την ιδέα της σημερινής κοινωνίας, σκύβουμε το κεφάλι υπακούοντας πειθήνια στις προσταγές των "απαραίτητων ηρώων" και δε σηκώνουμε ούτε το δαχτυλάκι για ν' αλλάξει κάτι στην ρουτίνα μας, πόσο μάλλον συνολικά στην κοινωνία.
    Ένα τρίτο παράδειγμα σχετίζεται με την μαζική ροή μεταναστών και προσφύγων παντού στην υφήλιο. Αυτή η ροή βαφτίστηκε πρόβλημα. Είναι μάλλον το τέρας της παραπάνω ιστορίας. Προσωπικά δε θεωρώ κανέναν άνθρωπο "πρόβλημα" απλά και μόνο επειδή υπάρχει, όμως οι συνθήκες ζωής που δημιουργούνται και στους μεν και στους δε είναι απαράδεκτες. Τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε στη φάση του σχεδίου όπου πλησιάζει η καταστροφή του χωριού: η ροή των προσφύγων/μεταναστών έχει γίνει τεράστια, η ανάγκη οδηγεί σε βίαιες λύσεις και πλέον τα βλέμματα του κοσμάκη είναι στραμμένα στην εν λόγω ροή. Οι "απαραίτητοι ήρωες", οι οποίοι φυσικά προτείνουν δραστικές λύσεις (τις οποίες έχουν μελετήσει προ πολλού), είναι αδιαμφισβήτητα οι ίδιοι που προκάλεσαν το πραγματικό ξύπνημα του πραγματικού τέρατος: του πολέμου. Επίσης, προκειμένου να έρθουν οι ίδιοι στα πράγματα σαν σωτήρες και να παρακαλάει η κοινωνία γι' αυτούς, είναι έτοιμοι να θυσιάσουν κάθε ειρήνη, κάθε ευημερία και κάθε ευτυχία σε κάθε φιλειρηνικό χωριό. Και ήδη έχουν σχεδιάσει τους επόμενους πολέμους έχοντας κάνει πολλές μυστικές συμφωνίες σε πολλά σκοτεινά δάση. Δεν πρέπει όμως κάπου να σταματήσει αυτός ο, φανερά αιματοβαμμένος, φαύλος κύκλος;
    "Ήρωες" όπως οι προαναφερθέντες είναι όσοι σχεδιάζουν με ακρίβεια και μυστικότητα να φέρουν μια καταστροφή, προκειμένου να είναι οι ίδιοι απαραίτητοι για την κοινωνία εκείνη. Έχουν οι ίδιοι ανάγκη την κοινωνία, όχι η κοινωνία αυτούς. Απλά όταν εμφανιστούν σαν σωτήρες, θα έχει προηγηθεί ήδη ένα τόσο καλοστημένο σκηνικό που τα μάτια όλων θα είναι στραμμένα στην καταστροφή και κανείς δεν θα μπορεί να υποψιαστεί την ανάμειξή τους σε όλα αυτά. Τέτοιου είδους μηχανορραφίες πρέπει να μένουν για πάντα μυστικές, διότι αλλιώς οι απαραίτητοι ήρωες θα βρίσκονταν ενώπιον των θυμάτων τους ως προδότες αντί για ήρωες. 

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Η Εποχή που Πέθανε το Επιχείρημα

Από τότε που ενηλικιώθηκα, και δυστυχώς πάνε πολλά χρόνια από τότε, μου κάνει ολοένα και αυξανόμενη εντύπωση ο τρόπος ανταλλαγής απόψεων και επιχειρηματολογίας που έχουμε (εμείς οι ενήλικες). Δεν ξέρω αν οφείλεται στην κρίση, την δική μας προσωπική κούραση ή αν πάντα έτσι ήταν τα πράγματα και απλά δεν το είχα παρατηρήσει.  Με ενοχλεί ιδιαιτέρως ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων υπάρχει μια θεαματική έλλειψη λογικής κατά την ανταλλαγή απόψεων κι επιχειρημάτων. Επιπλέον το ότι οι εμπλεκόμενοι βασίζονται στο λεκτικό τρικ που αποσκοπεί στο να κερδηθούν βραχυπρόθεσμες εντυπώσεις κι όχι στο πραγματικό επιχείρημα ώστε να πείσει ο ομιλητής για την θέση του και ότι δυστυχώς αυτό δεν περιορίζεται στο καφενειακό επίπεδο ποδοσφαιροκουβέντας αλλά υφίσταται σε όλη μας την πολιτική ζωή (με την αυθεντική σημασία της λέξης, δηλαδή της ζωής των πολιτών) ως και την κεντρική πολιτική σκηνή (με την καθημερινή σημασία της λέξης, τους πολιτικούς). Κι εξηγώ:
Μάλλιαζε η γλώσσα του καθηγητή μου στο λύκειο να μας εξηγεί τους τρεις τύπους επιχειρημάτων:
1) Επίκληση στην αυθεντία.  “Παίρνω αντιβίωση γιατί ο γιατρός μου είπε ότι η ασθένεια μου θα ιαθεί έτσι".
2) Ευφυολόγημα:  "Φάε όλο σου το φαγητό γιατί τα παιδάκια στην Αφρική δεν έχουν και πεινάνε".
3) Γεωμετρική απόδειξη: “Αφού γνωρίζουμε πως το άθροισμα των τετραγώνων των δύο καθέτων ισούται με το τετράγωνο της υποτείνουσας, άρα εάν γνωρίζουμε τις δύο κάθετες μπορούμε να υπολογίσουμε την υποτείνουσα”.
Το πρόβλημα με τους δύο πρώτους τρόπους επιχειρηματολογίας είναι ότι σπανίως αποτελούν απόδειξη. Μα και ο τρίτος τρόπος ελλοχεύει αρκετούς κινδύνους. ..
Το δεύτερο που μάλλιασε η γλώσσα του καθηγητή μου να μας μάθει είναι η διαφορά είδησης και σχολιασμού. "Βρέχει" (είδηση). "Βρέχει καρεκλοπόδαρα" (σχολιασμός). Εδώ βρίσκεται και το πρόβλημα με τον τρίτο τρόπο απόδειξης επιχειρήματος. Ότι χρησιμοποιούνται “προσωπικοί σχολιασμοί” που περνάνε από εμάς άκριτα ώς ειδήσεις-επιχειρήματα και στηρίζεται η θέση του καθενός. Για παράδειγμα “η διαιτησία υποστηρίζει την τάδε ομάδα (σχολιασμός ξεκάθαρα, όμως περνάει σαν επιχείρημα), ο δείνα διαιτητής είναι γνωστός υποστηρικτής της τάδε ομάδας (επίσης 100% προσωπικός σχολιασμός) άρα ΔΕΝ ήταν πέναλτι”. Παρατηρούμε εδώ ότι τελικά η θέση “δεν ήταν πέναλτι” παρότι φαίνεται να αποδεικνύεται γεωμετρικά, δεν συνοδεύεται από κανένα απολύτως πραγματικό επιχείρημα παρά από δύο προσωπικούς σχολιασμούς. Αν μεταφέρουμε τώρα το άκρως ανούσιο παράδειγμα στο πως προσπαθεί να μας πείσει ένας πολιτικός για την χρησιμότητα ενός νομοσχεδίου αποκτάει αμέσως πολύ περισσότερη σημασία η διάκριση γεγονότος-είδησης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση γεωμετρικής απόδειξης και προσωπικού σχολίου.
Στις μέρες μας δυστυχώς βλέπουμε κουβέντες να γυρνάνε γύρω από το ποιος θα φωνάξει δυνατότερα, ποιος θα κάνει πιο εύστοχη επίκληση στο θυμικό μας ή στην καλύτερη το ποιος θα πει την μεγαλύτερη εξυπνάδα ώστε να αναφωνήσουμε οι υπόλοιποι λες και είμαστε στο δημοτικό: “Ωωωωωω τι του είπεεεεεε”. Ακόμη κι εάν προσπαθήσει κάποιος να επιχειρηματολογήσει σωστά το πιθανότερο είναι ότι δεν θα τον αφήσουν οι συνομιλητές του να ολοκληρώσει τη σκέψη του ή χειρότερα θα μας κουράσει και θα χάσουμε το ενδιαφέρον μας. Με αυτόν τον τρόπο όμως συνηθίζουμε ένα νοητικό “fast food”. Θέσεις που αποδεχόμαστε ή απορρίπτουμε με συνοπτικές διαδικασίες χωρίς ποτέ να αναλύσουμε πραγματικά τα επιχειρήματα. Προφανώς δεν έχει μεγάλο νόημα να αναλύσουμε διεξοδικά και με επιχειρήματα το που θα βγούμε, τι θα φάμε ή τι θα φορέσουμε. Έχει όμως πολύ μεγάλη σημασία για πιο σημαντικά ζητήματα της ζωής μας κι επειδή βομβαρδιζόμαστε από ΜΜΕ τα οποία κάνουν ότι μπορούν για να “σκεφτούν αντί για εμάς” και να μας αποβλακώσουν ακόμη περισσότερο πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο εγκέφαλός μας είναι σαν ένας μυς, εάν τον έχουμε σε αχρησία ατροφεί. Πρέπει να τον προπονήσουμε να σκέφτεται κριτικά και πιστεύω ότι εάν ξεκινήσουμε οι ίδιοι στις κουβέντες μας να απαιτούμε τόσο από τον εαυτό μας όσο και από τους συνομιλητές μας σοβαρά, στιβαρά επιχειρήματα θα ήταν μία αρκετά καλή αρχή για μία συνολική άνοδο του επιπέδου συνομιλιών κοινωνία μας. Στο κάτω κάτω τι είναι η κοινωνία παρά ένας καθρέφτης μας;

Έγραψε ο Σκεπτικός


Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Βολικές Ψευδαισθήσεις

   Το ανθρώπινο είδος, το πιο λογικό κι εξελιγμένο στον πλανήτη μας, αρέσκεται στο να ζει με βολικές ψευδαισθήσεις. Το για ποιον είναι βολικές θα το δούμε. Πάντως είναι με βεβαιότητα ψευδαισθήσεις. Ας αναφερθώ σε δύο απ' αυτές.
   Η πρώτη είναι πως το ανθρώπινο γένος έχει πειστεί πως έχει εχθρούς ολόκληρες εθνότητες. Πως ο Αμερικάνος έχει εχθρό έναν Ιάπωνα, ο Έλληνας έναν Τούρκο, ο Πολωνός έναν Γερμανό κτλ. Τι σημαίνει εχθρός; Αυτός που εμένα προσωπικά με μισεί και θα ήθελε να με βλάψει. Βέβαια όταν αναφερόμαστε σε μια εθνότητα ως εχθρική, αυτό που φανταζόμαστε είναι ένα σημείο στο χάρτη. Όχι ανθρώπους. Διότι αν εγώ είχα τη δύναμη να φανταστώ ένα εκατομμύριο διαφορετικούς ανθρώπους, από τους οποίους κάνει ο καθένας τη ζωή του, έχει ο καθένας τις έγνοιες και τα προβλήματά του, έχει μια οικογένεια να θρέψει κι αγνοεί παντελώς την ύπαρξή μου (μπορεί να μην γνωρίζει προσωπικά ούτε έναν Έλληνα) δεν θα ήταν καθόλου λογικό να τους φανταστώ ως εχθρούς μου. Διότι αν έβλεπα οποιονδήποτε από αυτούς τους ανθρώπους μπροστά μου στο δρόμο δε θα ένιωθα κανέναν κίνδυνο και καμία απειλή απ' αυτούς. Την απειλή θα τη νιώσω μόνο όταν βρεθώ στο πεδίο της μάχης, όπου το ίδιο θα νιώσουν κι αυτοί. Θα αναγκαστούμε -ανωτέρα βία- να πολεμήσουμε ο ένας τον άλλον.
   Αν σου ζητήσω, βάζοντάς σου το πιστόλι στον κρόταφο, να σκοτώσεις τον πρώτο περαστικό που θα βρεις μπροστά σου και την ίδια απειλή κάνω και σ' αυτόν εναντίον σου, τότε θα είναι αυτός ο εχθρός σου; Ή μήπως θα είμαι εγώ, που θέλω να πάρω τη ζωή σου; Φαντάσου το αυτό σε επίπεδο εθνοτήτων. Κάποιος με αναγκάζει με τη βία να πολεμήσω μέχρι θανάτου με κάποιον που δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου και δεν έχω τίποτα να χωρίσω. Αν δεν πάω θα με στείλει -πάντα με το γράμμα του νόμου- στη φυλακή, στην εξορία ή και σε άλλες χώρες στο ικρίωμα. Ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός μου;
   Και κάποια στιγμή θα αναρωτηθώ: γιατί πολεμάω; Στο πεδίο της μάχης δε βρίσκεται καμιά πατρίδα. Το μόνο που βρίσκεται είναι αίμα, θάνατος και διαμελισμένα πτώματα. Καμία δόξα, κανένας θρίαμβος. Ο θρίαμβος υπάρχει σε αυτούς που προετοίμασαν και έστησαν τον πόλεμο και τα οικονομήσανε. Διότι το καθένα από τα όργανα του θανάτου, τα όπλα, που θα χρησιμοποιήσεις για να σφαχτείς εσύ με τον άγνωστο, έχει πάνω του μια ταμπελίτσα με τιμή. Από το αεροπλάνο και το άρμα μάχης μέχρι και την μικρότερη σφαίρα. Όλα κοστίζουν κάτι. Αν βάλεις αυτή την μικρή αλήθεια στο κεφάλι σου καταλαβαίνεις για ποιον λόγο γίνονται (και έχουν γίνει μέχρι τώρα) όλοι οι πόλεμοι. Όλο το κόλπο είναι στο στήσιμο του πολέμου, το οποίο γίνεται τόσο αριστοτεχνικά ώστε ο πονηρός πολεμοκάπηλος μένει αόρατος ενώ επί δεκαετίες ανάβει το μίσος στις καρδιές φαινομενικά αθώων, απλών ανθρώπων. Εδώ η ψευδαίσθηση είναι βολική για τα μεγάλα αφεντικά που προετοίμαζαν τα όπλα για χρόνια, μέτρησαν τα χοντρά ματσάκια με τα λεφτά, όπλισαν το χέρι σου απειλώντας σε με κάθε τρόπο και σε έβαλαν να σφαχτείς (έχοντας βάλει και 2-3 εμβατήρια για το φαντασμαγορικό της υπόθεσης) με αγνώστους που δέχτηκαν τις ίδιες απειλές για σένα. Πού χωράει η έννοια της πατρίδας και της δόξας σε αυτήν την απλή αλήθεια;
   Μια άλλη βολική ψευδαίσθηση, αυτή λιγότερο αιματοβαμμένη ας πούμε, είναι αυτή των συνωμοσιολόγων. Δεν αναφέρομαι βέβαια σε επιστήμονες που επί χρόνια σωρεύουν αποδείξεις και βγάζουν συμπεράσματα για το σαθρό παγκόσμιο πολιτικοοικονομικό σύστημα. Αναφέρομαι σε ανθρώπους που αραδιάζουν τη μια τερατολογία πίσω απ' την άλλη χωρίς καμία απόδειξη. Φυσικά εμείς οι υπόλοιποι ζαλιζόμαστε από το πόσοι τόνοι αποδείξεων θα χρειάζονταν για να στηριχθούν σοβαρά τέτοιες ιδέες. Τέλος πάντων. Ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή.
   Όσο ήμαστε παιδιά, ήταν πολύ βολικό για τους γονείς μας να μας παραμυθιάζουν για να αποφεύγονται οι πολλές εξηγήσεις, οι πικρές αλήθειες και οι αμήχανες στιγμές. Γι' αυτό υπήρχαν τα παραμύθια και τα μυθικά πλάσματα, όπως π.χ. ο Άι-Βασίλης. Ένα στάδιο ωρίμανσης είναι το να αποτινάξει κανείς από πάνω του αυτό το "μαγικό πέπλο" του παραμυθιού και να επιστρέψει στην πραγματικότητα. Όταν αυτό γίνει, η ματιά γίνεται ρεαλιστική και η λογική πρυτανεύει. Πολλοί συνάνθρωποί μας όμως δεν πέρασαν από αυτό το στάδιο. Έμειναν στα παραμύθια, τα οποία ποτέ δεν αποτίναξαν από πάνω τους, μόνο που τα έκαναν πιο περίπλοκα και πιο θελκτικά για τον εγκέφαλο ενός ενήλικα. Πλέον υπάρχει μια "Νέα Τάξη Πραγμάτων" (οι θιασώτες αυτής δεν ορίζουν και δεν νοιάζονται για το ποια ήταν η "Παλιά Τάξη Πραγμάτων" ούτε για το πόσο σαθρή ήταν η κοινωνία και παλιότερα), υπάρχουν οι Σιωνιστές, οι Ρόκφελερ, οι Ρότσιλντ (ή Ρόθτσιλντ), μασόνοι, Εβραίοι, μεγάλα λόμπι, αεροψεκασμοί και το κακό συναπάντημα. Όσο κι αν παραδέχομαι πως υπάρχουν ψήγματα αλήθειας σε κάτι από όλα αυτά, βλέπω πως οι θεωρίες αυτές είναι απλά βολικές ψευδαισθήσεις που βάζουν μπροστά τους αυτές οι μεγάλες μερίδες συνωμοσιολόγων. Για ποιους βολικές; Για τους ίδιους.
   Σκεφτείτε το εξής: ένα παιδάκι έχει μπροστά του μια τεράστια ζωγραφιά παραμυθιών. Ξαφνικά, εκεί που την κοιτά ανέμελο και χαρούμενο, εκείνη εξαφανίζεται και βλέπει μπροστά του έναν τοίχο, άχρωμο και μουντό. Το σοκ θα είναι μεγάλο και η απελπισία μεγάλη. Θα πρέπει να αποδομήσει ένα μεγάλο μέρος της πραγματικότητας όπως την ήξερε. Αυτό σε επίπεδο ενηλίκων θα σήμαινε να αποτινάξει κάποιος από πάνω του τις συνωμοσιολογίες και να δει την αλήθεια κατάματα. Τι θα έβλεπε; Μια ατέλειωτη στρατιά γραφειοκρατών, απατεώνων, άπληστων ανθρωπάκων που τσαλαπατούν την ανθρώπινη ζωή, που πατούν επί πτωμάτων για μια θέση στον ήλιο κι ένα σινάφι μεγαλοκαρχαριών και των εταιρειών τους, που εκμεταλλεύονται τη ζωή μας από το Α ως το Ω της για να κερδοσκοπήσουν.
   Οι ψεκασμένοι λοιπόν αυτοί συνάνθρωποί μας προτιμούν να ζουν στο παραμύθι τους για να αποφύγουν να δουν κατάματα την αλήθεια, η οποία είναι σκληρότερη. Προσπαθούν να αγνοήσουν τον δαιδαλώδη λαβύρινθο μπροστά τους για να μη χρειαστεί να μπουν μέσα του. Είναι πολύ ευκολότερο να αναμασά κανείς ένα παραμύθι, να ζει μέσα του για δεκαετίες, να το διδάσκει στα παιδιά του και να αγνοεί ή να υπονομεύει κάθε απόδειξη για το αντίθετο. Βέβαια αυτή η ψευδαίσθηση είναι βολική και για τους προαναφερθέντες μεγαλοκαρχαρίες, διότι μια συσσωρευμένη επανάσταση εναντίον τους θα τους κόστιζε τα πάντα. Οπότε βολεύονται με το να υποδαυλίζουν μύθους περί σκοτεινών μυστικών τάξεων πάμπλουτων Εβραίων που θέλουν την παγκόσμια κυριαρχία.
   Οπότε και οι δυο πλευρές έχουν "πετύχει" τον στόχο τους και οι ψεκασμένοι παραμένουν blissfully ignorant, που λέμε αγγλιστί. "Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι" λέει το "ιερό" βιβλίο της Αγίας Γραφής. Ώρες-ώρες αναρωτιέμαι αν είναι αλήθεια. Αν το να ζει το παραμύθι κάποιος είναι πιο χρήσιμο, πιο όμορφο, πιο αξιόλογο. Να το ζει κανείς ή να μην το ζει;
    

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Οι προς εμάς Οφειλές

   Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει πραγματικά αποτραβηχτεί μακριά από την φύση του. Αυτό συνέβη επειδή απότομα έχουμε σταματήσει να πολεμάμε καθημερινά για την επιβίωσή μας. Ξεκινώντας από την στέγαση, τη διατροφή, την ασφάλεια από φυσικούς παράγοντες και την γενική αποξένωση από τη φύση, είναι εύστοχο να πει κανείς πως ζούμε σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον μέσα στην αυστηρά ανθρώπινη κοινωνία. Οι επαφές μας με τη φύση και με τους πάσης φύσεως κινδύνους έχουν μειωθεί αισθητά.
   Εδώ θα αναρωτηθεί κανείς: και πού είναι το κακό; Θα έπρεπε να βγουν οι δικλείδες ασφαλείας που με τόσο κόπο έχουν εγκατασταθεί στη ζωή μας; Θα έπρεπε να αποζητήσουμε αυτή την ελευθερία, αυξάνοντας τα ποσοστά θνησιμότητας και μειώνοντας το προσδόκιμο ζωής, το οποίο ολοένα και αυξάνεται; Η απάντησή μου είναι όχι. Η εξέλιξη και η τεχνολογία έχουν φέρει πολλά καλά, τα οποία δεν πρέπει να αγνοούμε. Όμως τα πράγματα δεν είναι ασπρόμαυρα. Τα παραπάνω έχουν και την αρνητική τους πλευρά: ο άνθρωπος δεν δοκιμάζεται καθημερινά, οπότε έχει χάσει την επαφή με την ανάγκη του για επιβίωση.
   Μπορώ να κάνω κάποιες εικασίες για την ψυχοσύνθεση ενός ανθρώπου που αγωνίζεται να επιβιώσει. Πρώτον, είναι αυστηρά λογικός. Όταν καθημερινά πολεμάει για να ζήσει και τα καλούδια της σύγχρονης κοινωνίας δεν υπάρχουν, αυτόματα οι περισσότερες ψυχικές ασθένειες μένουν μακριά: κατάθλιψη, τάσεις αυτοκτονίας κ.α. Η υγιής ενασχόλησή του με την επιβίωση φέρνει αυτά τα αποτελέσματα. Έπειτα η σωματική του υγεία, η οποία είναι συνυφασμένη με την πνευματική, είναι σαφώς καλύτερη. Το σώμα είναι γυμνασμένο, το λίπος λιγότερο, τα συστήματα του ανθρώπινου σώματος πιο λειτουργικά.
   Αντίθετα, η τρυφηλή και άνετη ζωή φέρνουν κάθε είδους αναταραχές στην σωματική και πνευματική μας υγεία: η έλλειψη εξάσκησης φέρνει προβλήματα παχυσαρκίας, προβλήματα στο κυκλοφορικό, θρομβώσεις, εμφράγματα, προβλήματα στο αναπνευστικό και μυικό σύστημα και άλλα αυτονόητα ίσως. Αλλά αυτή είναι μάλλον η κορυφή του παγόβουνου, διότι οι ψυχικές ασθένειες που μαστίζουν τις (δυτικές κυρίως) κοινωνίες αποκλείεται να είναι άσχετες με την πλαδαρότητα της ύπαρξής μας. Η ζωή έπαψε να είναι το πολύτιμο αγαθό για το οποίο πολεμάμε καθημερινά, διότι είναι κάτι δεδομένο, οπότε και η σκέψη μας έπαψε να είναι τόσο λογική. Αν εξηγούσαμε με σαφήνεια σε έναν άνθρωπο που ζει στη φύση και πολεμά για την επιβίωσή του τα καλά και τα κακά του καπνίσματος, της παχυσαρκίας, του οινοπνεύματος, της καθιστικής ζωής κτλ. θα τα απέρριπτε γελώντας. Γιατί; Διότι είναι λογικός. Κάθε σκέψη του έχει να κάνει με την επιβίωσή του. Ακριβώς όπως και τα ζώα. Τελικό συμπέρασμα; Η έλλειψη ανάγκης για επιβίωση μας έχει κάνει λιγότερο λογικούς από τους υπόλοιπους οργανισμούς, τους οποίους ρατσιστικά (σπισιστικά πιο επίσημα) θεωρούμε κατώτερους.
   Και η εύλογη επόμενη ερώτηση είναι: και τι να κάνουμε εμείς, οι άνθρωποι που ζούμε στην προστατευτική γυάλα της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας, οι οποίοι αρνούμεθα να βγούμε στη φύση και να ζήσουμε όπως ζούνε τα άγρια θηρία; Να αγωνιστούμε από το μετερίζι μας, η απάντηση. Να ανακτήσουμε τη λογική που έχουμε χάσει από εκεί που στεκόμαστε. Γι'αυτό η πρώτη ανάγκη είναι να μετατραπούμε από αμπελοφιλόσοφους σε φιλόσοφους. Να βάλουμε ένα "γιατί" σε κάθε μας πράξη και να υπολογίζουμε τα υπέρ και τα κατά. Αλλά αυτή είναι μόνο η αρχή.
   Ενώ η σύγχρονη κοινωνία απαιτεί να αφήνουμε να λυθούν τα προβλήματα από εξωτερικούς παράγοντες (γιατροί, ψυχολόγοι, διατροφολόγοι κτλ.), πρέπει να εφαρμόσουμε το "συν Αθηνά και χείρα κίνει". Όχι να ακυρώσουμε τις αξιοσέβαστες αυτές επιστήμες και την αδιαμφισβήτητη αξία τους. Αλλά πριν απευθυνθούμε σε αυτές και αντί να εναποθέσουμε την ασφάλειά μας σε αυτούς να γίνουμε εμείς οι γιατροί και διατροφολόγοι του σώματός μας και οι ψυχολόγοι και ψυχίατροι του πνεύματός μας. Σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον.
   Πώς θα γίνει αυτό; Μα με τη μέθοδο που εξελίσσεται κάθε επιστήμη φυσικά. Με τον πειραματισμό, την προσεκτική ανάλυση και την εξαγωγή συμπερασμάτων. Πρέπει να μάθουμε να συσχετίζουμε κάθε ενέργεια με το αντίστοιχο σύμπτωμα. Εγώ, ως γιατρός του σώματός μου, πρέπει να έχω τις βασικές γνώσεις για το τι με βλάπτει και τι με ωφελεί. Ακόμα πιο επιτακτικά πρέπει να είμαι διατροφολόγος του σώματός μου. Εφόσον έχω μια διατροφική ρουτίνα, πρέπει να ρωτάω το σώμα μου τι το βλάπτει, τι το ωφελεί και πώς νιώθει μετά την πρόσληψη οποιασδήποτε ουσίας. Να νιώθω το σώμα μου και τις συνέπειες των ουσιών που λαμβάνω. Έτσι θα γίνει αυστηρά λογικός και θα αφήσω τους ρομαντισμούς/συναισθηματισμούς, οι οποίοι είναι μεν θεμιτοί σε άλλα πεδία αλλά όχι στην διατροφή μου. Έτσι θα καταφέρω να κόψω το κάπνισμα, ίσως τον καφέ και το αλκοόλ και να φέρω τα επιθυμητά μακροχρόνια αποτελέσματα στο σώμα μου.
   Έπειτα, ως ψυχολόγος του σώματός μου, οφείλω να αναγνωρίζω τι ωφελεί το πνεύμα μου και τι το βλάπτει. Να απομακρυνθώ από παράγοντες που βλάπτουν την ψυχική μου υγεία, μου προκαλούν νεύρα, μου ρίχνουν την ψυχολογία, μου προκαλούν ξεσπάσματα και εθισμούς, σοκ και ψυχολογικά τραύματα. Αυτό προϋποθέτει να απομακρυνθώ από ανθρώπους που θεωρώ δεδομένους, καταστάσεις και συνήθειες που με βλάπτουν, καθώς κι από νοσηρά περιβάλλοντα, τα οποία είχα συνηθίσει και αποδεχτεί εις βάρος της υγείας μου.
   Το αστείο είναι πως όποιος νοιάζεται για την υγεία του χλευάζεται από το σύνολο της κοινωνίας, θεωρείται τρελός. Οι περισσότεροι έχουν την εντύπωση πως μόνο οι ηλικιωμένοι πρέπει να νοιάζονται για την υγεία τους: οι υπόλοιποι έχουν ανοσία σε θέματα υγείας. Μπορούν να είναι ασύδοτοι και υπερβολικοί μέχρι τα γεράματά τους και τότε ξαφνικά θα αναστρέψουν τα πάντα. Τότε. Σε ένα αόριστο, απροσδιόριστο μέλλον. Το οποίο ποτέ δεν έρχεται. Και κάθε ασθένεια ή πρόβλημα οφείλεται στην κακή τύχη, στο θέλημα του θεού ή των άστρων και έρχεται ως μοιραίο κι αναπότρεπτο.
   Οφείλω να επαναλάβω το εξής: ακόμα κι ένας άνθρωπος λογικός, που ασχολείται σε πρώτο επίπεδο με την υγεία του, σωματική και πνευματική, σέβεται τις επιστήμες και τα ευρήματά τους και σε δεύτερο επίπεδο (δηλαδή όποτε υπάρξει ανάγκη η οποία δεν καλύπτεται από προσωπική έρευνα και εμπειρία) οφείλει να απευθυνθεί σε αυτές.
   Αυτές ήταν οι σκέψεις ενός μη ειδικού που θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για το σώμα και το πνεύμα του. Που θεωρεί πως η λογική συμβαδίζει με την υγεία, ενώ η άγνοια με την ανευθυνότητα και τη μοιρολατρία. 

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Η Χώρα των Στρατόκαβλων

   Ζούμε σε μια χώρα που μαστίζεται από την παράνοια. Όπως στο θερμόμετρο το μέτρο είναι οι θερμοκρασίες που το νερό παγώνει και βράζει, έτσι πολλοί συμπολίτες μας έχουν για μέτρο το αν υπηρέτησες την πατρίδα, πού, πότε και πώς. Αν πήγες στρατό έχεις (ή μάλλον σου παραχωρούν) το δικαίωμα να μιλάς, να δουλεύεις, να υπάρχεις. Αλλιώς; Αλλιώς τα πράγματα είναι δύσκολα για σένα. Δεν δικαιούσαι να λες πως είσαι άντρας, θα πρέπει να σου στερηθούν τα πολιτικά δικαιώματα, να σε κρεμάσουν, να σε στείλουν εξορία, να σε απελάσουν. Αυτά είναι τα ευγενικότερα σχόλια. Το να πας στρατό είναι κατ' αυτούς το εισιτήριό σου στη ζωή.
   Πριν συνεχίσω ας εξηγήσω κάτι για να μην παρεξηγηθώ (αν και αυτό είναι μάλλον αναπόφευκτο). Υπηρέτησα ως δόκιμος έφεδρος αξιωματικός τεθωρακισμένων στα σύνορα (ας μην ξεχνάμε πως αν δεν είχα υπηρετήσει δεν θα είχα δικαίωμα λόγου). Στο στρατό γνώρισα κι ανθρώπους εξαίρετους, λογικούς και δίκαιους, τους οποίους θυμάμαι ακόμα με χαμόγελο κι είμαι σίγουρος πως υπάρχουν πολλοί περισσότεροι. Δεν αναφέρομαι στο σύνολο, αλλά στην πλειοψηφία των συμπολιτών που έχουν ως γνώμονα των πάντων τον στρατό. Συνεχίζω.
   Το επόμενο βήμα στη "συζήτηση" με στρατόκαβλους είναι να σου απαριθμήσουν το πώς πέρασαν στον στρατό, πώς έκαναν τις καλύτερες κοπάνες, λούφες και μαντραπήδες (εκείνοι οι υπέρμαχοι του στρατού πάντα) και πώς έβαζαν τα κορόιδα να τους κάνουν την αγγαρεία. Όταν τους επισημαίνεις πως οι ίδιοι υποτιμούν τον θεσμό που προλίγο εκθείαζαν, ξαφνικά ξυπνάνε και απαριθμούνε τα ανδραγαθήματά τους στην πατρίδα, που συνήθως εμπεριέχουν κάποια δακρύβρεχτη υποστολή σημαίας κάποιο σούρουπο, κάποτε, κάπου.
   Αφού σου έχουν αποδείξει πως είναι παλικάρια, συνεχίζουν διεκδικώντας το αναφαίρετο δικαίωμά τους στο να κατακρίνουν τους πάντες και τα πάντα λέγοντας πως πάνω απ' όλα σεβόμαστε το στρατό (ναι, εκείνο το μέρος στο οποίο πριν παραδέχονταν ότι λούφαραν). Διότι συνήθως οι πιο γκρινιάρηδες, παραπονιάρηδες, "ευαίσθητοι" (βυσματο)φαντάροι είναι εκείνοι που αγαπάνε περισσότερο το στρατό. Έτσι τον έμαθαν μάλλον. Ως παιδιά φυσικά στο μυαλό τους είχαν τις μεγάλες στιγμές, όχι τις κουραστικές, βαρετές, ψυχοφθόρες λεπτομέρειες. Αυτό περίμεναν, αυτό απαίτησαν, αυτό πήραν εις βάρος των υπολοίπων. Περίμεναν δοξασμένες παρελάσεις και τους περίμενε η σκούπα και η σφουγγαρίστρα. Κι όταν απολύθηκαν ένιωσαν οι πιο μάχιμοι, οι πιο υπέροχοι, γενναίοι και μεγάλοι απ' όλους.
   Πλέον δικαιούνται να κατακεραυνώνουν ακόμα κι εκείνους που ντύνονται στρατιώτες στα καρναβάλια, ισχυριζόμενοι πως "πρέπει να τιμάμε τα ρούχα αυτά, όχι να τα ντροπιάζουμε". Πρώτον, υπαινίσσεσαι ανοιχτά πως το μασκάρεμα είναι ντροπή, οπότε τι έχεις να πεις για τα υπόλοιπα επαγγέλματα που "διακωμωδούνται"; Η νοσοκόμα, εκείνη που γηροκόμησε την μητέρα σου με υπομονή που εσύ δεν είχες, εκείνη που φρόντισε ίσως τον αδερφό σου όταν τράκαρε με το μηχανάκι, εκείνη που σε ξεγέννησε, είναι αποδεκτό κατά τη γνώμη σου να διακωμωδείται. Η στρατιωτική στολή όμως όχι. Κι ας είσαι τέρμα άσχετος με τους στρατιωτικούς κανονισμούς, σύμφωνα με τους οποίους μόνο τα στρατιωτικά διακριτικά απαγορεύεται να δημοσιεύονται ή να παραποιούνται. Ναι, εκείνα τα διακριτικά που έβγαλες φωτογραφία από το "τανκς" που μόστραρες για να πάρεις likes. Ναι, εκείνα απαγορεύεται. Ο ίδιος, αφού έχεις καταπατήσει τους στρατιωτικούς κανονισμούς, ενοχλείσαι από κάποιους που δεν τους παραβίασαν!
   Είμαστε το έθνος των στρατόκαβλων. Το έθνος αυτών που αγαπάνε υπερβολικά το στρατό, που υπερηφανεύονται για την γενναιότητά τους, που καταδικάζουν τους Σύριους που θέλουν να σώσουν την οικογένειά τους από την φονική μανία του εμφυλίου στη χώρα τους και, όλως παραδόξως, των έθνος εκείνων που έτρεξαν στις τράπεζες τον Ιούνιο του 2015 (πάντα με την γνωστή γενναιότητα) να πάρουν τα λεφτουδάκια τους όταν ακούστηκε κάτι για δημοψήφισμα. Η γενναιότητα είναι καθήκον των άλλων, μην ξεχνιόμαστε. Οι υποχρεώσεις δικές τους, τα δικαιώματα δικά μας.
   Συχνά κάποιοι από τους συμπατριώτες μας που ζούνε για χρόνια στο εξωτερικό, έχοντας ξεχάσει το χάος του κράτους μας, ενώ απολαμβάνουν κάθε παροχή και κάθε δικαίωμα της χώρας στην οποία ζούνε, εκθειάζουν τα στρατά μας, τη λεβεντιά μας (η οποία πραγματικά μπορεί να φανεί στην καθημερινότητα κάποιου, όχι στην στρατιωτική του παρέλαση), παίρνοντας με κάθε ανάσα και μια πρέζα "εθνικό φρόνημα". Δεν χρειάζονται τίποτα άλλο παρά εθνικό φρόνημα. Οι κρεμάλες που υπόσχονται κι αυτές είναι υπέρ του εθνικού φρονήματος. Οι σφαγές σε έναν επεκτατικό πόλεμο που εύχονται να γίνει (από άλλους φυσικά) είναι κι αυτές θυσίες υπέρ του εθνικού φρονήματος. Διότι το εθνικό φρόνημα τρέφει, μεγαλώνει και αποκοιμίζει τα "περήφανα τέκνα" από τα γεννοφάσκια τους μέχρι το τέλος. Το εθνικό αυτό φρόνημα είναι εθισμός. Εθισμός που δικαιολογεί τα πάντα. Κι αν ακούσουμε και κάποιον να λαϊκίζει ή να ψευτομιλάει καθαρευουσιάνικα και "αρχαία", πάμε στο τσακίρ κέφι. Ούτως είθισται στην χώρα των στρατόκαβλων.    

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Η Ταύτιση με τον Πρωταγωνιστή

   Σε ένα βιβλίο (ή αντίστοιχα σε μια ταινία) ένας σημαντικός, ίσως ο σημαντικότερος τρόπος να κερδίσει κανείς τον αναγνώστη/θεατή είναι να τον κάνει να ταυτιστεί με τον πρωταγωνιστή ή έναν από τους πολλούς, αν υπάρχουν. Ταυτίζομαι, σε επίπεδο βιβλίου/ταινίας σημαίνει να καταλαβαίνω τη ζωή, τον χαρακτήρα και τον συναισθηματικό κόσμο ενός πρωταγωνιστή σε τέτοιο βαθμό, ώστε να νιώθω ένα μαζί του. Αποτέλεσμα είναι να δεθώ συναισθηματικά μαζί του, να προβληματίζομαι μαζί του, κοντολογίς να βγαίνω από την δική μου καθημερινότητα και ζωή και να εισέρχομαι στη δική του ξεχνώντας οτιδήποτε συμβαίνει σε μένα. Αν κάποιο βιβλίο/ταινία καταφέρει να το κάνει αυτό, έχει κερδίσει το κοινό του/της. Έχει πετύχει.
   Αποτέλεσμα αυτού είναι πολλές φορές να νιώθουμε ότι έχουμε δεθεί με ένα βιβλίο, μας έχει συναρπάσει και οι υπόλοιποι δεν μας καταλαβαίνουν. Πολλές φορές βέβαια ούτε οι ίδιοι δεν καταλαβαίνουμε γιατί νιώσαμε τόσο έντονα πράγματα κι έχουμε τέτοιες αναμνήσεις από μια ταινία, η οποία μπορεί αντικειμενικά να είναι κακή. Αν συνειδητοποιήσουμε την αόρατη αυτή προσπάθεια του συγγραφέα/σκηνοθέτη/σεναριογράφου να μας κερδίσει, μπορούμε να καταλάβουμε πολλά και για το ποιόν της ταινίας. Συγκεκριμένα μπορούμε ενσυνείδητα να καταλάβουμε αν μια ταινία απευθύνεται σ' εμάς ή όχι. Αλλιώς αυτό θα γίνει υποσυνείδητα και ίσως ταυτιστούμε ή την απορρίψουμε χωρίς να καταλάβουμε το γιατί.
   Στα παιδικά βιβλία/ταινίες ο πρωταγωνιστής είναι 90% παιδί. Αλλιώς είναι ενήλικας, ο οποίος όμως ζει και σκέφτεται σαν παιδί. Έτσι ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή γίνεται απόλυτα κατανοητός από ένα παιδί, το οποίο αιχμαλωτίζεται από εκείνο το διαφορετικό, μαγικό σύμπαν και εύκολα ζει μέσα του. Ξεχωρίζω δύο περιπτώσεις: πρώτη εκείνη στην οποία υπάρχει ρεαλισμός και συνήθως το παιδί ζει σε ένα καταπιεστικό, προβληματικό περιβάλλον. Η κατάσταση είναι ή εντελώς στατική, χωρίς πολλά περιθώρια διαφυγής ή απότομα ανατρεπτική και το παιδί βρίσκει ένα ευτυχισμένο μέλλον μπροστά του. Δεύτερη εκείνη που διακατέχεται από σουρεαλισμό και το παιδί-πρωταγωνιστής, που συνήθως είναι φιλοπερίεργο, ζει σε φανταστικούς. υπέροχους κόσμους και ο αναγνώστης, αιχμαλωτισμένος από εκείνο το υπέροχο σύμπαν, λατρεύει τον πρωταγωνιστή (αν και η δράση δεν σχετίζεται τόσο με την ψυχοσύνθεσή του) και ταυτίζεται μαζί του.
   Άλλα τρανταχτά παραδείγματα: σε ταινίες (ή βιβλία) όπου το target group είναι γυναικείο, μπορούμε να δούμε διάφορους τύπους γυναικών σε αυτές. Υπάρχει η πρωταγωνίστρια-θύμα, η οποία καταπιέζεται από την οικογένειά της, από τον σύντροφό της ή από την κοινωνία, φοβάται πολλά, ελπίζει πολλά και φυσικά θέλει να αλλάξει ζωή. Ζει πολύ με την φαντασία και τα όνειρά της. Έπειτα, υπάρχει η ανεξάρτητη γυναίκα, η οποία αντιμετωπίζει στα ίσα τις απειλές, τα προβλήματα και τους ανθρώπους γύρω της με ένα θάρρος και μια αποφασιστικότητα που κάνει πολλές γυναίκες να θέλουν να της μοιάσουν. Και στις δύο περιπτώσεις, όπως και στις αναρίθμητες άλλες, υπάρχουν πολλές γυναίκες που θα ταυτίζονταν με αυτές.
   Άλλο παράδειγμα είναι ο σκληροτράχηλος (badass) πρωταγωνιστής. Είναι δυναμικός, αμείλικτος, αντιμετωπίζει άφοβα δύσκολες καταστάσεις κι έχει πάντα μια έξυπνη λύση για το πρόβλημα. Πολλοί άντρες ταυτίζονται μαζί του είτε επειδή νιώθουν πραγματικά δυνατοί όμως μαγεύονται από τις καταστάσεις που ζει και από το θάρρος του, που καθησυχάζει τους φόβους τους, είτε επειδή είναι ή νιώθουν αδύναμοι και ονειρεύονται να γίνουν σαν εκείνον, πραγματοποιώντας τους άθλους του. Ουσιαστικά οι τελευταίοι ταυτίζονται με τον χαρακτήρα που θα ήθελαν να είναι.
   Επιπλέον, ο "διαφορετικός" πρωταγωνιστής. Εκείνος που, με το διαφορετικό στυλ, νοοτροπία, σεξουαλικές προτιμήσεις ή τρόπο ζωής, κερδίζει τον αναγνώστη/θεατή που θέλει εξίσου να εκφράσει την διαφορετικότητά του και να καταπολεμήσει την εχθρική προς αυτόν κοινωνία. Ο κάθε αναγνώστης/θεατής μπορεί να ταυτιστεί με αυτόν, αρκεί να έχει κι εκείνος την σπίθα της διαφορετικότητας μέσα του και να καταλαβαίνει την ανάγκη του πρωταγωνιστή επειδή κι ο ίδιος θέλει να ξεχωρίσει μέσα στην κοινωνία που ζει.
   Βέβαια μπορούν να γραφτούν πολλές περισσότερες κατηγορίες, καθώς επίσης να χρωματιστεί η καθεμία από αυτές με πολλές αποχρώσεις. Ας είναι. Συγγραφικά στυλ υπάρχουν πολλά και αναγνώστες ακόμα περισσότεροι. Πάντως η δημιουργία ενός χαρακτήρα από το μηδέν, με τις προδιαγραφές να κάνει ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους να ταυτίζονται μαζικά μαζί του, είναι τέχνη. Και η τέχνη κάποιες φορές ανταμείβεται.