Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Λίγες Σκέψεις για τον Μικρό Πρίγκιπα

   Έπεσε χτες στα χέρια μου το βιβλίο του Αντουάν Ντε Σαιντ Εξυπερύ "Ο Μικρός Πρίγκιπας". Είχα εδώ και καιρό την επιθυμία να το ξαναδιαβάσω, να κάνω μια βαθύτερη ανάγνωση και να βγάλω ίσως κάποια συμπεράσματα για το έργο και τον συγγραφέα. Πέρα από τα αυτονόητα, πως είναι ένα εξαίρετο δείγμα - για κάποιους το καλύτερο - παιδικής λογοτεχνίας, ας αναλύσω λιγάκι τους χαρακτήρες, τα μέρη και τις καταστάσεις που αναφέρονται.
   Πρώτα απ' όλα, το έργο αυτό μοιάζει να είναι αυτοβιογραφικό, ή τουλάχιστον να αντλεί σχεδόν εξ' ολοκλήρου αναμνήσεις από προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα. Στο έργο δεν κρύβεται αυτό, μιας και ο πρωταγωνιστής είναι πιλότος της πολιτικής αεροπορίας, όπως ακριβώς κι ο συγγραφέας. Υπάρχει ταύτιση. Αρχικά ο συγγραφέας με την αναδρομή στο παιδικό του παρελθόν και στην πρώτη σύγκρουση παιδιού-ενηλίκων, μας παρουσιάζει την απαράδεκτα αρνητική σκοπιά των ενηλίκων προς την παιδική δημιουργικότητα, η οποία έκανε και τον ίδιο να χάσει κάτι από την παιδικότητά του.
   Έπειτα περιγράφεται μια μοναχική πτήση του, η οποία όμως καταλήγει σε αναγκαστική προσγείωση στην έρημο Σαχάρα. Εδώ αναφέρει πως είναι απομονωμένος από τον πολιτισμό και ο χρόνος είναι εναντίον του, μιας και πρέπει ο ίδιος να επιδιορθώσει μόνος του μια βλάβη. Εκείνη τη στιγμή που αντιλαμβάνεται την δύσκολη κατάστασή του εμφανίζεται μπροστά του ο μικρός πρίγκιπας, ένα παιδί που αναφέρει πως κατέβηκε από τ' άστρα, από έναν δικό του πλανήτη.
   Κατά την πρώτη ανάγνωση είχα δεχτεί τον χαρακτήρα ως είχε. Πλέον όμως σκέφτομαι πως σε αυτή την απελπιστική κατάσταση, όπου ο ενήλικος πιλότος οφείλει να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του, ξυπνάει πάλι μέσα του απροσδόκητα η χαμένη παιδική του αθωότητα. Απροσδόκητα όπως περιγράφεται και η ξαφνική εμφάνιση του πρίγκιπα, με ενοχλητικές παιδικές ερωτήσεις που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την επιτακτική ανάγκη των πρακτικών γνώσεων του πιλότου. Αν δεχτούμε πως πιλότος και πρίγκιπας είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, εξηγείται η παράξενη κι απρόσμενη εμφάνιση του νεαρού παιδιού, του οποίου η παρουσία είναι απόκοσμη όσο και ανεξήγητη.
   Σημαντική για την εξέλιξη του βιβλίου είναι η επιτακτική απαίτηση του μικρού πρίγκιπα να του ζωγραφίσει ο πιλότος ένα αρνί για να το πάρει στον πλανήτη του. Η αθώα αυτή επιθυμία δείχνει το πώς η φαντασία "φέρνει στη ζωή" κάτι στα μάτια ενός παιδιού, πώς το μυστικό κασόνι δίνει την λύση (κάτι σαν κρυμμένος θησαυρός ή κουτί των ευχών) και πώς η παιδική απαίτηση δεν σταματιέται μέχρι να απαντηθεί. Ουσιαστικά ο ενήλικος πρωταγωνιστής έρχεται σε μια ήπια αντιπαράθεση με τον παλιό, παιδικό εαυτό του. Αργότερα υπάρχει και η προσθήκη του φίμωτρου στο αρνί, που θα προστάτευε το λουλούδι από το αρνί, το οποίο όμως δίνεται ατελές, χωρίς λουρί. Αν το αρνί υποδηλώνει την κρυφή επιθυμία και το λουλούδι τον έρωτα και την φροντίδα προς οτιδήποτε όμορφο αγαπάμε, θα μπορούσαμε να πούμε πως τα δύο παραπάνω είναι αλληλοσυγκρουόμενα: η επιθυμία, αν είναι ανεξέλεγκτη, μπορεί να καταστρέψει κάτι που είναι πολύτιμο και έχει αξία στη ζωή μας, ενώ το αναξιόπιστο φίμωτρο δείχνει πως δεν υπάρχει επαρκής τρόπος να βάλουμε όρια στην επιθυμία μας.
   Ας περάσουμε στον πλανήτη του Μικρού Πρίγκιπα. Όπως δείχνει η περιγραφή, ο πλανήτης (συγκεκριμένα ο αστεροειδής Β612) είναι μικρός, απλός, χωρίς πολλά περιττά πράγματα και συμβολίζει τον παιδικό κόσμο του πρίγκιπα-πιλότου. Φυσικά στον πλανήτη εκείνο (όπως και στους υπόλοιπους που αναφέρονται παρακάτω) δεν υπάρχει έγνοια για φαγητό, νερό, οξυγόνο κτλ. Στην παιδική σκέψη αυτά τα καθημερινά πρακτικά προβλήματα δεν υπάρχουν. Το πιο σημαντικό στοιχείο του πλανήτη αυτού είναι το λουλούδι. Κατά τη γνώμη μου, το λουλούδι αυτό συμβολίζει μια γυναίκα που ερωτεύτηκε παράφορα ο συγγραφέας μα πληγώθηκε στο παρελθόν. Η πρώτη εντύπωση του λουλουδιού είναι το πολύ όμορφο παρουσιαστικό του, το οποίο όμως γρήγορα επισκιάζεται από τις παράλογες απαιτήσεις και τον ασταθή χαρακτήρα του. Αν η αναλογία λουλουδιού-γυναίκας ευσταθεί, τότε η εξέλιξη της σχέσης περιγράφεται λεπτομερώς: φαίνεται να την αγάπησε τόσο πολύ που ξαφνικά ένιωσε την ανάγκη να την φροντίζει παρά τις ιδιοτροπίες της. Εκείνη έκανε όλο τον κόσμο του να μοσχοβολάει αλλά παράλληλα του έφερνε αμηχανία και άγχος. Στο τέλος έχουμε τον αποχωρισμό του πρίγκιπα από το λουλούδι. Αυτό το σημείο πρέπει να ήταν και το πιο συγκινητικό για τον συγγραφέα, μιας και δηλώνεται η μετάνοια και οι ενοχές για την απόφασή του να αφήσει το λουλούδι.
    Έπειτα ξεκινάει το ταξίδι του μικρού πρίγκιπα στο διάστημα. Αυτό το ταξίδι, καθώς και οι σταθμοί που συναντά, μπορούμε να υποθέσουμε πως είναι ο δρόμος προς την ενηλικίωση. Κάθε σταθμός αλλάζει τον πρίγκιπα, του δίνει ολοένα και πιο πολύ την εντύπωση πως οι άνθρωποι (οι ενήλικες άνθρωποι) είναι περίεργοι. Μπορούμε επίσης να υποθέσουμε ότι κάθε άνθρωπος που περιγράφεται να ζει στον μικρόκοσμό του έχει συντεθεί από ανθρώπους που πραγματικά γνώρισε ο Εξυπερύ ή από ομάδες ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά.
   Πρώτος σταθμός ο βασιλιάς: συμβολίζει τους αυταρχικούς ανθρώπους, οι οποίοι έχουν μάθει μόνο τον τρόπο της επιβολής για να ζούνε τη ζωή τους και να συνδιαλέγονται με τους άλλους. Η υπεροψία και η ανάγκη για εξουσία είναι το περίβλημα, ενώ εσωτερικά ο βασιλιάς του μικρού πρίγκιπα βγάζει μια τρυφερότητα προς τους "υπηκόους" του. Αυτό φανερώνει πως η σκληρότητα πολλές φορές είναι φαινομενική, ενώ ο εσωτερικός κόσμος ενός τέτοιου ανθρώπου μπορεί να είναι εκ διαμέτρου αντίθετος.
   Ο δεύτερος σταθμός, ο πλανήτης του ματαιόδοξου, φανερώνει μια τελείως ρηχή κατηγορία ανθρώπων, την οποία ο συγγραφέας πιθανώς να συνάντησε πολλάκις. Ο ματαιόδοξος δείχνει παράλογος, εγωκεντρικός και βγάζει ίσως έναν οίκτο προς το πρόσωπό του από τον αναγνώστη. Ίσως ο Εξυπερύ πραγματικά να λυπόταν τους ανθρώπους που έχουν καταντήσει να απορροφώνται τόσο πολύ στον εαυτό τους. Λύπηση αντί θαυμασμού λοιπόν, παρά τους ευσεβείς πόθους του ματαιόδοξου.
   Ο τρίτος, πιο σύντομος σταθμός συμβολίζει ξεκάθαρα τον κόσμο των εθισμών, που στο βιβλίο εκπροσωπούνται από το αλκοόλ. Ο μεθύστακας δείχνει εντελώς απορροφημένος από το ποτό, τα λόγια του δείχνουν να σχηματίζουν έναν ατέρμονο, φαύλο κύκλο και η συνάντηση γεμίζει λύπη τον πρίγκιπα. Άλλη μια κατηγορία ανθρώπων που ο Εξυπερύ λυπάται.
   Ο τέταρτος σταθμός είναι αυτός του επιχειρηματία. Ένας ακόμα παράλογος μικρόκοσμος, όπου η ουσιαστική ζωή παραγκωνίζεται και ο παθών τρώγεται από την ιδέα του πλούτου. Ο τρόπος που ο κάτοικος εκείνου του πλανήτη παρουσιάζεται τον δείχνει εντελώς ανίκανο να συλλάβει την λογική σκέψη και να εναρμονιστεί με τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι ικανοποιημένος μόνο με το στοίβαγμα φαινομενικά δικών του αγαθών και παράλληλα αιώνια αχόρταγος για παραπάνω. Ακριβής και εύστοχη απεικόνιση της απληστίας.
    Ο κάτοικος του επόμενου σταθμού στην ελληνική μετάφραση αποδίδεται ως "φανανάφτης". Δηλαδή ένας άνθρωπος που δουλειά του είναι να ανάβει έναν φανοστάτη όποτε νυχτώνει και να τον σβήνει όποτε ξημερώνει. Η δουλειά του αυτή δείχνει να του απορροφά όλο τον χρόνο, μιας και στον μικρό του πλανήτη οι μέρες κυλούν ταχύτατα. Ο χαρακτήρας αυτός συμβολίζει τους τυπολάτρες ανθρώπους, οι οποίοι απλά ενεργούν χωρίς να σκέφτονται το γιατί και να δίνουν ουσία και περιεχόμενο στις πράξεις τους. Επίσης καταδεικνύει τους ανθρώπους που υπακούνε στον νόμο χωρίς να ερευνούν, να καταλαβαίνουν και να αμφισβητούν.
   Ο έκτος πλανήτης, αρκετά μεγαλύτερος, ανήκει σε έναν γεωγράφο, ο οποίος μελετάει στο γραφείο του. Στην αρκετά εκτενή συζήτησή του με αυτόν, ο μικρός πρίγκιπας μαθαίνει για τον τρόπο που λειτουργούν οι γεωγράφοι (και οι επιστήμονες γενικότερα), με έμφαση στην ανάγκη για πειστήρια παρά στην περιέργεια και την φιλομάθεια. Βέβαια ο επιστήμονας αυτός δείχνει πιο λογικός από τους προηγούμενους, προκαλεί ενοχές στον πρίγκιπα με τις γνώσεις που του μεταβιβάζει σχετικά με το λουλούδι του και τον προτρέπει να επισκεφτεί την Γη.
   Εκεί ξεκινάει το μεγαλύτερο κομμάτι του ταξιδιού του μικρού πρίγκιπα, το οποίο διαρκεί συνολικά έναν χρόνο. Σε αυτό έρχεται σε επαφή με αρκετούς μοναδικούς χαρακτήρες: το φίδι, τα λουλούδια, την αλεπού, τον σταθμάρχη και φυσικά με τον πιλότο, τον πρωταγωνιστή! Το φίδι, το πρώτο πλάσμα που συναντά ο μικρός πρίγκιπας, κατά την - τολμηρή ίσως - άποψή μου, συμβολίζει τον θάνατο και την φιλοσοφία γύρω από αυτόν. Είναι δηλητηριώδες, μιλάει με γρίφους και τα λόγια του άλλοτε προκαλούν ενδιαφέρον, όπως στην πρώτη τους συνάντηση, κι άλλοτε τρόμο, όπως στην δεύτερη συνάντησή τους, στην οποία η ενηλικίωση φέρνει και το αίσθημα του φόβου μαζί με την γνώση.
   Τα λουλούδια, τα οποία είναι πάρα πολλά σε αριθμό και μοιάζουν μεταξύ τους, κάνουν τον μικρό πρίγκιπα να αναλογιστεί την αξία του δικού του λουλουδιού. Είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα στο να συνειδητοποιήσει την αγάπη και την μοναδικότητα του δικού του λουλουδιού: αρχικά θα αναιρέσει την αξία του, ενώ μετά τη συνάντηση με την αλεπού θα καταλάβει εκ νέου και χτίζοντας από την αρχή τη σκέψη του θα ξανατοποθετήσει το λουλούδι στην καρδιά του. Ας πούμε πως συμβολίζεται η πρώτη εμπειρία ενός άβγαλτου παιδιού με τον έξω κόσμο, όπου αναιρούνται όλα τα δεδομένα που έχει από το σπίτι του και πρέπει να τα ανασυνθέσει με την δική του λογική πια. Ο πρίγκιπας φαίνεται να βασανίζεται πολύ από αυτή την συνάντηση και κλαίει.
   Η αλεπού έπειτα αποτελεί ένα από τα πιο συμπαθή πρόσωπα του βιβλίου. Προβληματίζει ίσως η αναγωγή της σε ένα πραγματικό πρόσωπο στην ζωή του συγγραφέα αλλά έχω μια θεωρία: πιστεύω πως η αλεπού συμβολίζει την πρώτη επαφή με την εμπειρία και την σοφία, ίσως μέσα από την παρέα με ένα ηλικιωμένο πρόσωπο. Αυτή η επιμονή της στο "εξημέρωσέ με" μου θυμίζει το "άφησέ με να έρθω μαζί σου" της ηλικιωμένης κυρίας στην "Σονάτα του Σεληνόφωτος" του Ρίτσου. Ο μικρός πρίγκιπας μέσω της αλεπούς γίνεται αποδέκτης αγάπης και, ενώ αρχικά δεν καταλαβαίνει τίποτα και φέρεται αδέξια, στο τέλος καταλαβαίνει κάτι από τον κόσμο χάρη στην υπερβολική αγάπη της αλεπούς. Ένα από τα ωραιότερα διδάγματα (αν όχι το ωραιότερο) του βιβλίου παρουσιάζεται κατά την στιγμή του αποχαιρετισμού με την αλεπού: "Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία τα μάτια δεν την βλέπουν".
   Η επόμενη συνάντηση, αυτή με τον σταθμάρχη και τα διάφορα τρένα, προσφέρει στον μικρό πρίγκιπα μια γεύση από τον παραλογισμό της ενήλικης ζωής. Οι άνθρωποι δείχνουν συνεχώς να βιάζονται να φτάσουν κάπου, χωρίς όμως να έχουν κάποιον ιδιαίτερο λόγο γι' αυτό. Είναι απορροφημένοι με το να κυνηγάνε τους στόχους τους, χωρίς όμως αυτό να τους προσφέρει ικανοποίηση. Εξαίρεση εδώ αποτελούν τα παιδιά, τα οποία απολαμβάνουν το ταξίδι και διψάνε για γνώση.
   Μετά ο μικρός πρίγκιπας βρίσκει τον έμπορο, ο οποίος πουλάει χάπια για εξοικονόμηση χρόνου. Άλλος ένας παραλογισμός της ενήλικης ζωής. Οι άνθρωποι, οι οποίοι δεν ξέρουν τι να κάνουν με τον χρόνο τους, νιώθουν ότι κερδίζουν με κάθε προσπάθεια εξοικονόμησής του. Αυτήν την εντελώς αφιλοσόφητη πλευρά της ζωής αντικρούει με μεγάλη ωριμότητα ο μικρός πρίγκιπας.
   Η πιο σημαντική συνάντηση, εκείνη με τον πιλότο-πρωταγωνιστή, μας οδηγεί ξανά στο παρόν, αφού ο μικρός πρίγκιπας του έχει διηγηθεί τις προηγούμενες περιπέτειες. Αρχικά οι δύο χαρακτήρες φαίνονται να ανήκουν σε δύο διαφορετικούς κόσμους: στον αιθέριο κόσμο του παιδιού, όπου δεν υπάρχει καμία έγνοια, και στον πρακτικό κόσμο των ενηλίκων, όπου οι έγνοιες δεν αφήνουν χρόνο για ηρεμία και χαλάρωση. Παρόλα αυτά, στο ταξίδι τους στην έρημο προς αναζήτηση πηγαδιού ο πιλότος καταφέρνει να βρει την χαμένη του παιδικότητα και έτσι μπορεί να ξαναδεί την ομορφιά του κόσμου, αφήνοντας πίσω του τις αγωνίες του ενήλικα. Χάρη σε αυτήν την μεταβολή καταφέρνει να βρει το πολυπόθητο πηγάδι, Δίνεται μεγάλη σημασία στο ιδιαίτερο νερό εκείνου του μοναδικού πηγαδιού, το οποίο "κάνει καλό στην καρδιά". Θα έλεγα πως συμβολίζει την χαμένη μας ξεγνοιασιά, την αγνή κι αμόλυντη αγάπη μας για τον κόσμο, την οποία δεν μπορεί κανείς να βρει αν δεν συμφιλιωθεί πρώτα με το παιδί μέσα του.
   Ο τελικός αποχαιρετισμός δείχνει κάτι το αμετάκλητο: ο ενήλικας δεν μπορεί να μείνει για πάντα παιδί. Πρέπει να επιστρέψει στις ευθύνες και την καθημερινότητά του (όπως ο πιλότος στο αεροπλάνο του) και ταυτόχρονα να μην ξεχάσει ποτέ την επαφή του με τον παιδικό κόσμο. Το νόημα είναι, θαρρώ, το εξής: "Μην ξεχάσεις το παιδί που ζει μέσα σου". Ο αποχωρισμός είναι δύσκολος, επώδυνος και συγκινητικός.
   Η δεύτερη συνάντηση με το φίδι ξεκινά με έναν ακόμα γρίφο: "Ναι, ναι, αυτή είναι η μέρα, αλλά δεν είναι αυτό το μέρος...". Πιθανόν αυτό να σημαίνει πως ο χρόνος περνά αμετάκλητα και ακόμα και να βρεθεί κανείς στο ίδιο μέρος δεν μπορεί να πάρει πίσω τον χρόνο που πέρασε. Το φίδι - επαναλαμβάνω πως το ταυτίζω με την ιδέα του θανάτου - υπόσχεται να έρθει και να πάρει τον πρίγκιπα.
   Ας επιστρέψουμε στον τελικό αποχαιρετισμό. Ο ενήλικος πιλότος δείχνει να έχει αγαπήσει τόσο τον μικρό πρίγκιπα που δεν μπορεί να δεχτεί πως θα τον χάσει. Ο μικρός πρίγκιπας αντίθετα δείχνει συνειδητοποιημένος και έχει δεχτεί την ιδέα του αμετάκλητου αποχωρισμού. Δεν μπορώ παρά να σκεφτώ πως ο συγγραφέας με αυτή τη σκηνή ανακαλεί τον θάνατο ενός αγαπημένου του προσώπου και παρηγοριέται με την προσωποποίηση και την αναπαράσταση του σκηνικού, καθώς και με την αισιόδοξη, αν και μελαγχολική, σκέψη πως η αγάπη και η ανάμνηση μπορούν να γιατρέψουν τον πόνο του αποχωρισμού. Πως είναι κάτι σαν θεραπεία του αποχωρισμού.
   Η σκηνή του "θανάτου-ταξιδιού" του μικρού πρίγκιπα έχει κάτι το τόσο συγκινητικό μέσα της, που περιγράφεται με δάκρυα και από τους δύο, φόβο, αναστολές και λόγια παρηγοριάς. Το σκηνικό τελειώνει κι απομένει ο επίλογος, στον οποίο ο πρωταγωνιστής-συγγραφέας αναπολεί τον μικρό πρίγκιπα, αναρωτιέται για το πώς να περνάει και δείχνει άλλοτε εμπιστοσύνη κι άλλοτε αγωνία για την τύχη του. Καταλήγει με την πολύ ωραία ερώτηση: "Το αρνί έφαγε ή όχι το τριαντάφυλλο;" Αυτήν μπορώ εγώ να την μεταφράσω ως εξής: Η ασυγκράτητη επιθυμία κατάφερε να διαλύσει την ομορφιά και την σταθερότητα όσων έχουν αξία στη ζωή μας; Ή αλλιώς μπορώ να την αφήσω αμετάφραστη και απλά να κοιτάξω κι εγώ τον ουρανό, αναλογιζόμενος τι να κάνει ο μικρός πρίγκιπας και πόσο ευτυχισμένοι είναι εκείνοι που ακόμα αγαπάνε το παιδί που ζει μέσα τους...


Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Αρχές Δομής στις Σχέσεις

   Κάθε σχέση έχει έναν θεμέλιο λίθο για να παραμένει ζωντανή. Ορισμένες φιλικές σχέσεις είναι χτισμένες πάνω στη συναδελφοσύνη: είμαστε φίλοι στη δουλειά ή στο σχολείο ή στο στρατό, άρα διατηρούμε μια ζεστή φιλική σχέση. Πιθανό είναι όταν σταματήσει να υπάρχει αυτός ο θεμέλιος λίθος να σταματήσει, σταδιακά ίσως, και η φιλία. Το να μην σταματήσει είναι ένδειξη πως η φιλία έχει περάσει σε άλλο επίπεδο. Παραδείγματα άλλων "θεμέλιων λίθων" υπάρχουν πολλά.
   Άλλες σχέσεις είναι χτισμένες πάνω στη νοοτροπία: είμαι οικολόγος, άρα κάνω παρέα με οικολόγους. Μου αρέσουν οι ιδέες τους, άρα βρίσκω ευχάριστη τη συντροφιά τους. Ταιριάζουμε στις πολιτικές θέσεις, οπότε ακούω από αυτούς όσα θέλω να ακούσω. Συχνά το μυαλό μας δημιουργεί την εντύπωση πως ο ομοϊδεάτης είναι και εξυπνότερος, κάτι που δεν μπορεί παρά να είναι ψευδαίσθηση: μπορεί όντως να είναι εξυπνότερος από τον μέσο όρο αλλά όχι επειδή έχει κοινές ιδέες μαζί μου. Σε κάθε ιδεολογική "παράταξη" υπάρχουν οι έξυπνοι, οι ψαγμένοι, οι ημιμαθείς και τα πρόβατα. Πάντως οι φιλίες τέτοιου τύπου κατ' εμέ δεν είναι ισχυρές. Μπορεί μεν να κρατήσουν μια ζωή, λόγω της σταθερότητας των πεποιθήσεων, όμως βασίζονται σε κάτι μη ουσιαστικό: δεν υπάρχει εγγύηση πως ο ομοϊδεάτης έχει και τα ίδια ιδανικά με μένα ή ότι σε μια μακροχρόνια φιλία θα ταιριάζουν τα χνώτα μας.
   Αλλά πέρα από τον θεμέλιο λίθο, αν θέλουμε να κάνουμε μια ολοκληρωμένη αναλογία, πρέπει να υπάρχει και το τσιμέντο, το οποίο είναι ρευστό μεν στην αρχή, σκληρότατο δε στη συνέχεια. Αυτό ίσως είναι η εμπιστοσύνη προς το άλλο πρόσωπο, η οποία φέρνει μαζί της και άλλα συναισθήματα. Η εμπιστοσύνη είναι το χαρακτηριστικό "εκ των ων ουκ άνευ" σε οποιαδήποτε σχέση για να είναι υγιής. Αν λείπει τίποτα δε χτίζεται σωστά. Σε μια φιλία, όταν ο ένας συνειδητοποιήσει πως έπαψε να εμπιστεύεται τον άλλον, τα πράγματα γίνονται χειρότερα. Η περίπτωση είναι ειδική, διότι όταν δένεται κανείς, στην αρχή σπάνια σκέφτεται αρνητικά σενάρια. Όταν αργά ή γρήγορα έρθουν ή του μπουν τρίτα λόγια, τότε είναι η κρίσιμη στιγμή, η στιγμή που αναλογίζεται αν εμπιστεύεται ή όχι...
   Σε μια ερωτική σχέση πάλι δεν αλλάζει η απαραβίαστη αρχή: αν εμπιστεύεσαι κρατάς. Αν όχι, χωρίζεις, και μάλιστα με συνοπτικές διαδικασίες. Το ποιος φταίει που δεν υπάρχει εμπιστοσύνη δεν είναι της παρούσης. Το αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι δεν υπάρχει, οπότε έπεται η αγωνία, η αμφιβολία και τέλος η δυστυχία. Φυσικά αν η έλλειψή της υπάρχει σε κάθε σχέση κάποιου, το πρόβλημα υπάρχει σε αυτόν και στην παιδεία που έχει λάβει. Όσον πάλι αφορά τους διαφόρων ειδών θεμέλιους λίθους στις ερωτικές σχέσεις, ο πρώτος είναι η καταγωγή. "Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο" έλεγαν οι σοφοί πλην αναίσθητοι παλαιότεροι, διότι ο έρωτας, η αγάπη και η αμοιβαιότητα δεν υπήρχαν στον ορίζοντα τότε. Μόνο η επιβίωση. Ας είναι. Σημαντικός μεν λίθος, η σημασία του οποίου φαίνεται όταν λείπει: όταν δοκιμάζει κάποιος μια σχέση με έναν αλλοδαπό/αλλόθρησκο/αλλόγλωσσο, όπου χρειάζεται ουσιαστική σχέση, κατανόηση, ανοιχτό μυαλό και αγάπη για να πετύχει. Δεν ξέρω αν πιάσατε το υπονοούμενο, όμως κάποιες φορές όταν υπάρχει ο θεμέλιος λίθος της κοινής καταγωγής τα παραπάνω περνούν σε δεύτερη μοίρα (καλό κορίτσι η Γιώτα, από φιλική οικογένεια, πάρ' την μωρέ Τάσο).
   Ο δεύτερος είναι οι κοινές παρέες. Πάντα υπάρχουν στον ορίζοντα είτε για καλό είτε για κακό. Αν υπάρχουν μακροχρόνια για καλό, τότε αποδεικνύονται δύο πράγματα: πρώτον, ότι το ζευγάρι έχει καλές πιθανότητες και δεύτερον, ότι και οι αντίστοιχες φιλίες έχουν τα φόντα να είναι υγιείς και μακροχρόνιες. Αν υπάρχουν για κακό, τότε θα συμβεί το αντίθετο: είτε κάποια στιγμή οι κακές παρέες θα βάλουν λόγια και θα χωρίσουν το ζευγάρι είτε θα διαλυθούν οι φιλίες αυτές. Είπαμε, ο θεμέλιος λίθος οφείλει να είναι σταθερός. Υπάρχουν αρκετοί ακόμα αλλά δε θα επεκταθώ.
   Σε μια σχέση γονέων-τέκνων τα πράγματα έχουν κάποιες διαφοροποιήσεις. Η μεγάλη διαφορά ηλικίας και εμπειρίας κάνουν την εμπιστοσύνη δύσκολο πράγμα. Από την μεριά των παιδιών, η εμπιστοσύνη στους γονείς συνήθως είναι κάτι έμφυτο και είναι μεγάλο σφάλμα των γονέων να την χάσουν, ενώ η ευθύνη σε μια τέτοια περίπτωση είναι πάντα δική τους. Από την άλλη, οι γονείς είναι πολύ καλό και ζωτικής σημασίας για την υγιή σχέση τους να εμπιστεύονται τα παιδιά τους. Δεν είναι κάτι που συνηθίζεται όμως. Αντίθετα, όταν μια σχέση χτίζεται πάνω στον εικοσαετή (και βάλε) βομβαρδισμό με συμβουλές, παροτρύνσεις, εξαναγκασμούς και απαγορεύσεις, είναι δύσκολο μετά να υπάρχει εμπιστοσύνη. Ο γονέας σπάνια εμπιστεύεται το παιδί του: δεν τον αφήνει η αγωνία του, οι αρνητικές σκέψεις του, τα παραδείγματα της κοινωνίας (χτες ο Γιαννάκης της Μαρίτσας χτύπησε με το αυτοκίνητο, πώς να αφήσω τον Κωστή μου να πάρει;), η εσφαλμένη και απαράδεκτη ιδέα "το παιδί μου είναι για πάντα παιδί στα μάτια μου", η οποία έχει γαλουχήσει, τυραννήσει και φέρει το μεγαλύτερο χάσμα γενεών από οποιαδήποτε άλλη νοοτροπία σε οικογένειες.
   Για να υπάρξει εμπιστοσύνη στην, προβληματική ενίοτε, αυτή σχέση πρέπει να χτιστεί από νωρίς. Όταν η μητέρα ή ο πατέρας καθημερινά βασίζονται στον πειθαναγκασμό για να περάσουν κάτι στο παιδί τους, χάνεται η εμπιστοσύνη και από τις δύο μεριές: "Πάνε για ύπνο", "Μην μπεις στη θάλασσα", "Μη βγαίνεις", "Μην κάνεις σχέσεις πριν τα 18 σου", "Μη φας το μήλο" κτλ. Πρέπει μετά από αυτές τις ερωτήσεις να υπάρχει το "επειδή..." στην καλύτερη περίπτωση. Θεωρώ αυτονόητο ότι από την πλευρά των παιδιών θα υπάρχει το "γιατί;", το οποίο οι γονείς οφείλουν να απαντούν κι όχι να κουράζονται. Για εκείνους είναι μια ακόμα κουραστική ερώτηση, για τα διψασμένα για γνώση παιδιά είναι η ερώτηση που χαρτογραφεί τον κόσμο. Αν δεν είναι κανείς έτοιμος ή διατεθειμένος να δώσει απαντήσεις ας το σκεφτεί ξανά τι σημαίνει γονέας.
   Έπειτα, για να συνεχιστεί η αναλογία, πέρα από τα τσιμέντα, υπάρχουν και τα τούβλα. Αυτά ίσως είναι οι σταθερές αρχές και τα ιδανικά. Δεν τα υπολογίζουμε πολύ όταν είμαστε ακόμα στα θεμέλια μιας σχέσης αλλά αργότερα βρίσκουμε πως είναι το απαραίτητο υλικό για να στεγαστεί μια οποιαδήποτε σχέση, ερωτική, φιλική, επαγγελματική κτλ. Αν έχουμε διαφορετικές αρχές υπάρχει θέμα μακροχρόνια, διότι οι αρχές διέπουν με πολλούς τρόπους τη ζωή μας. Όταν κάποιος έχει για αρχή το χρήμα, τότε δεν μπορεί να χτιστεί υγιής σχέση με κανέναν άλλο παρά με έναν που έχει την παρόμοια αρχή. Όταν κάποιος έχει για μέγιστο ιδανικό την αγάπη θα δυστυχήσει αν συμβιώνει με κάποιον που την περιφρονεί. Και πάει λέγοντας.
   Αφού μπουν τα τούβλα, πρέπει να υπάρξουν τα ηλεκτρολογικά, τα οποία δίνουν φως στον οίκο. Στην αναλογία μας, το φως μιας οποιαδήποτε σχέσης, αφού έχουν τακτοποιηθεί τα προηγούμενα, είναι το ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον στις συζητήσεις, στις ιδέες του άλλου, στις δραστηριότητες, τις παρέες. Πολλοί έχουν τα προηγούμενα αλλά δεν βλέπουν φως στο τούνελ επειδή βαριούνται. Το να βαριέσαι όμως έναν ερωμένο/η ή έναν φίλο σημαίνει πως ή τα ηλεκτρολογικά χρειάζονται επειγόντως αλλαγή ή το ίδιο το σπίτι έχει κάποιο σημαντικό πρόβλημα...
   Τέλος υπάρχουν τα υδραυλικά, τα οποία (ελπίζω τουλάχιστον) να υπάρχουν στις ερωτικές μόνο σχέσεις, τα άλλα δε θα ήθελα να τα αναλύσω. Δεν πρέπει να υπάρχουν διαρροές. Η διαρροή είναι εμφανές πρόβλημα. Ή τουλάχιστον αν υπάρχουν, να είναι γνωστό και αποδεκτό και να μπορεί το ζεύγος να ζήσει με αυτές. Τα υδραυλικά οφείλουν να λειτουργούν άψογα εν πάση περιπτώσει, αν αναφερόμαστε σε υγιή σχέση. Συνήθως σε πολλά σπίτια μετά από χρόνια μπάζει το σπίτι υγρασία από κάπου, κάποιο σιφόνι έχει σπάσει, και αργότερα έρχεται η μούχλα. Στις μακροχρόνιες σχέσεις αυτό φθείρει εξίσου. Δυστυχώς γι' αυτό δεν υπάρχει εύκολη λύση, παρά ο συνεχής έλεγχος και η διατήρηση των υδραυλικών. Αυτά.