Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Γιατί να Διαβάσετε Βιβλία

   Τα βιβλία ποτέ δεν ήταν ο τρόπος διασκέδασης της πλειοψηφίας. Σε παλαιότερες εποχές επειδή ο αναλφαβητισμός ήταν τεράστιος, τα βιβλία δυσεύρετα και ο ελεύθερος χρόνος τρομερά λίγος και επαρκής μόνο για ξεκούραση. Στη σημερινή εποχή σε ένα μεγάλο βαθμό τα προβλήματα αυτά έχουν εκλείψει: οι περισσότεροι άνθρωποι δέχονται μια, υποτυπώδη στη χειρότερη περίπτωση, μορφή παιδείας, τα βιβλία είναι πιο προσβάσιμα από ποτέ και υπάρχει τεράστια ποικιλία. Επίσης ο τρόπος ζωής μας είναι αρκετά πιο άνετος και βολικός από παλιά και οι καναπέδες μας πιο αναπαυτικοί. Οπότε θα περίμενε κανείς από την πλειοψηφία να διαβάζει λογοτεχνία σε μεγάλο βαθμό. Γιατί όμως αυτό δε γίνεται;
   Κατά τη γνώμη μου το διάβασμα δεν είναι αρκετά ελκυστικό. Δεν πείθει ως τρόπος διασκέδασης. Επιπλέον είναι "δύσκολο", μιας και χρειάζεται συνεχή λειτουργία του μυαλού και συγκέντρωση. Δυστυχώς ζούμε στην εποχή όπου η έλλειψη συγκέντρωσης και η περιφρόνηση προς τη γλώσσα και τη λογοτεχνία βρίσκονται παντού. Διότι, αν κάποτε όσοι διάβαζαν ήταν προνομιούχοι και θεωρούνταν τετραπέρατοι, σήμερα θεωρούνται "περίεργοι", "αντισυμβατικοί" και μέτριοι. Αυτό φυσικά συμβαίνει διότι οι άνθρωποι μαθαίνουν από μικροί να μισούν το σχολείο, το διάβασμα και, συνεπώς, τη λογοτεχνία. Βέβαια αυτά διαφέρουν μεταξύ τους αλλά πώς να το εξηγήσεις αυτό σε κάποιον που αποφεύγει οτιδήποτε έχει να κάνει με διάβασμα;
   Φυσικά όταν το διάβασμα λειτουργεί σαν τιμωρία, σαν εγκλεισμός ή σαν δύσκολος άθλος, είναι δύσκολο να το αγαπήσεις. Όταν παρακολουθείς ως παιδί την καθημερινότητα των γονέων και δεν υπάρχει πουθενά το διάβασμα, πώς να πειστείς ότι είναι κάτι καλό; Πώς να το θεωρήσεις διασκέδαση και να το συμπεριλάβεις στο πρόγραμμά σου; Αντίθετα, υπάρχει μια δυσπιστία και μια άρνηση σε οποιαδήποτε σχετική δραστηριότητα. Στη συνέχεια αυτή η άρνηση καλλιεργείται και στους απογόνους, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Κι έτσι στο μυαλό της πλειοψηφίας της κοινωνίας το διάβασμα, και κατ' επέκταση οι αναγνώστες και οι συγγραφείς, είναι κάτι αξιοπερίεργο και απρόσιτο.
   Εν αντιθέσει, η σημερινή διασκέδαση είναι κάτι εύκολο. Δεν προϋποθέτει τη χρήση του μυαλού. Κι αυτό είναι βολικό κι εξυπηρετικό. Τα νυχτερινά μαγαζιά έχουν τόσο δυνατά τη μουσική (το λέω και σίγουρα θα παρεξηγηθώ από πολλούς "νέους"), ώστε κάθε δυνατότητα επικοινωνίας ή σκέψης είναι αδύνατη. Η τηλεόραση έπειτα δεν λειτουργεί αμφίδρομα: ο τηλεθεατής δέχεται παθητικά χωρίς να επιλέγει τι θα δει. Ενώ στο βιβλίο οι σελίδες γυρνάνε με το ρυθμό που θέλει ο αναγνώστης. Μπορεί να κοντοσταθεί σε μια παράγραφο, σε μια φράση, σε μια λέξη. Να την υπογραμμίσει. Να ανατρέξει σε ήδη διαβασμένες σελίδες για να βγάλει εκ νέου συμπεράσματα. Τόσο απλές κινήσεις αλλά τόσο σημαντικές! Είναι αυτές κυρίως που κάνουν το διάβασμα μια ενεργητική ενασχόληση κι όχι μια στείρα, παθητική αποδοχή πληροφοριών.
   Για να περάσω τώρα σε ένα άλλο θέμα, παλιότερα σκεφτόμουν πώς θα ήταν να έχω υπερδυνάμεις. Νομίζω πως το κάθε παιδί έχει ονειρευτεί πως ξεφεύγει μέσω υπερδυνάμεων από την πραγματικότητα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Μετά όμως από χρόνια διαβάσματος συνειδητοποίησα πως η "υπερδύναμη" που είχα αποκτήσει ήταν η αφύσικη εμπειρία που παίρνω από τους συγγραφείς που διαβάζω: "κλέβω" τις ιδέες τους, δέχομαι τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους, μαθαίνω να αντιμετωπίζω τους φόβους τους, να ζω μέσα από τις ζωές τους, να ανακαλύπτω κομμάτια του εαυτού μου. Διότι η συγγραφή είναι μια κατάθεση ψυχής. Όταν διαβάζω ένα λογοτεχνικό έργο, ξέρω πως ο συγγραφέας δεν έδειξε φειδώ σε όσα μοιράστηκε. Αντίθετα, εμπλούτισε το έργο του με όσες σκέψεις, ιδέες και νοοτροπίες μπόρεσε. Ο συγγραφέας μιλάει τόσο μέσω των πρωταγωνιστών όσο και μέσω των ανταγωνιστών. Άρα οι αντικρουόμενες απόψεις που συναντάμε είναι όλες μέσα στο μυαλό του. Κι όταν καταλήγουμε να τελειώσουμε ένα βιβλίο έχουμε κάνει δικό μας ένα ζωντανό κομμάτι της ψυχής του συγγραφέα.
   Οπότε ναι, νιώθω πως έχω την "υπερδύναμη" του να κουβαλάω μέσα μου τις ζωές πολλών συγγραφέων που έχω διαβάσει. Χάρη σε αυτό έχω αποκτήσει συνείδηση που αγαπά το διαφορετικό, δέχεται την παραξενιά κάποιου και έχει μάθει να μαθαίνει, κάτι που είναι αδιανόητο για τους περισσότερους ενήλικες, οι οποίοι έχουν σταθερές, αμετακίνητες θέσεις για τα περισσότερα θέματα.      Κάτι που η πλειονότητα των ανθρώπων δεν έχει σκεφτεί είναι πως ως οντότητες είμαστε περιορισμένοι σε μια οπτική γωνία. Βλέπουμε τον κόσμο μόνο μέσα από τις δικές μας αισθήσεις κι αυτό μας κάνει να χάνουμε ένα τεράστιο κομμάτι γνώσεων. Με το διάβασμα όμως αυτό ανατρέπεται: είναι από τα λίγα μέσα που επιτρέπουν σε κάποιον να ζήσει, όσο πιο άμεσα γίνεται, την εμπειρία και την σκέψη ενός άλλου ανθρώπου. Ως εκ τούτου, είχα και έχω την ευκαιρία να δω μέσα από την οπτική γωνία χιλιάδων ανθρώπων. "Έζησα" ως φαλαινοθήρας, εξερευνητής, ποιητής, δάσκαλος, γιατρός, αντιστασιακός, αδιάφορος, απολιτίκ, πλούσιος, φτωχός, παιδί, γέρος, μεσήλικας, μουσικός, αλεξιπτωτιστής και πολλά άλλα. Βέβαια όλα αυτά θα μπορούσα να τα ζήσω κι αλλιώς.
   Παρόλα αυτά, αυτό δεν ισχύει το ίδιο για άλλες "ιδιότητες" που έχει κανείς την ευκαιρία να "ζήσει" μέσα από τα βιβλία. Ιδιότητες που, λόγω των κοινωνικών συνθηκών ή λόγω της ίδιας της φύσης μας, αδυνατεί να ζήσει. Ή είναι παρεξηγήσιμο να ζήσει. Για παράδειγμα, να δει μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας (ή ενός άντρα), ενός ομοφυλόφιλου, ενός ρατσιστή, ενός αρχαιοκάπηλου, ενός τυμβωρύχου, ενός καταζητούμενου, ενός δολοφόνου, ενός παρανοϊκού, ενός καταθλιπτικού και ούτω καθ' εξής. Όσο κι αν κάποια από αυτά σοκάρουν στην ανάγνωση, είναι πολύτιμο να μπορεί κανείς να δει μέσα από την οπτική γωνία τους προκειμένου να καταλάβει την αξία της μοναδικότητας, την διαφορετικότητα, να νιώσει βαθιά μέσα του πόσο διαφορετικά κίνητρα υπάρχουν, πόσες επιλογές, πόσο πολύχρωμος είναι ο κόσμος.
   Υπάρχουν πολλά ταξίδια που μπορούμε να κάνουμε και τα μεγαλύτερα από αυτά γίνονται χωρίς καν να κουνηθούμε από την καρέκλα μας. Είναι κάτι τόσο εκπληκτικό, μα τόσο υποτιμημένο. Δεν ξέρω αν ισχύει πως μια εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις, πάντως ο σημερινός άνθρωπος παίρνει συχνά σαν δεδομένο πως από κάθε εικόνα παίρνει και τις χίλιες, ενώ μάλλον δεν λαμβάνει ούτε τις εκατό, ενώ γρήγορα ξεχνάει πάνω από τις πενήντα. Προσωπικά θεωρώ πως η ευφυία χρειάζεται ένα δικό της είδος "ιδρώτα": να διαβαστούν οι λέξεις μία-μία, να κατανοηθεί η σχέση μεταξύ τους, να βγουν πορίσματα με αργό ρυθμό κι όχι με βιασύνη, να γίνουν πολλά νοητικά συνέδρια και να "συνομιλήσουμε" με πολλές ξεχωριστές προσωπικότητες, οι οποίες έχουν πεθάνει. Διότι, αν ένα βιβλίο επιζήσει στο χρόνο, τότε κατά πάσα πιθανότητα όποιος το έγραψε ήταν ξεχωριστός. Κι όποιος το πάρει στα χέρια του μπορεί να εκμαιεύσει τον τρόπο σκέψης του. Οπότε μια βιβλιοθήκη είναι ένας χώρος όπου αποθηκεύονται οι σκέψεις των πιο ξεχωριστών προσωπικοτήτων της Ιστορίας, οι οποίες όμως είναι εξαιρετικά προσβάσιμες! Ποια τηλεόραση, ποια εφαρμογή και ποιο νυχτερινό μαγαζί μπορεί να το προσφέρει αυτό;


Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

2 Λέξεις που Μισώ

   Υπάρχουν λέξεις που χρησιμοποιούμε (σχεδόν) καθημερινά αλλά το κάνουμε από συνήθεια. Χωρίς ίσως να καταλαβαίνουμε την πραγματικότητα πίσω από αυτές. Λένε πως, όποιος δεν καταλαβαίνει όσα λέει, χρησιμοποιεί περίπλοκες ορολογίες και πομπώδεις λέξεις για να καλύψει τη γύμνια των γνώσεών του. Στην περίπτωσή μας οι λέξεις που αναφέρω είναι φτιαγμένες έτσι ώστε να καλύπτουν έξυπνα το σημαντικό και να εξυπηρετούν τον σκοπό κάποιου, συνήθως του ομιλούντος.
   Πρώτον, η λέξη "πρέπει". Ο βασιλιάς των απρόσωπων ρημάτων, το ρήμα που διατάζει χωρίς να αποκαλύπτει ποιος είναι αυτός που διατάζει. "Πρέπει" ίσον "είναι ανάγκη", "επείγει". Χωρίς όμως να ξέρουμε ποιος έκρινε το παρόν επείγον ή αναγκαίο. Βέβαια σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει ανάγκη να γίνει μια ενέργεια αλλά το ρήμα "πρέπει" ανακατεύει τις αληθινά επείγουσες περιπτώσεις με όλες τις υπόλοιπες, βαπτίζοντας και τις τελευταίες επείγουσες. Κι εκεί έγκειται η πονηριά του: όταν πλέον οι πάντες χρησιμοποιούμε αυτήν την, εύκολη να ειπωθεί, λέξη, είναι δύσκολο να σταματήσουμε. Σπάνιο να κοντοσταθούμε και να απορήσουμε "γιατί πρέπει", "πότε πρέπει και πότε όχι" ή "ποιος ορίζει τι πρέπει". Γνωστό είναι πως ένα λάθος που επαναλαμβάνεται από πολλούς εύκολα περνά σαν σωστό. Κάπως έτσι βλέπω την αθρόα και απερίσκεπτη χρήση του "πρέπει".
   Η λύση που προτείνω; Να σκεφτούμε βαθιά τη χρήση του και να την περιορίσουμε στις αληθινά αναγκαίες περιπτώσεις. Για τις υπόλοιπες υπάρχουν πιο ακριβείς λέξεις ή φράσεις. Οκ, πρέπει να δοθεί αίμα και πρώτες βοήθειες σε έναν τραυματία, πρέπει να υπολογίζουμε τη ζωή μας και των άλλων, κτλ. (ακόμα κι εγώ αοριστολογώ αρκετά τώρα). Αλλά δεν "πρέπει" να πάω στην αγορά για ψώνια. "Θέλω" να πάω. Αν δε θέλω απλά δεν πάω. Η γη θα συνεχίσει να γυρίζει γύρω απ' τον ήλιο. Έπειτα, δεν "πρέπει" να πληρώσω το νοίκι μου. Πιο ωραία, εύσχημη και υπεύθυνη λέξη είναι το "οφείλω". Μου δημιουργεί ένα αίσθημα ευθύνης και τονίζει την προσωπική μου ενέργεια. Οφείλω, είναι δική μου υποχρέωση, όχι "πρέπει" γενικά κι αόριστα.
   Ακόμα και σε περιπτώσεις που το "πρέπει" σχεδόν επιβάλλεται από τις περιστάσεις μου αρέσει να χρησιμοποιώ το "καλό θα ήταν". Όχι μόνο επειδή μαλακώνω την έκφραση αλλά κυρίως επειδή χρησιμοποιώ ένα επίθετο. Λέω "καλό θα ήταν" και εννοείται το "για κάποιον". Για εμένα, για εσένα, για την ανθρωπότητα, για κάποιον πάντως. Η αοριστία χάνει έδαφος, έστω και σε μικρό βαθμό. Η αοριστία που, μαζί με την διαταγή και το φόντο του κατεπείγοντος, δημιουργεί αυτή την αγχωτική, απρόσωπη και τόσο βολική για κάποιους λέξη.
   Δεύτερον, η λέξη "φυσιολογικός". Είναι μια λέξη για την οποία έχω αναφέρει πολλά και την μισώ. Την μισώ διότι είναι το προπύργιο του αμαθούς, του ημιμαθούς, του δεσποτικού, αυτού που πιστεύει ακράδαντα πως η άποψή του είναι γεγονός και πως ό,τι σκεφτεί ή κάνει ορίζεται από τη φύση. Το αστείο όμως είναι πως οι άνθρωποι που δεν αρκούνται στην ημιμάθεια, που δεν κουράζονται από την σκέψη, που δεν επιλέγουν να παραβλέψουν σημαντικούς παράγοντες και λεπτομέρειες αρνούνται να χρησιμοποιήσουν αυτή την λέξη. Γιατί; Διότι είναι αόριστη, βαρύγδουπη, τελεσίδικη και αυτός που την χρησιμοποιεί το κάνει για να ξεμπερδεύει. Για να βάλει ένα τείχος μπροστά στα λόγια του και να μην χρειάζεται να αντικρούσει επιχειρήματα ή να ξανασκεφτεί τα λεγόμενά του.
   Το πρόβλημα όμως είναι πως στην κλίμακα της "φύσης", όπως και να την ορίσουμε, είμαστε απειροελάχιστες, αφελείς υπάρξεις. Στον ελάχιστο χρόνο που έχουμε για να ζήσουμε δεν προλαβαίνουμε να καλύψουμε τις βασικές μας ανάγκες, πόσο μάλλον να καθορίσουμε γιατί και πώς δημιουργήθηκε η φύση. Ποιοι είμαστε εμείς που θα κρίνουμε τη φυσική ανάγκη ή το πώς εξελίχθηκε μια ιδιομορφία; Η ομοφυλοφιλία είναι φυσική; Η βία είναι φυσική; Η οδήγηση είναι φυσική; Τι από όσα κάνουμε στο τραπέζι, στο κρεβάτι, στο δρόμο ή στην ύπαιθρο είναι "φυσιολογικό";
   Επιπλέον, για να ορίσουμε τι είναι φυσιολογικό, οφείλουμε (και όχι πρέπει) να ορίσουμε και να κατανοήσουμε σε βάθος τι είναι φύση. Με τον κίνδυνο να φανώ μηδενιστής θα πω πως οι άνθρωποι δεν έχουμε τον τρόπο να το κάνουμε. Όσο κι αν κρυφοκοιτάξουμε τον κυτταρικό κόσμο, όσο κι αν ατενίσουμε τους αστερισμούς, παίρνουμε μια εικόνα μόνο από αυτό που είναι. Μια μικρή εικόνα, φιλτραρισμένη μέσα από τις αισθήσεις μας και την αντίληψή μας. Τα υπόλοιπα είναι υποθέσεις, εικασίες και ευσεβείς πόθοι.
  Αφήστε που θυμάμαι μια πανέμορφη, τόσο γεμάτη βάθος, ρήση ενός πρωταγωνιστή της ταινίας "The Man from Earth", του Art. "Υπερφυσικός. Τι ηλίθια λέξη. Αφού όλα γίνονται μέσα στη φύση". Εδώ νομίζω πως βρίσκεται ο ακρογωνιαίος λίθος της ιδέας μου πως είμαστε πολύ μικροί για να ορίζουμε τη φύση. Πώς γίνεται να δεχόμαστε την έννοια "υπερφυσικός"; "Μεταφυσικός"; Δηλαδή έχουμε ξεψαχνίσει το 100% των νόμων της φύσης, έχουμε δει και μάθει τα πάντα και έπειτα ορίζουμε τι μένει εκτός; Πόσο καλά φαίνεται ότι οι αισθήσεις και η διάνοιά μας είναι μικροσκοπικές και αδυνατούν να δουν τη μεγάλη εικόνα!
   Τι είναι φύση; Το "περιβάλλον"; Τα φυτά και τα ζώα; Μαζί με τα φυσικά (δηλαδή ποια είναι τα αφύσικα) φαινόμενα; Εμείς, οι παρατηρητές, είμαστε εντός ή εκτός φύσης; Όσα κάνουμε είναι επιταγές της φύσης; Η φύση περιορίζεται σε ό,τι γίνεται στη γη; Στο ηλιακό μας σύστημα; Στο γαλαξία μας ίσως; Είμαστε απολύτως βέβαιοι πως σε άλλα πλανητικά συστήματα όλα όσα ξέρουμε δεν είναι άκυρα;
   Η απάντηση είναι όχι. Κι όσο πιο γρήγορα το δεχτούμε, τόσο το καλύτερο για εμάς. Τόσο πιο εύκολα θα πάψουμε να καθόμαστε στον "φυσικό" μας θρόνο κρίνοντας ό,τι δε μας αρέσει αφύσικο. Τόσο πιο γρήγορα θα νιώσουμε ελεύθεροι από την ανάγκη μας να πάμε με τη φύση. Εγώ θα προσθέσω πως, εφόσον μπορούμε να έχουμε μια μικρή εικόνα της φύσης, για την οποία δεν ξέρουμε τα πώς και τα γιατί, καλό θα ήταν να αφήσουμε την άγνοιά μας να μας διδάξει αντί να γεμίζουμε το μυαλό μας με κενές αντιλήψεις, τις οποίες ούτε ψάξαμε ούτε αντιλαμβανόμαστε. Προσωπικά δε νιώθω ότι "πρέπει να είμαι φυσιολογικός". Δε με τιμάει, δε μου αξίζει. Αν πρόκειται να γαντζωθώ σε ανουσιότητες τέτοιες με την ψευδαίσθηση της σταθερότητας, μοιάζω με το παιδάκι που δεν μπορεί να αφήσει το χέρι της μαμάς και να γνωρίσει τον κόσμο. Ευτυχώς όμως είμαι περίεργος. Περίεργος να δω, να μάθω και να ψάξω σε βάθος κι αυτή η περιέργεια είναι που με ωθεί να αφήσω τις "σταθερές", "φυσιολογικές" μου αντιλήψεις, όσα "πρέπει" να πιστεύω, που με ωθεί να αποδεχτώ την άγνοιά μου και να αρχίσω να σκέφτομαι αληθινά.