Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

Πατριαρχία και Φεμινισμός

   Η αδιαμφισβήτητη αλήθεια είναι πως ζούμε σε μια πατριαρχική κοινωνία. Μια κοινωνία δομημένη έτσι ώστε η ευτυχία του άντρα (του ετεροφυλόφιλου άντρα) να είναι στο προσκήνιο και οι υπόλοιποι να φυτοζωούν. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως η μινωική Κρήτη, ο κόσμος ήταν έτσι ανέκαθεν. Γιατί όμως;
   Ο βασικός λόγος είναι η δύναμη. Ο άντρας είναι εκ φύσεως το ισχυρό φύλο. Λέει ανοιχτά την άποψή του, ομαδοποιείται ευκολότερα, δεν κρύβει τις προθέσεις του, κυνηγάει την άμεση εξουσία. Η τεστοστερόνη υπάρχει διάχυτη στον οργανισμό του και κάποιες φορές φέρνει ακρότητες και βία. Ιδιαίτερα όταν μπαίνει στο κυνήγι γυναίκας ή όταν μαλώνει με μια γυναίκα. Και τα δύο είναι επιβεβαιωμένα με αναρίθμητα παραδείγματα. Έτσι έχει διαμορφωθεί με τα χρόνια ένα απαράδεκτο σύστημα ακραίας πατριαρχίας, όπου επί χιλιετηρίδες δεν μπορούσε ούτε συζήτηση να γίνει για τα δικαιώματα των γυναικών. Προς όποιον αμφισβητεί την παραπάνω δήλωσή μου συνεχίζω με παραδείγματα.
   Πρώτον και σημαντικότερον, η θρησκεία μας. Γενικότερα η θρησκεία αντικατοπτρίζει λίγο πολύ κοινωνικές πραγματικότητες. Όπως στην αρχαιότητα βίαιες φυλές ασκούσαν την ανθρωποθυσία και μέχρι σήμερα υπάρχει η θυσία ζώων (πράγμα που δείχνει πως σήμερα η παγκόσμια τάξη αδιαφορεί για τα δικαιώματα των ζώων), στο σύγχρονο κόσμο η πατριαρχία εκφράζεται μέσω της θρησκείας. Στις δύο μεγαλύτερες θρησκείες, τον Χριστιανισμό και τον Μωαμεθανισμό, ο Θεός είναι άντρας. Όση θεωρία και να υπάρχει για την απροσδιοριστία του φύλου του ή για το απρόσωπο και άφυλο της ύπαρξής του, είναι "ο" Θεός και το θέλημά "Του". Μας φαίνεται αστεία έστω και η σκέψη να χρησιμοποιήσουμε το θηλυκό γένος για να περιγράψουμε το Θεό μας. Κι από δω παν κι άλλοι.
   Παρεμπιπτόντως, με τα στοιχεία που παραθέτω δεν προσπαθώ να επιτεθώ στη θρησκεία. Απλώς καταδεικνύω αυτά που η πλειοψηφία θεωρεί "φυσιολογικά" και "εντάξει", όπως το ότι η γυναίκα με περίοδο δεν μεταλαμβάνει, η γυναίκα δεν μπαίνει στο ιερό, δεν μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα του ιερέα, καθώς και ότι οι περισσότεροι συγγραφείς χριστιανικών έργων ή οι μεγάλοι θρησκευτικοί άντρες δεν αμφισβητούσαν την πατριαρχία αλλά την δέχονταν. Δηλαδή σε μια θρησκεία που προσπαθεί να μας πείσει πως όλοι είμαστε ίσοι ενώπιον του Θεού, οι γυναίκες είναι λιγότερο ίσες!
   Είμαι σίγουρος πως θα βρεθούν πολλοί καλοθελητές να μου εξηγήσουν το γιατί τα παραπάνω πρέπει να ισχύουν. Παρόλα αυτά, εκείνοι βλέπουν το δέντρο και χάνουν το δάσος. Απλώς παπαγαλίζουν τις ίδιες απαρχαιωμένες, πατριαρχικές ιδέες ενώ μέσα τους νιώθουν πως υπερασπίζονται το καλό. Ειρωνεία ε; Το καλό πρέπει να φιλτράρεται μέσα από καταπίεση κι εκμετάλλευση...
   Σε άλλους τομείς επίσης η παράδοση αποδεικνύει πως θέλει την γυναίκα κατώτερη του άντρα. Η παράδοση θέλει τη γυναίκα να μην έχει έλεγχο της ελευθερίας της, της επιλογής συντρόφου και της ζωής της γενικότερα. Θέλει "την γυνή να φοβήται τον άντρα", την γυναίκα να κοιτάει τη δουλειά της και να βλέπει το σπιτικό της, να είναι περήφανη για το έργο της στην κουζίνα αλλά μέχρι εκεί. Μέχρι πρόσφατα δεν είχε δικαίωμα ψήφου, δικαίωμα εξόδου από το σπίτι της (κάποιοι παραδοσιακοί τυπάδες ακόμα και σήμερα όταν βλέπουν γυναίκα μόνη έξω λένε "πού κυκλοφορά ασυνόδευτη") και πολλά άλλα σημεία που αποδεικνύουν πως είμαστε ρομποτάκια ρυθμισμένα να αναπαράγουμε (μέσα σε πολλά άλλα) και την εκμετάλλευση του αδύνατου φύλου.
   Ακόμα κι αν δούμε την ελληνική γλώσσα, η υποταγή της γυναίκας έρχεται φυσιολογικά. Παραδείγματος χάρη, όταν θέλουμε να εντάξουμε τα δύο φύλα σε ένα κοινό σύνολο πάντα υπερτερεί το αρσενικό. Βάσει κανόνα. Δηλαδή "ο Βαγγέλης και η Μαρία ήταν έτοιμοι...". Έτοιμοι. Αρσενικό. Προκαλεί γέλιο η ιδέα "ο Βαγγέλης και η Μαρία ήταν έτοιμες...". Γέλιο και σχόλια περί του κατά πόσο ο εν λόγω Βαγγέλης είναι αρκετά άντρας κτλ. Αλλά η αλήθεια είναι πως η γλώσσα μας είναι ένα ακόμα στοιχείο πως τα δύο φύλα δε θεωρούνται ίσα.
   Πέρα από αυτά, έχει τύχει αρκετές φορές να δω αυτοκίνητα ή μηχανάκια τα μεσάνυχτα να σταματάνε μπροστά σε κοπέλες που περπατάνε μόνες τους ή να ρυθμίζουν την ταχύτητα με το βήμα της κοπέλας και να πετάνε "ευφάνταστες" ατάκες από ασφαλή απόσταση. Φυσικά δεν νιώθουν ότι προκαλούν πανικό στην κοπέλα και ότι της εξωτερικεύουν τον (δικαιολογημένο) προαιώνιο φόβο του βιασμού. Αυτό που επίσης δεν καταλαβαίνουν είναι πως το να κρύβονται πίσω από την παρέα ή το "κάνουμε χαβαλέ" ακυρώνει τα αρχίδια που υποτίθεται πως τιμάνε. Διότι αν ήταν ένας από αυτούς μόνος του δε θα είχε το κουράγιο να μιλήσει στην εν λόγω κοπέλα face to face...
   Έπειτα έρχεται η νοοτροπία του μπαρ, το ότι έχω δικαίωμα να κάτσω στο τραπέζι μιας άγνωστης κοπέλας και να της πιάσω την κουβέντα. Μέχρι εκεί το καταλαβαίνω. Έτσι γίνονται γνωριμίες, είναι ένας ίσως αναπόφευκτος τρόπος για να προχωρήσουν αλλά ακόμα κι εκεί υπάρχουν υπερβολές. Δηλαδή αν μια κοπέλα μου πει να φύγω από το τραπέζι της, αυτόματα έχω το δικαίωμα να προσβληθώ και να της μιλήσω άσχημα (λογικό;). Γι' αυτό πρέπει να προσέχει και να μου απαντήσει ευγενικά. Έστω πως όλα καλά μέχρι εδώ. Ας υποθέσουμε για μια φορά, μια φορά μόνο, πως γίνεται το αντίστροφο. Έρχεται δηλαδή μια κοπέλα (που δεν την είχες προσέξει ούτε σου αρέσει) και κάθεται, ή μάλλον φορτώνεται, στο τραπέζι σου, σου την πέφτει στα ίσα και δε δείχνει να θέλει να φύγει. Δε θα θεωρήσεις αναφαίρετο δικαίωμά σου να τη διώξεις από το τραπέζι που κάθεσαι και μάλιστα όχι ευγενικά; Να η διαφορά νοοτροπίας σχετικά με τα δύο φύλα...
   Το πρόβλημα όμως με αυτές τις συμπεριφορές είναι πως τις θεωρούμε φυσιολογικές. Δεν πολυσκοτιζόμαστε μέχρι να θίξει κάποιος άλλος το θέμα. Προσωπικά δεν ένιωθα τη γυναικεία καταπίεση. Φυσιολογικό μιας και είμαι στρέιτ άντρας, δηλαδή άνθρωπος που δεν στοχοποιείται από την κατακραυγή της κοινωνίας. Άρα από μικρός πολλά που γίνονται γύρω μου τα θεωρούσα φυσιολογικά. Και γενικότερα αυτό ισχύει: όταν δεν είμαστε θύματα κακοποίησης είναι δυσκολότερο να καταλάβουμε την κακοποίηση που δέχονται άλλοι. Θεωρούμε τη συμπεριφορά "φυσιολογική". Βέβαια το φυσιολογικό είναι κάτι σχετικό. Όπως διάβασα πρόσφατα "το φυσιολογικό είναι μια αυταπάτη. Αυτό που είναι φυσιολογικό για την αράχνη είναι το Χάος για την πεταλούδα". Και ο νοών νοείτω...
   Βέβαια σε αυτό το σημείο οφείλω να θίξω και το αντίπαλο δέος, το φεμινιστικό κίνημα. Πρώτον, διότι οι εν λόγω είναι φανατισμένες και δε δέχονται ούτε την ύπαρξη αντίθετης άποψης (το έχω βιώσει ενώ ήμουν ευγενέστατος). Δεύτερον, επειδή με τις υπερβολικές αντιδράσεις τους, δηλαδή το να πιάνονται από καθετί άσχετο (πραγματικά άσχετο όμως) και να το ανάγουν σε φεμινιστικό ζήτημα, δείχνουν την υπερβολική στάση τους και γελοιοποιούνται. Τρίτον και σημαντικότερον, επειδή έχουν ξεχάσει προ πολλού την ισότητα των δύο φύλων. Οι περισσότερες φεμινίστριες δε θεωρούν πως τα δύο φύλα θα έπρεπε να είναι ίσα. Αντίθετα, θέλουν να φύγει η πατριαρχία και από μέσα τους (κάποιες κι απέξω τους) έχουν διακαή πόθο να έρθει η εποχή της μητριαρχίας και να ακολουθήσουν οι ίδιοι βανδαλισμοί εναντίον των αντρών.
   Φυσικά ακόμα και στις "μετριοπαθείς" (σε εισαγωγικά διότι ένα φανατισμένο κίνημα δεν διακατέχεται από μετριοπάθεια) υπάρχουν διάφορες παραπλανήσεις. Π.χ. όταν κάποια φορά προσπάθησα να ανοίξω θέμα με φεμινίστριες για το κακό που τους προκαλούν οι εταιρείες καλλυντικών, οι οποίες τους προκαλούν εσκεμμένα ανασφάλειες και προωθούν την τεχνητή ομορφιά, παραγκωνίζοντας τη φυσική ομορφιά σαν κάτι ανάξιο λόγου, υπήρξε σοβαρή αντίδραση. Αντί να δεχτούν (ή έστω να σκεφτούν για λίγο) τα λόγια μου, αντίθετα μου κόλλησαν 5-6 ταμπέλες για το τι είμαι: "σεξιστής", "μισογύνης", πως "προσπαθώ να αστυνομεύσω τις ελευθερίες τους" κτλ. Αυτά για αρχή. Όταν έπειτα εξέφρασα την άποψη πως όντως προτιμάω το ελάχιστο μακιγιάζ η απάντηση ήταν η εξής: "πρέπει κάποιος άντρας να είναι πολύ ζώον για να μην του αρέσει το μακιγιάζ". Ποιος αστυνομεύει ποιανού απόψεις τελικά;
   Οπότε επιμένω πως συχνότατα οι φεμινίστριες σκάβουν λάκκους και πέφτουν οι ίδιες μέσα. Προσπαθούν απελπισμένα να δείχνουν υπέρμαχοι της ελευθερίας και της ισότητας πασχίζοντας να ταυτίσουν συχνά τα δύο φύλα, πράγμα που δε γίνεται μιας και τα δύο φύλα είναι ίσα αλλά όχι ίδια. Παράλληλα χρησιμοποιούν απόλυτες εκφράσεις γενικεύοντας αυθαίρετα και καταλήγουν να προσπαθούν να υπερασπιστούν απαράδεκτες γυναικείες συμπεριφορές ή να επιτεθούν σε μετριοπαθείς άντρες. Αλλά αυτά παθαίνει κανείς όταν γενικεύει και προσπαθεί να βάλει τα δύο φύλα σε καλούπια. Επίσης χρησιμοποιούν πολύ κακό λεξιλόγιο και ρητορική μίσους, κάτι που τις κάνει το ίδιο και περισσότερο αντιπαθείς από τους δυνάστες τους. Τέλος, έχει εφευρεθεί το "mansplaining" δηλαδή η κατάπτυστη προσπάθεια των αντρών να δικαιολογήσουν την καταπίεση που ασκούν. Αυτό έχει καταντήσει όμως ένας τρόπος να φιμώνεται κάθε άντρας και η ύπαρξη έστω της άποψής του να θεωρείται mansplaining. Τόσο δημοκρατικά και όμορφα...
   Το συμπέρασμα που καταλήγω έχοντας αναλύσει τα δύο άκρα είναι το εξής: οι άντρες οφείλουμε να ανοίξουμε τα μάτια μας και να δούμε την καταπίεση που ασκούμε, ηθελημένα ή άθελά μας. Όταν συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχει πατριαρχία, καταπίεση των γυναικών και θελήσουμε να αλλάξουμε προς το καλύτερο, ο κόσμος θα γίνει ένα καλύτερο μέρος. Από την άλλη, το φεμινιστικό κίνημα καλό θα ήταν να στοχεύει στην ισότητα των δύο φύλων κι όχι στο να γίνει τραμπάλα, δηλαδή από πατριαρχία να πάμε σε μητριαρχία, διότι έτσι προωθείται η καταπίεση. Κι επίσης να γίνουν πιο διαλλακτικές, διότι ο φανατισμός ποτέ δεν κάνει τον κόσμο καλύτερο.

Μισογύνης, πατριαρχία, φεμινισμός, γυναίκες, άντρες, ανδροκρατία

Γυναικοκρατία, φεμινίστρια, ανισότητα, ανδρισμός

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Η Ψυχοθεραπεία της Οδήγησης

   Όταν πήγαινα γυμνάσιο είχα μια καθηγήτρια αρκετά ευχάριστη. Άνθρωπος συζητήσιμος, ανοιχτόμυαλος, ευδιάθετος, γελαστός, χαρούμενος. Πολλά καλά σε ένα. Η κ. Λευκοθέα. Ένα πρωί που την είδα να φτάνει στο σχολείο πρόσεξα πως έμεινε μέσα στο αυτοκίνητό της χωρίς να κάνει κάτι. Απλά κοιτούσε στο κενό. Πήγα, αρκετά αδιάκριτα (διότι γενικά οι ανοιχτοί άνθρωποι συχνά γίνονται στόχοι αδιακρισίας) και την ρώτησα γιατί δεν κατεβαίνει. Η απάντησή της ήταν: "μα δεν τελείωσε ακόμα το τραγούδι που παίζει. Μου αρέσει πολύ".
   Ομολογώ πως σοκαρίστηκα. Με το εφηβικό μου μυαλό είχα αντιγράψει τις κινήσεις άλλων οδηγών, που στο αμάξι έμπαιναν βιαστικοί και φουριόζοι κι έβγαιναν βιαστικοί, φουριόζοι κι αγχωμένοι. Καπνίζοντας μανιωδώς και μιλώντας ταυτόχρονα στο τηλέφωνο. Δεν μπορούσα να φανταστώ πως το ταξίδι με το αμάξι θα μπορούσε να χαλαρώσει έναν άνθρωπο. Πλέον το θεωρώ επιβεβλημένο. Τώρα πια θέλω να μπαίνω στο αμάξι μου και να ταξιδεύω ευδιάθετος. Να κάνω σκέψεις φευγάτες, να συζητάω με τον εαυτό μου και να απολαμβάνω το ταξίδι. Κάτι πολύ απλό, που όμως η πλειοψηφία των οδηγών δεν κάνει. Ή μάλλον δεν φαντάζεται καν πως θα μπορούσε να κάνει!
   Άλλο παράδειγμα: μιλούσα προχτές με έναν (μάλλον σκεπτικιστή) φίλο μου. Μου ανέφερε πως έμεινε μια ώρα κοιτώντας τον πολυσύχναστο δρόμο έξω από μια μονοκατοικία, παρατηρώντας τους οδηγούς. Το συμπέρασμά του ήταν: "Άσχημοι άνθρωποι μέσα σε όμορφα αμάξια και επικοινωνούν αποκλειστικά με την κόρνα". Ομολογώ πως συμφωνώ. Αν προσέξουμε τους περισσότερους οδηγούς θα δούμε το μυαλό τους για χρόνια ολόκληρα να τρέχει στις δουλειές τους, το αμάξι να τρέχει στο ρυθμό του άγχους, την κόρνα να χτυπάει όπως σφυροκοπάει το μυαλό τους η αρνητικότητα και το ταξίδι να παράγει, θαρρείς, κι άλλη δυσφορία. Μπαίνουν μέσα με άσχημη ψυχολογία και βγαίνουν με ακόμα χειρότερη. Πόσο αφιλοσόφητοι άνθρωποι!
   Ας παραθέσω όμως κάποιες σκέψεις μου σε αυτό το σημείο. Πρώτον, σχεδόν κάθε άνθρωπος έχει έγνοιες στο κεφάλι του, μικρές ή μεγάλες. Δεύτερον, το αυτοκίνητο χρησιμοποιείται συνήθως για να μας μεταφέρει σε δουλειές, σκοτούρες, επείγοντα ραντεβού κτλ. Αυτό από μόνο του κάνει το μέσον αυτό έναν κλειστό χώρο όπου το άγχος μας εγκλωβίζεται μέσα και μας πνίγει. Τρίτον, όταν οδηγάμε μπαίνουμε σε έναν άλλο ρυθμό, προσωπικό, που ενορχηστρώνεται από την ταχύτητα της μηχανής, τη δική μας βιασύνη, το οδόστρωμα, τους άλλους οδηγούς και κάποιους απρόβλεπτους παράγοντες. Με αυτά κατά νου συμπεραίνω ότι οι δουλειές, η καθημερινότητα και η μεταφορά μας στα μέρη που πρέπει να πάμε γίνονται σε έναν ασταμάτητο, πυρετώδη ρυθμό όπου δεν έχουμε χρόνο για ανθρωπιά. Δεν προλαβαίνουμε να είμαστε χαρούμενοι. Πρέπει να βιαστούμε. Πρέπει να φτάσουμε. Πρέπει να τελειώνουμε. Πρέπει.
   Στον αντίποδα ας κάνω κάποιες θετικές σκέψεις. Τα προβλήματα δεν τελειώνουν (ω ναι, αυτή είναι θετική σκέψη!). Άρα όσο και να τρέξουμε δε θα φτάσουμε στο σημείο όπου "όλα θα έχουν λυθεί". Αυτό σημαίνει πως είτε θα επιλέξουμε να ζούμε καθημερινά στο βραχνά της βιασύνης και του άγχους, έτσι ώστε να ζούμε τη ζωή ενός κυνηγημένου χωρίς να ξέρουμε ποιος είναι ο διώκτης μας, είτε θα αποφασίσουμε πως εμείς είμαστε οι ενορχηστρωτές του καθημερινού ρυθμού μας και θα απολαύσουμε τη διαδρομή. Αυτό απαιτεί όμως να συνειδητοποιήσουμε τι κάνουμε και να ενεργούμε συνειδητά, όχι μηχανικά. Ως άνθρωποι, όχι ως μηχανές. Επίσης, να μάθουμε τον εαυτό μας και να του διδάξουμε την ομορφιά της χαλάρωσης και της καλής συνήθειας.
   Έχοντας καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα και έχοντας περάσει πολλές ώρες στο τιμόνι μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα μπορώ να πω πως πλέον αγαπάω την οδήγηση. Αγαπάω την διαδρομή και την επανάληψή της, διότι με χαλαρώνει και είναι πάντα διαφορετική, ακόμα κι αν περνάω από τα "ίδια" μέρη. Διότι έχω βάλει κάποιες καλές συνήθειες στην οδηγική καθημερινότητά μου.
    Βάζω μουσική. Απαλή, χαλαρωτική μουσική. Μουσική που διώχνει την ψευδαίσθηση της βιασύνης και του αέναου κυνηγητού με τον χρόνο. Ταυτόχρονα, σιγοσφυρίζω τον ρυθμό της ή τραγουδάω (πράξη που από αγάπη προς τους συνανθρώπους μου την κάνω αποκλειστικά όταν είμαι μόνος). Προσπαθώ να ξεκινάω λίγο πιο νωρίς, έτσι ώστε να πηγαίνω στα ραντεβού μου ή στις δουλειές μου χωρίς άγχος. Απολαμβάνοντας το κάθε λεπτό της διαδρομής, μιας διαδρομής που άλλοι κάνουν ξεφυσώντας, βαρυγκομώντας και κορνάροντας. Έτσι μπορώ να σταματήσω στο κόκκινο φανάρι με τη σκέψη ότι για λίγη ώρα θα χαλαρώσω και θα ακούσω τραγούδια που μου αρέσουν. Και φυσικά, κουβαλάω στο αμάξι μου βιβλία ή σταυρόλεξα. Δηλαδή πράγματα που μου αρέσουν και κάνουν την στάθμευση και την αναμονή ευχάριστη. 
   Πλέον η ώρα που περνάω στο αμάξι, ακόμα και παρκαρισμένος, δεν είναι μια ψυχοφθόρα αναμονή. Δεν είναι ότι βιάζομαι λιγότερο από παλιά ή ότι έχω λύσει τα προβλήματά μου. Ούτε πως οδηγάω πια μόνο για βόλτα και όχι για δουλειές. Απλά έχω συνειδητοποιήσει πως πρέπει να ελαφρύνω τον εαυτό μου από τα βάρη που τον ταλαιπωρούν και να επιμερίζω τις έγνοιες μου. Δε θα τελειώσω αν τρέξω ούτε θα λυθούν τα προβλήματά μου αν υπερβώ τον εαυτό μου. Δεν θα γυρίσω πίσω στο χρόνο. Σχεδόν πάντα υπάρχει χρόνος να ακούσω ένα τραγούδι ή να σκεφτώ κάτι θετικό κατά τη διάρκεια της οδήγησης. Διότι οι δημιουργικές σκέψεις έρχονται σε αυτές τις ώρες όπου έχω τον έλεγχο του εαυτού μου και την ηρεμία μου. Με κάποια απλά, σταθερά βήματα. Κι ας μην το καταφέρνω πάντα και παντού. 
   Αν έχω μια συμβουλή να δώσω σε φίλους οδηγούς, βιαστικούς, πολυάσχολους, κουρασμένους και πιο δουλευταράδες από μένα, πιο κυνηγημένους από τη ζωή και με πιο ασφυκτικά προβλήματα ή πιο στενά περιθώρια χρόνου, είναι η εξής: μην προσπαθείτε να δικαιολογείτε το άγχος και τη βιασύνη σας. Προβλήματα θα υπάρχουν συνεχώς. Κάποια άλυτα ίσως. Αφήστε και λίγα για αύριο και απολαύστε τη διαδρομή. Κάντε τη χάρη στον εαυτό σας να ζήσει χαρούμενος. Αντί να μεταθέτετε την ευτυχία σε ένα αόριστο μέλλον σαν μια ακόμα υποχρέωση, βάλτε την καθημερινά στη ζωή σας. Όπως τόνιζε κι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, σημασία έχει το ταξίδι και όσα ζήσαμε σε αυτό...

Αυτοκίνητο, χαλάρωση, μουσική, οδηγός, τιμόνι