Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Η Καλύτερη Άμυνα είναι η Επίθεση

   Είναι αλήθεια πως κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβει απόλυτα κάποιον άλλον. Το 100% στην κατανόηση δεν υπάρχει, ακόμα και μετά από χρόνια συμβίωσης. Αυτό σημαίνει πως κάθε ψυχή έχει τις δικές της "σκοτεινές γωνίες", όπου τα πράγματα λειτουργούν με την δική τους λογική και η επιστήμη της ψυχολογίας σηκώνει τα χέρια ψηλά. Εξάλλου κανείς δεν είναι "λογικός" στις συνομιλίες που έχει με τον εαυτό του. Δεν υπάρχει τέτοια ανάγκη. Ούτε ανάγκη να είναι κανείς σοβαρός. ευπρεπής ή ευγενικός με τον εαυτό του.
   Παρόλα αυτά, επειδή ζούμε σε κοινωνίες, η αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων είναι αναπόφευκτο στοιχείο της καθημερινότητας. Οπότε επιστρέφουμε στα ζητήματα της ευγένειας και της ευπρέπειας. Οπότε, προκειμένου να είναι κάποιος ευγενικός, "σκοτώνει" κάποια σημεία της προσωπικότητάς του. Αυτό είναι ένα αναγκαίο κακό, το οποίο προλαμβάνει άλλα, μεγαλύτερα, τα οποία προέρχονται από την αδυναμία κατανόησης του πλησίον ή την απροθυμία για κατανόηση. Κι έτσι φτάνουμε σε έναν φαύλο κύκλο "ευγένειας", όπου ο καθένας μας έχει μεταβάλει στοιχεία της προσωπικότητάς του προκειμένου να είναι "αποδεκτός" από την κοινωνία και ο πραγματικός μας εαυτός κρύβεται κάπου, σαν κάτι απολίτιστο και μη αποδεκτό.
   Βέβαια αυτή είναι η κορυφή του παγόβουνου. Διότι η ευγένεια επιτάσσει διάφορες συμπεριφορές. Για παράδειγμα, όταν βλέπουμε έναν γνωστό μας στο δρόμο, ακόμα κι αν δεν έχουμε χρόνο ή διάθεση να του μιλήσουμε, οφείλουμε να τον χαιρετήσουμε για να μην παρεξηγηθεί. Φυσικά σε μια συζήτηση λίγων λεπτών (ή δευτερολέπτων), η δυσκολία των συνθηκών είναι δύσκολο να περιγραφεί κι έτσι ο ένας δείχνει βιαστικός και απρόθυμος, ο άλλος φαφλατάς και ανυπόφορος και φεύγουν ενίοτε και οι δύο παρεξηγημένοι, μέσα σε μια αλυσιδωτή αντίδραση αμηχανίας.
   Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας αμηχανίας εμφανίζεται στη συνάντηση δυο παλιών γνωστών. Ενώ είναι φυσιολογικό η ζωή να χωρίσει προσωρινά (ή και παντοτινά) δυο ανθρώπους που μοιράζονται ένα κοινό παρελθόν - μιας και οι ζωές μας μοιάζουν με τεμνόμενες ευθείες, μοιραία ενωμένες μια φορά πριν χαθούν στο άπειρο- ο καθωσπρεπισμός δεν το επιτρέπει. Συνήθως ο ένας από αμηχανία, ανασφάλεια ή ενοχές θέλει να ρίξει το "φταίξιμο" στον άλλον και του λέει: "πού χάθηκες;" Αυτή η σιχαμερή έκφραση στοιχειώνει καθημερινά πολλές συζητήσεις και κρύβει σχεδόν πάντα πίσω της το προαναφερθέν τρίπτυχο. Η απάντηση είναι "χάθηκα όπου χάθηκες κι εσύ" αλλά κανείς δεν την λέει. Οι περισσότεροι σκύβουν το κεφάλι και, ενώ είχαν πρόθεση να πουν απλά μια όμορφη καλημέρα στον άλλον, γίνονται αποδέκτες των ενοχών του. Αυτό δείχνει πως ακόμα και στην κοινωνική συμπεριφορά μας η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση. Η έκφραση αυτή πετάει το μπαλάκι των ενοχών μας στον άλλον, ώστε να απαλλαγούμε από αυτές. Εγωιστικό ε; Κρίμα. Αυτά έχει η ανθρώπινη φύση, όπως λένε.
   Αλλά η μεταβίβαση των ενοχών είναι δυστυχώς ένα ζιζάνιο που φυτρώνει παντού. Ειδικά όταν μια ομάδα ανθρώπων έχει τις ίδιες ενοχές, αυτές κρύβονται καλά μέσα στο πλήθος. Μα όταν η ομάδα αυτή έρχεται αντιμέτωπη με μια περίπτωση που βγάζει στην επιφάνεια τις ενοχές τους, τότε τα αποτελέσματα είναι άσχημα. Για παράδειγμα, ο φόβος προς το διαφορετικό δημιουργεί εσωτερική σύγχυση και ενοχές. Ο φόβος προς το διαφορετικό βέβαια παίρνει πολλές μορφές: ομοφοβία, ξενοφοβία, μισαλλοδοξία κτλ. Ο κατάλογος είναι μακρύς. Κι ενώ πολλά φαινόμενα αποκρύπτονται ή αποσιωπούνται, υπάρχουν τόσα πολλά κρούσματα βίας στον κόσμο ώστε το φαινόμενο έχει διογκωθεί και δεν γίνεται πια να κρυφτεί. Ευπαθείς ομάδες γίνονται στόχος καθημερινά και η ζωή τους γίνεται κόλαση. Και ο λόγος είναι πως κάποιοι άλλοι νιώθουν ανασφάλεια, φοβίες και δεν ξέρουν πως να τα αντιμετωπίσουν. Φυσικά, μιας και η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση, έχουμε γιουχαρίσματα και ξυλοδαρμούς ομοφυλόφιλων από ομοφοβικές ομάδες, ξυλοδαρμούς και δολοφονίες μεταναστών από ρατσιστικές ομάδες μίσους, καθώς και θρησκευτικούς πολέμους λόγω μισαλλοδοξίας, όπου τα αντίπαλα στρατόπεδα (για να μην αναφέρω τους άμαχους) πνίγονται στο αίμα για να αποδείξουν "ποιος θεός είναι πιο πανάγαθος".
   Τελικά, μάλλον η κοινωνία μας δεν έχει ξεφύγει και πολύ από καταστάσεις ζούγκλας. Μάλλον αυτές οι "σκοτεινές γωνιές" μέσα στον καθένα μας γεννάνε όλο και περισσότερο σκοτάδι, επειδή η οικογένεια, το σχολείο και η κοινωνία μας μεγαλώνουν με ταμπού και απαγορεύσεις, αντί να ρίξουν φως και να αγκαλιάσουν την διαφορετικότητα όσο το παιδί είναι ακόμα μικρό. Αυτό γεννά παρεξηγημένους εφήβους, αμήχανους μπροστά σε πολλές καταστάσεις ενήλικες και πολύ, πολύ και άσβεστο μίσος. Άραγε θα αλλάξει η νοοτροπία αυτή; Ή εσαεί η καλύτερη άμυνα θα είναι η επίθεση; 

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Ζώντας την Εμπειρία όπως ο Βούδας (Η Συνειδητοποίηση των Πραγμάτων)

   Η δημοσίευση αυτή δεν έχει καθόλου θρησκευτικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, έχει βαθύτατα κοινωνικό και ψυχολογικό περιεχόμενο. Θα ξεκινήσω με την εμπειρία του Βούδα, όπως λέγεται ότι την έζησε, και μετά θα κάνω μια αναλογία με την καθημερινότητα.
   Ο Βούδας λοιπόν, ή αλλιώς Σιντάρτα Γκαουτάμα, ήταν ένας νεαρός πρίγκηπας της Ανατολής, συγκεκριμένα πρίγκηπας της φυλής Σάκυα του Νεπάλ, γεννηθείς περί το 563 π.Χ. Λέγεται πως ο βασιλιάς πατέρας του απαγόρεψε σε οποιονδήποτε να του μιλήσει ή να του δείξει κάτι σχετικό με την αρρώστια ή τον θάνατο. Έτσι ο Σιντάρτα έζησε μέχρι και την ηλικία των 29 χρονών χωρίς να έχει την παραμικρή εμπειρία ή ιδέα για την αρρώστια και τον θάνατο. Όποτε έβγαινε έξω από το παλάτι οι αξιωματούχοι διέταζαν τους ανθρώπους να κρύβουν τους αρρώστους και τους ηλικιωμένους και δημιουργούσαν μια ψεύτικη εικόνα υγείας και ευημερίας για να δει ο πρίγκηπας. Λέγεται πως σε κάποια έξοδό του προς το βασίλειο, όπου συνοδευόταν από τον πατέρα του, ο Σιντάρτα είδε με την άκρη του ματιού του έναν άρρωστο γέρο σε κάποιο σκοτεινό στενό. Ταραγμένος από το αλλόκοτο, δύσμορφο αυτό πλάσμα άφησε τις πολυτέλειες και τους συνοδούς του και έτρεξε να το βρει. Φημολογείται πως η εικόνα τον σόκαρε και αποτυπώθηκε στη μνήμη του. Ένας νέος κόσμος ανοίχτηκε μπροστά του, ο οποίος του άλλαξε ριζικά τη ζωή και τελικά τον οδήγησε στη φώτιση.
   Αυτή ήταν περιληπτικά η εμπειρία του Βούδα. Αφήνοντας έξω κάθε θρησκευτικό περίβλημα, ο Σιντάρτα ήταν ένας άνθρωπος που γεννήθηκε με πολλά προνόμια. Το προνόμιο του να είναι πάμπλουτος, να δέχεται βασιλικές τιμές, να είναι ασφαλής από καθετί και να μην έχει καμία έγνοια στο μυαλό του. Ουσιαστικά είχε κάθε προνόμιο εκτός από αυτό της πραγματικής γνώσης. Όταν την απέκτησε, αυτή η γνώση κατέστρεψε συθέμελα την εικόνα που είχε για τη ζωή και του άνοιξε τα μάτια σε έναν καινούριο κόσμο. Αλλά θα αναρωτιέται κανείς: τι μας ενδιαφέρει εμάς η εμπειρία ενός αρχαίου πρίγκηπα μακριά στην Ανατολή;
   Η απάντησή μου είναι η εξής: μας ενδιαφέρει διότι μια παρόμοια εμπειρία δεχόμαστε κι εμείς σε αρκετές φάσεις της ζωής μας. Μια εμπειρία που αλλάζει δραματικά τον τρόπο που κοιτάμε τον κόσμο και αλλάζει μαζί τη νοοτροπία μας, τη συμπεριφορά μας προς τους άλλους και την άποψή μας για διάφορες συμπεριφορές άλλων. Ουσιαστικά είναι κάτι σαν απογαλακτισμός, σαν κόψιμο του ομφάλιου λώρου και έξοδος χωρίς επιστροφή από τον κόσμο της αθωότητας. Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα, αρκετά από τα οποία θα αναφέρω παρακάτω.
   Πρώτο και σημαντικότερο: η ανάγκη για επιβίωση και ο προσωπικός αγώνας γι' αυτήν, τον οποίον δίνουμε κάθε στιγμή της ζωής μας, άλλοτε ενστικτωδώς κι άλλοτε ενσυνείδητα. Όταν βγαίνουμε από το μητρικό σώμα, το τόσο προστατευτικό και απαγορευτικό για τους εξωτερικούς κινδύνους, είμαστε πλέον εκτεθειμένοι στον έξω κόσμο. Το πρώτο μας μάθημα είναι πως πρέπει να αναπνέουμε. Πως πρέπει να φροντίζουμε οι ίδιοι για τον εαυτό μας, μιας και ο ομφάλιος λώρος κόπηκε για πάντα. Πως είμαστε μόνοι μας στον αγώνα της ζωής μας, όσοι κι αν υπάρχουν δίπλα μας.
   Δεύτερο είναι η συνειδητοποίηση της ιδέας του θανάτου. Κατά τη γνώμη μου η πιο δύσκολη συνειδητοποίηση: πώς να καταλάβεις σε βάθος την ανυπαρξία, το τίποτα, την έλλειψη ζωής, όντας σε ένα σώμα που ζει, έχει ανάγκη από ζωή και είναι γεμάτο συναισθήματα; Βέβαια όλοι μας, όπως κι ο Σιντάρτα, περνάμε από το κατώφλι της συνειδητοποίησης αυτής, λίγο ή πολύ, αργά ή γρήγορα, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Εξάλλου το ότι θα αποδημήσουμε κάποια στιγμή από αυτό τον κόσμο είναι το μόνο σίγουρο πράγμα που μπορεί κανείς να μας υποσχεθεί σε αυτή τη ζωή. Όμως αρκετά με τα μακάβρια.
   Ένα ακόμα σοκ που παθαίνει η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων είναι η ιδέα της γενετήσιας ορμής, η ανάγκη για σεξ. Το πώς αντικρίζει κανείς αυτή την ιδέα για πρώτη φορά συχνά επηρεάζει για πάντα την οπτική του γωνία στο θέμα. Θυμάμαι στη "Μεγάλη Χίμαιρα" του Καραγάτση πόσο τραυματίστηκε η πρωταγωνίστρια, η Μαρίνα, από αυτή την εμπειρία με αποτέλεσμα να είναι ανοργασμική για αρκετά χρόνια. Σε κάθε περίπτωση αυτή η συνειδητοποίηση αλλάζει για πάντα τον τρόπο σκέψης μας και το πέπλο της αθωότητας χάνεται, αφήνοντάς μας να δούμε τον κόσμο αφιλτράριστο. Βάσει αυτής πολλές φορές, από υποταγή ή αντίδραση, δημιουργούνται τα προσωπικά μας γούστα.
   Έπειτα, μια τρομακτική συνειδητοποίηση τραντάζει τους ανθρώπους που αμφισβητούν τη θρησκεία. Αυτούς που έρχονται αντιμέτωποι με την πιθανότητα, έστω και απειροελάχιστη, να μην υπάρχει θεός. Αυτούς που έπειτα βλέπουν γύρω τους την κοινωνία πιστών σαν τρελούς και αντιμετωπίζουν κάθε θρησκευτική λειτουργία σαν κάτι πλαστικό, ψεύτικο. Ο απογαλακτισμός εδώ έγκειται στο ότι ξαφνικά εξαφανίζεται ένας επουράνιος πατέρας που μέχρι πρότινος πιστεύει κάποιος ότι για πάντα θα τον προστατεύει και ο άνθρωπος καταλαβαίνει για πρώτη φορά πως είναι μόνος του. Κλείνοντας αυτό το ευαίσθητο θέμα (το ανέφερα σαν ένα δυνατό παράδειγμα, χωρίς να τοποθετούμαι προσωπικά επ' αυτού), ας αναφέρω πως η μεγαλύτερη δύναμη της πίστης είναι και η μεγαλύτερη αδυναμία της. Δηλαδή δεν χρειάζεται να αποδείξει κανείς ότι υπάρχει θεός αλλά παράλληλα δεν υπάρχει κανένας απολύτως τρόπος να το αποδείξει!
   Παρόμοιας φύσεως αλλά πολύ μικρότερης κλίμακας είναι η συνειδητοποίηση πως δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης. Αν και σαν παιδί ποτέ μου δεν πίστεψα σε αυτόν βασισμένος στην, έστω παιδική, λογική μου, μπορώ να φανταστώ το σοκ κάποιου παιδιού που ξαφνικά χτυπιέται κατακούτελα με την ιδέα πως ο αγαθός αυτός παππούλης που τον αγαπάει δεν υπάρχει. Είναι το πρώτο παιδί που θα τρέξει με απόγνωση να σιγουρευτεί ρωτώντας τους μεγάλους· είναι το πρώτο παιδί που θα διδάξει με αυστηρό και απόλυτο τρόπο την αλήθεια αυτή στους συνομίληκούς του, για να κρύψει την πίκρα και την θλίψη του μέσα στο πλήθος.
   Προσωπικά ο κόσμος μου άλλαξε όταν έμαθα για την ύπαρξη της γλώσσας του σώματος. Μετά από τόσα χρόνια που άκουγα τον όρο από ανθρώπους που αναφέρονταν σε αυτήν σαν κάτι αστείο, γελοίο ή αφορμή για προκλητικό χιούμορ, συνειδητοποίησα πως είναι αληθινή. Αληθινή και ακριβής. Μια γλώσσα που μιλάμε όλοι μας χωρίς οι περισσότεροι να το συνειδητοποιούν! Και μάλιστα τα σημάδια της είναι έκδηλα, φανερά. Τις πρώτες μέρες έβλεπα τους ανθρώπους γύρω μου μόνο με βάση αυτών που έδειχναν με το σώμα τους, όχι βάσει αυτών που έλεγαν. Ακόμα και μετά από τόσα χρόνια με συναρπάζει η ιδέα αυτής της γλώσσας, της μοναδικής οικουμενικής, παγκόσμιας γλώσσας.
   Έπειτα, μια γιγάντια συνειδητοποίηση, ίσως στο ίδιο επίπεδο με αυτήν της θρησκείας, είναι αυτή της χορτοφαγίας. Προσωπικά με παρέλυσε η ιδέα πως ό,τι ήξερα μέχρι τώρα για τη διατροφή μας, για το τι πρέπει να τρώμε και τι δεν πρέπει είναι ένα ψέμα, ένα καλοστημένο, γεμάτο συμφέροντα ψέμα. Πως τα ζώα δεν τα έφτιαξε ο δημιουργός μας με απώτερο σκοπό να τα τρώμε. Πως ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη να φάει τη σάρκα τους αλλά το κάνει από συνήθεια, έθιμο, για τη γεύση και την άνεσή του. Πως ίσως να είμαστε και δολοφόνοι από μικροί. Πως ίσως πάρα πολλές ασθένειες δε θα μας βασάνιζαν αν δεν βάζαμε στο σώμα μας νεκρή σάρκα. Μεγάλο θέμα αυτό, θέλει ψάξιμο και μελέτη, οπότε δεν προεξοφλώ κανέναν υπέρ ή κατά κατευθείαν.
   Παραπάνω αναφέρθηκα στον Βούδα ως έναν άνθρωπο γεννημένο με προνόμια. Σταδιακά συνειδητοποιώ πως έχω κι εγώ από γεννησιμιού μου παρόμοια προνόμια, τα οποία για χρόνια θόλωναν την κρίση μου και με έκαναν να μην μπορώ να σκεφτώ καθαρά: πρώτον, γεννήθηκα ελεύθερος. Δεύτερον, γεννήθηκα ασφαλής. Τρίτον, γεννήθηκα άντρας.
   Τι σημαίνει να γεννηθεί κανείς ελεύθερος; Σημαίνει πως δεν είναι δούλος κανενός. Πως του επιτρέπεται να κυκλοφορήσει, να μιλήσει, να ασχοληθεί με τον εαυτό του πρώτα και για όσο θέλει. Σημαίνει πολλά πράγματα. Το πιο ωραίο πράγμα με την ελευθερία είναι η πολύσημη έννοιά της. Σαν μια θάλασσα που την απολαμβάνεις, νομίζεις ότι ξέρεις αλλά δεν καταφέρνεις να δεις τα τρομακτικά, σκοτεινά βάθη της που κρύβονται κάτω από την επιφάνεια. Λέγοντας αυτό, αναφέρομαι στη δουλεία. Σε έναν θεσμό που τυράννησε (και τυραννά ακόμα) αμέτρητο αριθμό ανθρώπων και κανείς άνθρωπος που είναι ελεύθερος δεν μπορεί να τους καταλάβει σε βάθος. Όταν συνειδητοποίησα τι σημαίνει δούλος, για κάποιο χρονικό διάστημα σιχάθηκα το ανθρώπινο γένος. Αηδίασα με κάθε ιδέα εξουσίας, κυριαρχίας και δεσποτισμού. Κατάλαβα εν μέρει τι σημαίνει να μη σου ανήκει η ίδια σου η ύπαρξη, το σώμα σου, του μυαλό σου, τα παιδιά σου, η ζωή σου γενικότερα. Μια φριχτή πραγματικότητα.
   Έπειτα, γεννήθηκα ασφαλής. Ασφαλής σε έναν κόσμο που πολλά παιδιά δεν έχουν να φάνε, γίνονται βορά άγριων, ανήμερων κι ανελέητων θηρίων (που άλλοτε έχουν την μορφή ανθρώπων), βρίσκονται εν μέσω πολέμων, γενοκτονιών. Που ζούνε σε γκέτο, σε καραντίνα, σε καθεστώς ρατσιστικής βίας. Μαυράκια, Εβραιόπουλα, Γιαπωνεζάκια στην Αμερική του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Είμαι ασφαλής. Τόσο ασφαλής που μέχρι πρότινος δεν είχα ιδέα τι σημαίνει να είσαι αντιμέτωπος με τη βία και το θάνατο σε κάθε σου στιγμή.
   Γεννήθηκα άντρας. Άντρας, δηλαδή το ισχυρό φύλο. Το φύλο που κυριαρχεί ανέκαθεν, με εδραιωμένα δικαιώματα και προνόμια. Δε μου σφύριξαν ποτέ υποτιμητικά στο δρόμο εξαιτίας του φύλου μου, δεν ζω με το φόβο πως ανά πάσα στιγμή θα πέσω θύμα βιασμού, δεν φοβάμαι πώς θα βγω έξω για τα χίλια σχόλια που θα μου κάνουν, δε φοβάμαι πως θα μου κάνουν κλειτοριδεκτομή. Δε θα χρειαστεί να φορέσω μπούργκα, δεν μου σπάει κανείς την πατούσα για να πάρει το πόδι μου το ευγενές σχήμα της πριγκίπισσας του λωτού. Βγαίνω έξω και είμαι "στα αρχίδια μου", ακριβώς επειδή έχω. Ενώ μια γυναίκα, από τη στιγμή της γέννησής της, οφείλει να κρύβει τις σκέψεις της, το σώμα της, τις ορμές της και πολλές φορές την ύπαρξή της την ίδια, επειδή ζει σε έναν κόσμο αντρών. Οφείλει να προσέχει πού θα κυκλοφορήσει, τι θα πει, τι θα δείξει, διότι τα πάντα παρεξηγούνται και μπορεί ανά πάσα στιγμή να βρεθεί σε κίνδυνο. Είναι το αδύναμο φύλο. Κανείς άντρας δεν μπορεί να φανταστεί την καθημερινή κακοποίηση που περνάει το γυναικείο φύλο: δεν έχει ανάγκη να τη νιώσει. Διότι οι φόβοι που έχουμε είναι αρκετοί. Θέλει πραγματική δύναμη για να αντιληφθεί κανείς έναν φόβο που δεν είναι αναγκασμένος να νιώσει... Κι αυτή είναι η πιο πρόσφατη συνειδητοποίηση για μένα.
   Κλείνοντας, θα κάνω μια θεωρητική αναφορά στην διαδρομή της συνειδητοποίησης, από τη στιγμή που την αντικρίζουμε για πρώτη φορά μέχρι τη στιγμή που έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι μας. Η συνειδητοποίηση λοιπόν θέλει χρόνο για να κατακάτσει στη συνείδησή μας και να την χωνέψουμε. Δεν είναι εύκολο πράγμα να αλλάξει ριζικά ο κόσμος κάποιου. Συνήθως πρώτα έρχεται η οργή, καθοδηγούμενη από τον φόβο του αγνώστου και αναμεμειγμένη με αυτόν, και μας πνίγει. Είναι η πρώτη άμυνά μας προς το νέο, η οποία προσπαθεί να μας αποτρέψει από αυτό. Μαζί έρχεται και η άρνηση. Έπειτα έρχεται η αποστασιοποίηση από το θέμα και η ουδέτερη στάση απέναντί του. Η περιέργεια όμως οδηγεί στην παρατήρηση του γύρω κόσμου με "καινούρια μάτια". Όταν συνειδητοποιούμε ότι η καινούρια ιδέα ταυτίζεται με την πραγματικότητα, έρχεται η έκπληξη. Ένα συναίσθημα που εμφανίζεται δειλά στην αρχή αλλά σταδιακά αλλάζει μια για πάντα τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Τέλος έρχεται η εναρμόνιση της ιδέας με τη ζωή μας, όπου η ιδέα αυτή επηρεάζει τις αποφάσεις μας αλλά πλέον έχει χωνευτεί και γίνει ένα με το είναι μας. Όπως ο μύθος του σπηλαίου του Πλάτωνα, όπου ο φιλόσοφος αντικρίζει για πρώτη φορά τον ήλιο ενώ ήταν για χρόνια στη σκιά.

Εμπειρία, ζω και μαθαίνω, εξελίσσομαι, ανάπτυξη, νους, ιδέα, φως

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

Οδηγός Απαισιοδοξίας

   Για κάθε κακή συμπεριφορά ή συνήθεια υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που τηρεί ευλαβικά το καθήκον να την διαιωνίζει. Το κακό είναι πως αυτές οι συμπεριφορές υπήρχαν από παλιά και φυσικά τις δεχόμαστε, άκριτα και αμάσητα οι περισσότεροι, από μικροί. Κι όταν έχεις συνηθίσει κάτι, όσο παράλογο κι ανάρμοστο κι αν είναι, δυστυχώς δεν το προσέχεις. Σου φαίνεται "φυσιολογικό". Κι όσο μεγαλώνεις, συνήθως το αναπαράγεις. Βεβαίως "όταν συνηθίζεις το τέρας, αρχίζεις να του μοιάζεις", όπως είπε κι ο Μάνος Χατζιδάκις.
   Το τέρας που πρόκειται να αποδομηθεί παρακάτω είναι η απαισιοδοξία. Η απαισιοδοξία ως νοοτροπία αλλά κυρίως ως μέσο χειραγώγησης του άλλου. Αν και ως νοοτροπία δεν με ενοχλεί και τόσο. Τουλάχιστον όσο δε με αφορά. Όταν όμως η απαισιοδοξία επηρεάζει το μέλλον του τόπου μου επειδή κάποιος ψηφίζει τον καταστροφέα εν γνώσει του επειδή "ό,τι και να κάνουμε δεν αλλάζουν τα πράγματα" τότε με ενοχλεί. Όταν κάποιος παραμένει σε μια κατάσταση που τον διαλύει κι εγώ χρειάζεται επί χρόνια να τον παρηγορώ, γεγονός που με "ρίχνει" ψυχολογικά, τότε με ενοχλεί. Αλλά ας μη μακρηγορώ με αυτά. Το χειρότερο είναι η χειραγώγηση.
   Η χειραγώγηση των ανθρώπων. Και η χειραγώγηση των ονείρων και των φιλοδοξιών τους. Έχω βαρεθεί να ακούω εκφράσεις του τύπου: "σιγά μην τα καταφέρεις", "σιγά κι αυτός τι έκανε", "σιγά τον δουλευταρά", "σιγά τη γυναίκα" και τα λοιπά. Αυτό το φθονερό, ζηλιάρικο, κακεντρεχές "σιγά" πρωτοστατεί. Διότι στην κοινωνία μας υπάρχουν άνθρωποι που δεν κατάφεραν, μιας και ποτέ δεν προσπάθησαν ούτε πίστεψαν στον εαυτό τους, τίποτα ιδιαίτερο. Και το ξέρουν καλά μέσα τους, αν και δεν το παραδέχονται, Τους σιγοτρώει. Και η μόνη άμυνά τους είναι να λοιδορούν και να μειώνουν όποιον προσπαθεί να καταφέρει κάτι αξιόλογο, μήπως και μέσα σε ένα πλήθος αποτυχίας κρύψουν το τίποτα της ύπαρξής τους. Οπότε η απαισιοδοξία ως τρόπος ζωής από μόνη της δε λέει και πολλά. Τα αποτελέσματά της είναι το χειρότερο.
   Αυτή την κακή κοινωνική συμπεριφορά την έχω κάνει εικόνα. Ένα έλος λασπερό με πολλούς ανθρώπους μέσα, από τους οποίους πολλοί αποδέχτηκαν τη μοίρα τους ενώ κάποιοι παλεύουν ακόμα να βγουν έξω. Οι πρώτοι, θορυβημένοι από τη "μη φυσιολογική" συμπεριφορά όσων προσπαθούν, τους σπρώχνουν και τους τραβάνε μέσα στο βούρκο. Φυσικά κάποιοι ξεφεύγουν από την αρπάγη αυτήν και καταφέρνουν να βγουν ασθμαίνοντας στην όχθη. Και τότε οι κολλημένοι στη λάσπη τους φωνάζουν, τους κράζουν και τους λασπολογούν. Γιατί το κάνουν αυτό; Δεν βγάζει λογική αυτή η συμπεριφορά, σωστά;
   Όντως δε βγάζει λογική. Ακόμα και να ρωτήσεις τους ίδιους τους λασπολόγους, δε θα ξέρουν να σου απαντήσουν. Φυσικά η συμπεριφορά τους αυτή δεν είναι παραγωγική. Δεν προσφέρει τίποτα στους ίδιους ούτε σε κανέναν άλλο. Δεν βοηθάει ούτε ατομικά ούτε κοινωνικά. Το μόνο που προσφέρει είναι μια νοσηρή χαρά στον κακεντρεχή πως κατάφερε να σπείρει ένα ζιζάνιο που ίσως επισκιάσει την επιτυχία κάποιου.
   Κλείνοντας θα ήθελα να αναφέρω ένα σχετικό απόφθεγμα του Μαρκ Τουέιν: "Μείνε μακριά από τους ανθρώπους που προσπαθούν να μειώσουν τις φιλοδοξίες σου. Οι μικροί άνθρωποι πάντα το κάνουν αυτό, αλλά οι πραγματικά μεγάλοι σε κάνουν να νιώθεις ότι κι εσύ, επίσης, μπορείς να γίνεις μεγάλος". Κάτι ήξερε κι αυτός.