Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Η Κατάρα των Φυσιολογικών Ανθρώπων

   Όποτε έρχεται ένα μεγάλο δίλημμα, ένα ηθικό ή κοινωνικό σταυροδρόμι όπου δεν ξέρεις τι να αποφασίσεις, συνήθως σε συμβουλεύουν να φερθείς "σαν φυσιολογικός άνθρωπος" ή "όπως φέρονται όλοι". Όταν πετύχεις είναι "φυσιολογικό" να χαίρεσαι, όταν χάνεις "φυσιολογικό" να λυπάσαι. Πόσες απαράδεκτες συμπεριφορές κρύβονται υπό την αιγίδα του "φυσιολογικού"; Τι σημαίνει πραγματικά το να είσαι "φυσιολογικός";
   Συνήθως οι άνθρωποι θεωρούν φυσιολογικό αυτό που κάνουν οι υπόλοιποι. Δηλαδή μια συμπεριφορά ή νοοτροπία που δεν την καταλαβαίνουν αλλά την ακολουθούν επαναπαυόμενοι πίσω από τον όχλο. Μάλλον θα είναι κάτι σωστό, αφού το κάνουν όλοι. Συνεπώς, όποιος κάνει κάτι που δεν κάνουν οι υπόλοιποι και είναι διαφορετικός δέχεται την κριτική και την χλεύη όλων. Αλλά ας γίνω λίγο πιο συγκεκριμένος.
   Το κυνήγι θεωρείται κάτι φυσιολογικό. Το έχουμε μάθει εδώ και χρόνια και είναι μέρος της παράδοσης. Οπότε πολλοί γίνονται κυνηγοί για χρόνια χωρίς ποτέ να σκεφτούν τι κάνουν ή πόσες ζωές έχουν αφαιρέσει. Κανείς καθωσπρέπει άνθρωπος δεν θα κατηγορήσει έναν κυνηγό ή το ίδιο το κυνήγι ως συνήθεια. Έχω ακούσει φοβερές απόψεις όπως "τα ζώα υπάρχουν για να τα κυνηγάμε". Ας το αντιστρέψουμε: αν ένας λύκος μπει στο σπίτι σου και καταβροχθίσει τα παιδιά σου, τότε είναι το ίδιο; Όχι, θα πουν οι περισσότεροι, δεν είναι το ίδιο διότι εμείς είμαστε άνθρωποι και οι ζωές μας έχουν περισσότερη αξία (!). Εδώ ας συμφωνήσουμε πως διαφωνούμε. Όντως δεν είναι το ίδιο. Όχι όμως επειδή η ζωή μας έχει μεγαλύτερη αξία αλλά επειδή ο λύκος έχει κάποιο λόγο να κυνηγήσει. Το κάνει για να ζήσει. Ενώ ο κυνηγός 90% έχει μια σταθερή δουλειά για βιοπορισμό και το κυνήγι, η θανάτωση ζώων για διασκέδαση, είναι χόμπι. Φυσιολογικό χόμπι άρα όλα οκ. Ρωτήστε τριγύρω όμως για κάποιον που κάνει ελεύθερο κάμπινγκ ή ελεύθερη πτώση από το αεροπλάνο. Ε όχι, αυτός δεν είναι φυσιολογικός, κανένας τρελός θα είναι.
   Ας δούμε παρακάτω αν όντως η ανθρώπινη ζωή έχει αξία ή απλά το λέμε όποτε μας συμφέρει. Όταν βρεθούμε μπροστά σε θέματα ρατσισμού, ξαφνικά η ανθρώπινη ζωή αποκτάει άλλη αξία ανάλογα με τον τόπο καταγωγής  ή με το επάγγελμα. Ένας γιατρός έχει άλλη αξία από έναν υπάλληλο του δήμου. Φυσιολογικό δεν είναι; Κι ας εκμεταλλεύεται την αρρώστια και την ανάγκη του άλλου για περίεργες δοσοληψίες. Ένας Έλληνας έχει άλλη αξία από έναν Αλβανό, λένε οι "παραδοσιακοί τύποι". Κι ας ζούνε όλη τους τη ζωή αδικώντας Έλληνες, μισώντας Έλληνες και βρίζοντας Έλληνες.
   Ακόμα λιγότερη αξία έχει η ανθρώπινη ζωή φυσιολογικών ανθρώπων όταν στοιβάζονται σε γήπεδα και αρένες. Γίνονται ένα μπουλούκι φανατισμού, όπου δεν υπάρχει ατομικότητα. Ο άνθρωπος μετατρέπεται σε μάζα. Μαντέψτε: αυτά τα κάνει ο φυσιολογικός άνθρωπος. Ο μη φυσιολογικός αναρωτιέται γιατί να πάει εκεί και να χάσει τον εαυτό του και κάνει κάτι πιο δημιουργικό στον ελεύθερο χρόνο του.
   Έπειτα, στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων υπάρχουν πολλές "φυσιολογικές" απαράδεκτες νοοτροπίες. Ένας φυσιολογικός άνθρωπος θα παντρευτεί και θα κάνει παιδιά χωρίς να αναλογίζεται την αξία του πράγματος αυτού. Είναι φυσιολογικό να χτυπάει τη γυναίκα του, οι σύζυγοι να απατούν ο ένας τον άλλον ή να παραμελούν τα παιδιά τους. Κανείς δεν τα θέλει αυτά στο σπίτι του αλλά γενικότερα είναι φυσιολογικά. Μίλα σε κάποιον όμως για ελεύθερες σχέσεις ή για σχέσεις μεταξύ του ίδιου φύλου και θα σηκώσει μπαϊράκι. Θα κάνει σαν τρελός και θα ξεστομίσει όσες βρισιές και προσβολές ξέρει. Στην ουσία θεωρεί πιο φυσιολογική την κακοποίηση και την ενδοοικογενειακή βία παρά τις ελεύθερες σχέσεις ή τις σχέσεις ομοφυλοφίλων, ακόμα κι αν εκείνες είναι βασισμένες στην αγάπη, την ισότητα και την αλληλοκατανόηση.
   Τα όνειρά μας επίσης είναι αποδεκτά μόνο όταν είναι φυσιολογικά. Για έναν άντρα να βγάζει λεφτά, να έχει μεγάλο σπίτι, ακριβό αυτοκίνητο και φανταχτερό πουκάμισο. Για μια γυναίκα να παντρευτεί ένα πλούσιο, καλό παιδί και να ζει τη ζωή της προσπαθώντας να μοιάζει εσαεί 20 ετών. Από επάγγελμα, τα παιδιά γαλουχούνται να γίνουν γιατροί και δικηγόροι. Αυτά. Τα υπόλοιπα είναι υποδεέστερα.
   Επίσης, είναι φυσιολογικό να δουλεύουμε πολύ. Φυσιολογικό να κυνηγάμε τα λεφτά. Όσο πιο πολλά, τόσο πιο καλά. Κι ας μην ξέρουμε ποτέ το γιατί. Κι ας μην αναρωτιόμαστε ποια είναι η πραγματική τους αξία. Η επένδυση χρημάτων έχει, φυσιολογικά πάντα, ως στόχο την απόκτηση περισσότερων χρημάτων. Ο άνθρωπος που το προσπαθεί αυτό μια ζωή ονομάζεται πετυχημένος και όλοι τον θαυμάζουν. Αν όμως κάποιος κάνει μια επένδυση χρημάτων για μη ωφελιμιστικούς λόγους, εκεί η κοινωνία γελά μαζί του και δεν προσπαθεί να τον καταλάβει.
   Πέρα από όλα αυτά, η κριτική των φυσιολογικών ανθρώπων υπάρχει παντού. Τρέφονται και ζούνε από αυτή. Έχουν κρυφτεί πίσω από τη μάζα των πανομοιότυπων μ' αυτούς ανθρώπων και κατακεραυνώνουν οτιδήποτε διαφορετικό με υπερβάλλοντα ζήλο. Ο άνθρωπος με κινητικά προβλήματα τους είναι αδιάφορος, διότι απλά είναι διαφορετικός. Ο σκακιστής, που δεν ασχολείται με το ποδόσφαιρο φανατικά, είναι εκκεντρικός. Ο χορτοφάγος έχει ανεξήγητη συμπεριφορά και το κάνει από καπρίτσιο. Ο φιλειρηνιστής είναι "χίπης" και "παιδί των λουλουδιών". Αυτός που ψάχνει εναλλακτικές μορφές ιατρικής, σκέψης ή φιλοσοφίας είναι περίγελος. Όχι επειδή ξέρουμε το γιατί. Απλώς και μόνο επειδή είναι διαφορετικός, μη φυσιολογικός.
   Επίσης, είναι απόλυτα φυσιολογικό να δηλητηριάζουμε τον εαυτό μας. Πίνουμε μέχρι να καταστραφεί το συκώτι μας ή να ξερνάμε στους δρόμους, καπνίζουμε μέχρι να χτιστεί εθνική οδός στα πνευμόνια μας από την πίσσα, τρώμε μέχρι σκασμού και θυμώνουμε ανελλιπώς κάθε μέρα με κάτι. Όλα αυτά φυσιολογικά. Κι αν κάποιος σκέφτεται την σωματική και πνευματική του υγεία όσο είναι ακόμα νέος, η απάντηση είναι: "μια ζωή την έχουμε, αν δεν την γλεντήσουμε...". Έτσι. Όχι "αν δεν την προσέξουμε". Οι ανησυχίες είναι για την γεροντική ηλικία.
   Τελικά υποθέτω πως οι άνθρωποι που ζούνε "φυσιολογικά" και άκριτα παρατηρώντας τους άλλους δεν εξελίχθηκαν και πολύ από τους βιολογικούς μας προγόνους της ζούγκλας. Βαριούνται να σκεφτούν πιο μακριά από τη μύτη τους, προτιμάνε να κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου παρά να πάρουν μια απόφαση δραστική και πραγματικά δική τους. Είναι αδύναμοι.
   Από την άλλη, όπως λέει και το αρχαίο γνωμικό, "τας λεωφόρους μη βαδίζειν". Μην πας εκεί που πάνε οι πολλοί. Θα καταντήσεις φυσιολογικός. Με την κατάρα να φοβάσαι να κάνεις ένα δικό σου βήμα, προσωπικά δικό σου και καινούριο για τον κόσμο, επειδή θα σε κράξουν. Θα φοβάσαι να ζήσεις όπως θες επειδή θα σε μαλώσει η μαμά σου, η πεθερά σου, ο πνευματικός σου, ο δάσκαλός σου και όλοι οι άξιοι και σοφοί μέντορές σου.
   Προσωπικά χαίρομαι να είμαι δίπλα σε ανθρώπους μη φυσιολογικούς. Κοντά τους νιώθω ότι ζω. Αντιλαμβάνομαι την μοναδικότητά μου στο σύμπαν. Χαίρομαι όταν κάποιος με κατηγορεί πως δεν κάνω κάτι "φυσιολογικό". Ξέρω ότι υπάρχει η πιθανότητα να είναι σωστό. Αντίθετα, όταν κάνω κάτι "φυσιολογικό" και οι γύρω μου με υποστηρίζουν, κοντοστέκομαι κάπως να το σκεφτώ. Φοβάμαι να ζήσω σαν "φυσιολογικός" άνθρωπος, διότι αυτό σημαίνει πως θα πεθάνω και σαν "φυσιολογικός" άνθρωπος, δηλαδή χωρίς να έχω ζήσει τίποτα.

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Η Διεστραμμένη Μόδα των Τακουνιών

   Πριν λίγο καιρό έτυχε να διαβάσω ένα άρθρο για τα λεγόμενα "πόδια του λωτού". Το άρθρο ήταν ιδιαίτερα λεπτομερές, με ιστορικές αναδρομές, παραδείγματα και συνεντεύξεις ανθρώπων εν ζωή, καθώς και με πολλές φωτογραφίες. Για να προειδοποιήσω τον οποιονδήποτε το ψάξει, οι εικόνες και η κινέζικη αυτή παράδοση προκαλούν αποτροπιασμό...
   Η παράδοση αυτή είχε καθιερωθεί, όπως λέγεται, από έναν Κινέζο βασιλιά της δυναστείας των Σονγκ, τον Λι Γιου, ο οποίος βασίλεψε ανάμεσα στα χρόνια 961-975. Αυτός είχε ερωτευτεί μια χορεύτρια που είχε δεμένα πόδια και χόρευε τον "χορό του λωτού". Από τότε, τα δεμένα πόδια, δηλαδή τα πόδια στα οποία τα δάχτυλα είχαν δεχτεί παραμόρφωση από το σφιχτό δέσιμο, ήταν σημάδι καλοτυχίας, πλούτου και πιθανότατα καλού και πλούσιου γάμου. Η βάρβαρη αυτή παράδοση κράτησε μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα, ώσπου διακόπηκε μετά από έντονες αντιδράσεις.
   Με αφορμή αυτή την πληροφορία, έκανα μια σύγκριση μεταξύ αυτών των γυναικών και των σύγχρονων γυναικών της δυτικής κοινωνίας, η οποία θεωρείται πολιτισμένη. Οι τελευταίες έχουν μια επιλογή να φροντίσουν οι ίδιες την υγιεινή των ποδιών τους, χωρίς να τους επιβάλλεται κάποια απάνθρωπη παράδοση που θα τους παραμορφώσει τα πόδια. Και γι' αυτό είναι, υποθέτω, ευγνώμονες. Ή μήπως όχι;
   Προφανώς ένας ευγνώμων άνθρωπος κατανοεί την πλεονεκτική του θέση. Καταλαβαίνει πως η ελευθερία που έχει είναι σημαντική και την εκτιμά. Παρόλα αυτά, υπάρχει μια τάση, η οποία πηγάζει από μια ακόμα πανάρχαια παράδοση: αυτή των τακουνιών. Εδώ αιώνες, ή μάλλον εδώ και χιλιετίες, τα τακούνια είναι σύμβολο κύρους, υψηλής κοινωνικής τάξης, εξουσίας, μέχρι και σεξουαλικότητας. Πλέον είναι ένα ιδιαίτερα διαδεδομένο αξεσουάρ, το οποίο υπάρχει στις περισσότερες γυναικείες γκαρνταρόμπες στον κόσμο. Σχεδόν κανείς δεν ψάχνει τα αίτια πίσω από την "αναγκαιότητα" χρήσης των τακουνιών ούτε ψάχνει τις κακές συνέπειες από την τακτική χρήση τους.
   Προσωπικά έχω ακούσει πάρα πολλές μαρτυρίες γυναικών που μιλάνε για αφόρητο πόνο, ο οποίος προέρχεται από τα τακούνια. Αυτός ο πόνος δημιουργείται από την αφύσικη στάση του κάτω μέρους του ποδιού, που οδηγεί ακόμα και σε δυσπλασίες. Έπειτα, δημιουργείται μεγάλη πίεση στα γόνατα, τα οποία μετά από εκτεταμένη χρήση παθαίνουν σοβαρές βλάβες. Τελικά αναρωτιέμαι: μέχρι ποιο σημείο μπορεί να δικαιολογηθεί η φράση "μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος"; Πού υπάρχει η λογική στο να επιλέγει μια γυναίκα να φοράει κάτι τόσο επιβλαβές;
   Και η λέξη κλειδί, κατ' εμέ, είναι η λέξη "επιλογή". Ναι, αν το καλοσκεφτούμε, οι σημερινές γυναίκες επιλέγουν να φορέσουν κάτι τόσο ανθυγιεινό για να πάρουν ύψος, που φαινομενικά τις κάνει ομορφότερες, να προκαλέσουν τους άντρες με τον ήχο του τακουνιού και να δημιουργήσουν φαντασιώσεις με αυτά. Αξίζει τον κόπο όμως;
   Παρομοιάζω αυτή την συνήθεια με τη χρήση πολλών καλλυντικών. Όντως, μια μεσήλικη γυναίκα βάζει καλλυντικά, μακιγιάζ και όλα τα σχετικά σε μια ύστατη προσπάθεια να ανταγωνιστεί τη φυσική ομορφιά μιας νέας γυναίκας. Επίσης, τα τακούνια κάνουν μια κοντή γυναίκα να φαντάζει ψηλότερη. Γιατί όμως αυτές οι μόδες περνούν τόσο αβίαστα σε μια νέα γυναίκα, η οποία δεν έχει καμία ανάγκη από όλα αυτά; Από πότε όμως το ύψος είναι αυτό που κάνει μια γυναίκα ελκυστική;
   Εδώ υποθέτω πως πρέπει να κάνω νύξη στα αντρικά γούστα, διότι οι γυναίκες καταπονούν τόσο πολύ το σώμα και το δέρμα τους για να γίνουν πιο αρεστές στο αντρικό βλέμμα. Αυτό ισχύει για συγκεκριμένους άντρες, όχι όμως για όλους. Υπάρχουν και αυτοί που αρέσκονται στις μικρόσωμες γυναίκες. Αλλά το σημαντικότερο, υπάρχουν κι αυτοί που αρέσκονται στο να βλέπουν μια γυναίκα με αυτοπεποίθηση! Μια γυναίκα που ξέρει τη φυσική ομορφιά της και είναι περήφανη γι' αυτήν! Όχι για κάποια που μαϊμουδίζει μιμούμενη κάθε παράλογη μόδα. Αυτές οι ακραίες, επώδυνες και επιβλαβείς προσπάθειες μιας γυναίκας να "ομορφύνει" καλύπτουν δυστυχώς τη φυσική ομορφιά της και γίνονται μια μάσκα, που υποτίθεται πως κρύβει τις αδυναμίες της...
   Μεγάλο λάθος! Πίσω από το έντονο μακιγιάζ και τα 20ποντα τακούνια φαίνεται ολοκάθαρα η γυναικεία ανασφάλεια. Η κακή ανασφάλεια. Αυτή που κάνει έναν άντρα δύσπιστο για το ποιόν της γυναίκας. Αυτή που βάζει τη γυναίκα να καταπονεί το σώμα της όλο και περισσότερο, με όλο και πιο διεστραμμένες μεθόδους (αν αναφέρω τι ουσίες χρησιμοποιούνταν -και χρησιμοποιούνται ακόμα!- για καλλυντικά θα φρίξετε) και ανεβάζει τα κόμπλεξ της στα ύψη...
   Τέλος, για να μην παρεξηγηθώ, αναφέρω πως καταλαβαίνω όλη την πίεση και τον ανταγωνισμό που υπάρχει στον γυναικείο πληθυσμό με τόσα πρότυπα και ινδάλματα που παρουσιάζει η καπιταλιστική μας κοινωνία. Αλλά βλέπω πίσω από τις κακές αυτές επιλογές έναν παραλογισμό, μία παράνοια. Κάποτε κάποιες χιλιάδες γυναίκες στην Κίνα υποβάλλονταν σε βασανισμό και ακρωτηριασμό χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτα γι' αυτό. Αντίθετα, οι καλομαθημένες γυναίκες του δυτικού πολιτισμού επιλέγουν να βλάπτουν τους εαυτούς τους με παρόμοιο τρόπο, χωρίς καν να τους έχει ζητηθεί! Οπότε η τελευταία μου ερώτηση είναι η εξής: πώς ζητάς να αγαπηθείς από κάποιον όταν η ίδια δεν αγαπάς τον εαυτό σου;


Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

Ο Οδυσσέας στην Τρικυμία

   Το άρθρο αυτό είναι αποτέλεσμα μιας σκέψης που έκανα διαβάζοντας την ραψωδία ε της Οδύσσειας. Συγκεκριμένα από τον στίχο 313 και μετά, όπου αρχίζει η περιγραφή της μάχης του Οδυσσέα με τον Ποσειδώνα, δηλαδή με τα κύματα και την καταιγίδα. Στο σημείο αυτό, το κείμενο αναλώνεται σε εκτενείς περιγραφές και αρκετές παρομοιώσεις.
   Η πλοκή είναι η εξής: ο Οδυσσέας, βλέποντας την καταιγίδα να έρχεται καταπάνω του, χάνει το κουράγιο του και μονολογεί για την κακή του τύχη. Τα κύματα που σηκώνονται διαλύουν τα πανί της σχεδίας του και το πλεούμενο γίνεται έρμαιο των κυμάτων. Ο ίδιος βυθίζεται και παλεύει για να ξαναβγεί στην επιφάνεια. Φτύνει το αλμυρό νερό από το στόμα του και πιάνεται, κατάκοπος, από τα απομεινάρια της σχεδίας του. Και, καθώς ο αέρας και τα κύματα έχουν κάνει αυτόν και την σχεδία κλωτσοσκούφι, αναδύεται η θαλασσινή θεά Ινώ ή Λευκοθέα και τον συμβουλεύει να παρατήσει την σχεδία και να κολυμπήσει προς τη σωτηρία του. Να βγάλει από πάνω του τα ρούχα που τον βαραίνουν και να φορέσει κατάστηθα το μαγικό, άφθαρτο "μαγνάδι", που θα του παρέχει προστασία στον κοπιαστικό του αγώνα. Εκείνος όμως, φοβούμενος τον δόλο των θεών, προτιμά να κρατηθεί από την ανεμοδαρμένη σχεδία του παρά να κολυμπήσει μακριά της. Μα ένα τεράστιο κύμα διαλύει τα σκοινιά και τους αρμούς της σχεδίας και εκείνος, πιάνοντας ένα μαδέρι, αποφασίζει πια να κολυμπήσει, ακολουθώντας τη θεϊκή συμβουλή, για το νησί των Φαιάκων.
   Το ίδιο σκηνικό παρουσιάζεται και στον "Κρητικό" του Διονύσιου Σολωμού. Ο ναυαγός, που πολεμά με τα πενιχρά του μέσα τα ανυπέρβλητα στοιχεία της φύσης, βρίσκεται μπροστά σε ένα υπερφυσικό θέαμα, που του παρουσιάζεται με τη μορφή μιας γυναίκας, της Φεγγαροντυμένης. Εκείνη, με τρόπο ακατανόητο στον ανθρώπινο νου, γαληνεύει το ταραγμένο μυαλό του Κρητικού και του δίνει τη δύναμη να κολυμπήσει προς τη σωτηρία του κρατώντας παράλληλα την (φαινομενικά λιπόθυμη) αρραβωνιαστικιά του, αφήνοντας πίσω του την απελπισία.
   Αυτό το μοτίβο, το οποίο παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες στις δύο περιπτώσεις, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: τα κείμενα αναφέρονται σε έναν άνθρωπο που πολεμά στοιχεία της φύσης ασύγκριτα δυνατότερα απ' αυτόν, και εκείνος βρίσκεται μετέωρος ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Την τελευταία στιγμή εμφανίζεται μια θεότητα, που τον παροτρύνει να παλέψει για την επιβίωσή του ενεργητικά κι όχι παθητικά. Για να το κάνει όμως αυτό, πρέπει να αφήσει αυτό που τον κρατάει πίσω, δηλαδή τη σχεδία του. Στον Κρητικό αυτή η ενέργεια παρουσιάζεται χωρίς πολλές λεπτομέρειες (ουσιαστικά παρουσιάζεται μόνο η κίνηση των χεριών που κολυμπούν), ενώ στην Οδύσσεια δίνεται πιο πολλή προσοχή στις κινήσεις του ναυαγού Οδυσσέα αλλά παρουσιάζεται επίσης κι ένας δισταγμός απέναντι στην θεϊκή εντολή.
   Αν δούμε συμβολικά το παραπάνω μοτίβο, μπορούμε να συμπεράνουμε τα εξής: ο ναυαγός μπορεί να ταυτιστεί με τον καθένα μας, όταν βρίσκεται μπροστά σε ένα μεγάλο, ανυπέρβλητο ίσως πρόβλημα. Αυτό το πρόβλημα παραλληλίζεται με την καταιγίδα και τους ανέμους. Η σχεδία είναι η πρόχειρη λύση ή το επίφοβο στήριγμα, το οποίο μας βοηθά μεν να επιβιώσουμε αλλά μας κρατά στάσιμους στο μάτι του κυκλώνα, δηλαδή μακριά από τη λύση του προβλήματος. Η θεϊκή συμβουλή μπορεί να αποδοθεί ως μια "εσωτερική φωνή", που είναι αποκύημα του ενστίκτου και της ανάγκης για επιβίωση ή αλλιώς μια συμβουλή από κάποιον άλλον, σοφότερο ή πιο έμπειρο. Ο δισταγμός του Οδυσσέα εύκολα μπορεί να παρατηρηθεί στον καθένα μας, διότι μας είναι δύσκολο να εγκαταλείψουμε κάτι που μοιάζει με σανίδα σωτηρίας και δείχνει να μας κρατά "ζωντανούς". Παρόλα αυτά, η συμβουλή έχει λογική. Αν ο Οδυσσέας ή ο Κρητικός παρέμεναν στη σχεδία, το πιθανότερο είναι να έχαναν τη μάχη με τη ζωή, μιας και τα στοιχεία της φύσης είναι ισχυρότερα και επιμένουν περισσότερο, νικώντας την ανθρώπινη δύναμη και βούληση. Ενώ ο ενεργητικός τρόπος φυγής, η βουτιά και το κολύμπι προς τη σωτηρία τους ήταν η σοφότερη, αν και πιο επίπονη λύση.        Αυτό μπορεί να μεταφραστεί ως εξής: σε κάθε πρόβλημα, είτε είναι ένα οικονομικό πρόβλημα είτε ιατρικό είτε μια κακής ποιότητας σχέση είτε οτιδήποτε άλλο, ίσως υπάρχει μια λύση. Αυτή η λύση όμως απαιτεί μια παρόμοια θυσία: για να κερδίσεις κάτι (π.χ. την ελευθερία, την υγεία ή την γαλήνη) πρέπει πολλές φορές να θυσιάσεις κάτι άλλο, το οποίο αν και δείχνει σωτήριο με την πρώτη ματιά, ουσιαστικά παρατείνει το πρόβλημα και μας κρατά στο επίκεντρο της καταιγίδας! Αν αυτό το εμπόδιο είναι ένας άνθρωπος, κάποιο υλικό αντικείμενο ή κάτι άλλο, αυτό διαφέρει ανά περίπτωση. Η ερώτηση είναι: είναι διατεθειμένος ο καθένας μας να κάνει την απαραίτητη θυσία, ώστε να βγει νικητής στην προσωπική του "Οδύσσεια";


Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

Η Περιέργεια σκότωσε τη Γάτα

   "Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα". Μια αγγλική παροιμία (curiosity killed the cat), η οποία πέρασε στην ελληνική, αναμασήθηκε από πολλούς που δεν την καταλάβαιναν και τώρα χρησιμοποιείται κατά κόρον από κάθε ηλικία.
   Εκ πρώτης όψεως, η παροιμία δείχνει αθώα ως προς το περιεχόμενο: μην είσαι περίεργος, κοίτα τη δουλειά σου. Τι σε νοιάζουν τα γύρω που δε σε αφορούν; Η παροιμία χρησιμοποιείται κυρίως επικριτικά σε ανθρώπους που "χώνουν τη μύτη τους" σε ξένα προβλήματα αλλά δε σταματά εκεί. Πλέον χρησιμοποιείται εκτεταμένα για κάθε έναν που είναι "παράξενα" περίεργος, ψάχνοντας το μη καθημερινό, το μη τετριμμένο. Τελικά, η έννοια "περίεργος" κατέληξε να είναι συνώνυμη του "παράξενος". Δηλαδή, όποιος έχει περιέργεια μέσα του είναι κάτι διαφορετικό, το οποίο αξίζει ίσως και να αποδοκιμαστεί... Αν υποθέσουμε όμως πως το ρητό αυτό γίνεται παγκόσμιος κανόνας, τι φαντάζεστε πως θα ακολουθήσει;
   Προσωπικά, φαντάζομαι έναν κόσμο όπου κανείς δεν είναι περίεργος, ούτε στο ελάχιστο. Μπορεί να ακούω παιδικές τσιρίδες από το διπλανό διαμέρισμα αλλά δεν είμαι περίεργος. Δε με ενδιαφέρει αν ο γείτονας κακοποιεί το παιδί του. Όταν μου πλασάρεται μια πολιτική καμπάνια δεν είμαι περίεργος να κοιτάξω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα. Όταν θέλω να περάσω το δρόμο δεν είμαι περίεργος ώστε να κοιτάξω δεξιά κι αριστερά. Όταν διαβάζω οποιοδήποτε ρητό, άρθρο, πεζό ή ποίημα δεν ψάχνω να βρω κάποιο λανθάνον νόημα. Απλά διαβάζω κατά λέξη το κείμενο, το "καταλαβαίνω" και συνεχίζω τη ζωή μου. Ένας κόσμος από "φυσιολογικά", καθώς πρέπει, μη-περίεργα ρομπότ...
   Εκτός των άλλων, χωρίς την περιέργεια δε θα υπήρχαν εξερευνήσεις. Δε θα είχε ανακαλυφθεί η Αμερική, η Αυστραλία, η Ανταρκτική, δε θα είχε γίνει ο περίπλους της Γης. Μπορεί το κέρδος και η αναζήτηση νέων πλουτοπαραγωγικών πόρων να ήταν σημαντικό κίνητρο, όμως οι γεωγραφικές ανακαλύψεις βασίστηκαν κυρίως στην ανθρώπινη περιέργεια για το άγνωστο. Έπειτα, χωρίς την περιέργεια δε θα είχαν γίνει εφευρέσεις. Ο πρώτος άνθρωπος που τυχαία άναψε μια σπίθα χτυπώντας πυριτόλιθο πάνω σε μέταλλο θα είχε προσπεράσει το γεγονός. Κανείς δε θα είχε παρατηρήσει τα ζώα, ώστε να δημιουργήσει κι ο ίδιος παρόμοιες φωλιές. Κανείς δε θα είχε εφεύρει τον τροχό, τα ηλεκτρικά κυκλώματα κτλ. Ούτε φυσικά θα είχε ψάξει τον μικρόκοσμο ή τον μακρόκοσμο. Κοντολογίς, δίχως την περιέργεια δε θα υπήρχε εξέλιξη. Θα ήμασταν πρωτόγονοι που ζούμε ακόμα στις σπηλιές μας, νιώθοντας δέος στον κεραυνό και στη βροχή...
    Αυτό που έχω να πω στον καθένα που "κοιτάει τη δουλειά του" και θεωρεί την περιέργεια αμάρτημα είναι: να είσαι περίεργος. Να ψάχνεις, να ερευνάς και να ανακαλύπτεις κάθε μέρα καινούρια πράγματα, τα οποία δεν είχες σκεφτεί πρωτύτερα. Έχεις στην διάθεσή σου μόλις 60-90 χρόνια για να ανακαλύψεις έναν κόσμο που εξ αρχής σου ήταν παντελώς άγνωστος! Έναν κόσμο που υπάρχει αμέτρητα δισεκατομμύρια χρόνια. Κάποιοι άνθρωποι έφτασαν, στο μικρό χρονικό διάστημα μιας ανθρώπινης ζωής, σε σημείο να ανακαλύψουν την ατέρμονη διαστολή του σύμπαντος, τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα και το άτομο, ενώ εσύ ζεις σε έναν κόσμο που δεν έχεις ανακαλύψει τίποτα δικό σου, κάτι που θα έπρεπε να σε προβληματίζει. Μην κλείνεις την πόρτα σου δείχνοντας αδιαφορία, πιστεύοντας πως τίποτα εκεί έξω δε σε νοιάζει και πως ξέρεις "όλα όσα σου χρειάζονται". Τίποτα δεν ξέρεις. Γεννήθηκες με 5 αισθήσεις και το αίσθημα της περιέργειας να σε ωθεί να κοιτάξεις το άγνωστο. Αυτό προχώρησε την ανθρωπότητα, οπότε μην υποτιμάς το είδος μας και την μεγαλύτερη, ίσως, αρετή του.
   Για να κλείσω, θα παραθέσω ένα ρητό ανάμεσα στα αμέτρητα που υπάρχουν για την περιέργεια, το οποίο ανήκει στον Άλμπερτ Αιστάιν: "Δεν έχω ιδιαίτερα προσόντα. Απλώς είμαι παθιασμένα περίεργος".