Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Διαδικαστικά Κωλύματα/Κολλήματα

   Για κάθε πρόβλημα στον κόσμο μας υπάρχει και μια διαδικασία επίλυσης. Για κάθε αλλαγή υπάρχει μια διαδικασία προσαρμογής. Για κάθε περίσταση στην καθημερινότητα υπάρχει μια διαδικασία λειτουργίας. Τι είναι πιο σημαντικό: η διαδικασία ή αυτό που έρχεται μέσα απ' αυτήν;
   Θεωρώντας την απάντηση δεδομένη, απορώ: γιατί οι άνθρωποι "κολλάνε" στις διαδικασίες; Εντυπωσιάζονται; Ή αλήθεια το IQ / EQ μας έχει μείνει στο μεσαίωνα;
   Ας δώσω κάποια παραδείγματα διαδικασιών. Πρώτον, τον τελευταίο καιρό η ελληνική κοινωνία (υπερ)ασχολήθηκε με μια απεργία πείνας του Ρωμανού, ενός φυλακισμένου. Υπήρξαν αντιδράσεις, συμπάθειες, αντιπάθειες, ηθικοί και πολιτικοί στοχασμοί και άλλα τέτοια. Κοιτώντας τα πράγματα λογικά, προσπαθώ να βγάλω μια άκρη απ' την κατάσταση. Κάποιος (στην περίπτωσή μας ο Ρωμανός) προσπαθεί να αλλάξει κάτι (το νομικό πλαίσιο περί σπουδών των φυλακισμένων), πιέζοντας με μια διαδικασία (απεργία πείνας). Το αν έχει δίκιο ή όχι δεν είναι το ζητούμενο του άρθρου αυτού. Το ζητούμενο είναι το ότι η κοινή γνώμη ασχολείται με την απεργία πείνας αντί να ασχολείται με το αίτημα. Δηλαδή με τη διαδικασία αντί με την μέλλουσα αλλαγή του συστήματος. Και ρωτάω: δηλαδή η απεργία πείνας είναι αποδεικτικό στοιχείο πως κάποιος έχει δίκιο; Αν ζητούσε απεργία πείνας για να πάρει χρήματα, να έχει γκόμενα εντός φυλακής ή να πέσει η κυβέρνηση, αυτό θα γινόταν ΕΠΕΙΔΗ έκανε απεργία πείνας;
   Επαναλαμβάνω: ας μην κολλάμε στις διαδικασίες. Όσο δακρύβρεχτη κι αν ήταν, η απεργία πείνας είναι απλά μια διαδικασία. Οπότε την αφήνουμε στην άκρη και εξετάζουμε το αίτημα! Αν είναι λογικό το αποδεχόμαστε. Αν όχι, το απορρίπτουμε. Η απεργία πείνας (ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία) δεν κάνει το αίτημα ούτε πιο λογικό ούτε πιο παράλογο. Αυτό παραμένει ως έχει και κρίνεται αντικειμενικά.
   Άλλο παράδειγμα: όταν εξέτια τη θητεία μου ως δόκιμος στα ελληνικά στρατά, βρέθηκα πολλές φορές μπροστά στην εξής απειλή: "θα σου κάνω αναφορά!". Τι είναι η αναφορά; Η καταγραφή ενός παραπόνου ενός στρατιωτικού (στην περίπτωσή μας) στελέχους εναντίον κάποιου άλλου, με όλες τις λεπτομέρειες και τα σχετικά έγγραφα. Δηλαδή είναι όσα θα έλεγε κάποιος για κάποιον άλλον στο διοικητή του αλλά γραπτώς. Με λίγα λόγια, μια διαδικασία γραπτή που γίνεται αντί μιας διαδικασίας προφορικής. Έτσι, τους απαντούσα: "Το ζήτημα είναι το ΤΙ θα γράψεις σ' αυτή την αναφορά". Κι εκεί δεν έπαιρνα απάντηση.
   Για άλλη μια φορά, άνθρωποι χρόνια στο επάγγελμα έπεφταν στην παγίδα του να εντυπωσιάζονται από μια διαδικασία και να την μυθοποιούν. Λες και η αναφορά μοιράζει φυλακή ή δίνει παράσημα από μόνη της. Έβλεπαν το περιτύλιγμα και όχι το περιεχόμενο.
   Σ' αυτή την παγίδα πέφτουμε καθημερινά όλοι μας, λίγο-πολύ. Αν δούμε τον κόσμο ως ένα αποτέλεσμα ενεργειών και διαδικασιών, τότε ερχόμαστε συχνά μπροστά στο θαυμασμό κάποιας διαδικασίας. Κι αυτό είναι αποδεκτό, ως ένα σημείο. Από κει και πέρα, καλό είναι να βάζει κανείς τη λογική μπροστά, μήπως προχωρήσει κάποτε η ανθρωπότητα...



Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Περί Καταστροφολογίας ο Λόγος

   Το άρθρο που παραθέτω έχει να κάνει με καταστάσεις όπου άτομα χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να δυσφημήσουν κάποια αντίπαλη πλευρά. Αφορμή για το άρθρο μου μια δήλωση του παλιού μου καθηγητή της κλασικής φιλολογίας, κ. Γιάννη Τζιφόπουλου, Είχα γράψει παλαιότερα ένα άρθρο περί "ταμπελοποίησης" και κατηγοριών πάσης φύσεως σε άτομα χωρίς αντίκρυσμα και σκοπεύω να ξανατονίσω την απέχθειά μου προς ταμπέλες και ρετσινιές, που κολλούν τόσο εύκολα.
   Για αρχή, ας αναφέρω τούτο. Ο κ. Τζιφόπουλος, καθηγητής της επιγραφικής, είναι ένας άνθρωπος πολύ ιδιαίτερος. Λέγοντας αυτό, οφείλω να εξηγήσω πως δεν είναι εύκολος άνθρωπος. Ούτε στο να κατανοηθεί από τις μάζες ούτε στο να δικαιολογηθεί από άτομα που δεν τον ξέρουν. Χρησιμοποιεί "σκληρή" γλώσσα, κάτι το οποίο ενοχλεί κάποια ευαίσθητα αυτιά. Από επαγγελματικής άποψης, επειδή λέχθηκε πως μπήκε με περίεργους τρόπους στο πανεπιστήμιο και άλλα τέτοια (αναπόδεικτα κι αυθαίρετα φυσικά) ευφυολογήματα, θα αναφέρω τούτο και θεωρώ πως οποιοσδήποτε φοιτητής του συμφωνεί: ο άνθρωπος ξέρει. Ξέρει το αντικείμενό του, ξέρει πως να χειριστεί με την ιδιαίτερη προσωπικότητά του ένα ακροατήριο, ξέρει πως να μεταδώσει τη γνώση. Δεν απουσίασε ποτέ από μαθήματα, δεν έκανε "εκπτώσεις" στη διδακτέα ή στην εξεταστέα ύλη και έκανε το πρωτοφανές, δηλαδή το να οργανώσει εκπαιδευτική εκδρομή στο Δίον, τη Μεθώνη και τη Μακρύγιαλο δωρεάν για τους φοιτητές του (ένα αρκετά μεγάλο τμήμα). Επειδή ήμουν στο ακροατήριό του, μπορώ να πω πως η γλώσσα και η συμπεριφορά που χρησιμοποιεί είναι αρκετά εκδηλωτική και χειμαρρώδης, χωρίς να λέει κάτι αυτό. Απλά είτε εντός είτε εκτός αμφιθεάτρου δε μασάει τα λόγια του. Κι αυτό δείχνει άνθρωπο ξάστερο και ντόμπρο.
   Δεν τον γνώρισα ως αντιπρύτανη και δεν σκοπεύω να υποκριθώ τον συνήγορο. Ως φοιτητής του όμως έχω κάθε διάθεση να πω καλά λόγια, έχοντας δει και κρίνει ιδίοις όμμασι. Για την έκφρασή του πως "πρέπει να φασιστοποιηθούμε", μπορώ να πω με σχετική βεβαιότητα πως η έκφραση είναι μεταφορική. Προφανώς εννοεί να σκληρύνουμε τη στάση μας απέναντι σε αθέμιτες ενέργειες, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Μπορεί κανείς να του δώσει άδικο, αφού δει τις σκηνές τραμπουκισμού που έχουν λάβει χώρα πρόσφατα σε ανάλογους χώρους;
   Είτε η απάντηση είναι θετική είτε αρνητική, το σίγουρο είναι πως όσα λέγονται εναντίον του είναι διογκωμένα στο μέγιστο. Και τι δεν του σύρανε: οι κατηγορίες δεν έχουν τέλος. Και φυσικά το αποδεικτικό στοιχείο είναι ένα βίντεο που δεν ξεπερνά το ένα λεπτό. Αυτός ο τρόπος προφανώς δείχνει πως το να δείξουν ολόκληρη τη συνέντευξή του "δε συμφέρει", άρα κρατάνε ένα λεπτό από τα όσα είπε και αφήνουν απέξω όλα τα υπόλοιπα.
   Αυτό το φαινόμενο δεν είναι καινούριο. Καταστροφολόγοι υπάρχουν πολλοί. Είναι οι πρώτοι που θα κράξουν τον κάθε "υπεύθυνο" για τα δεινά τους, θα συγκρίνουν ανόμοιες καταστάσεις, θα επιρρίψουν κατηγορίες προς κάθε κατεύθυνση και θα αποδείξουν πως η ελευθερία λόγου δεν είναι κάτι που τους ενδιαφέρει. Κρίμα, διότι μια ατυχής χρήση εκφράσεων οδηγεί σε τέτοια συμπεράσματα. Το καταλαβαίνω πως η κοινή γνώμη είναι ευαισθητοποιημένη σε θέματα φασισμού, και πολύ καλά κάνει. Παρόλα αυτά, η τυχαία στοχοποίηση, η διόγκωση των τραβηγμένων απ' τα μαλλιά κατηγοριών και η δημιουργία σκανδάλων από το πουθενά δεν αποτελεί λύση.
   Για να κλείσω, θα αναφέρω πως η κρίση των τελευταίων ετών έχει κάνει τα πράγματα χειρότερα και σ' αυτό τον τομέα. Πλέον όλοι είναι ειδικοί, όλοι μπορούν να κρίνουν κι όλοι έχουν δικαίωμα να μιλήσουν χωρίς αποδείξεις. "Φωνή βοώντος εν τη ερήμω" θα χαρακτήριζα τη γνώμη οποιουδήποτε πραγματικά νοιάζεται και το έχει αποδείξει έμπρακτα. Είναι οι πρώτος που θα γίνει στόχος, επειδή έχει τη διάθεση να προσπαθήσει ίσως για κάτι καλύτερο...

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Αντίστροφη Μέτρηση για τα Χριστούγεννα

   Ο λόγος που αναφέρομαι στο παρακάτω γεγονός είναι επειδή έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια και πλέον έχει γίνει τάση. Μια τάση παράλογη και απερίσκεπτη κατά τη γνώμη μου. Η εν λόγω τάση είναι η αντίστροφη μέτρηση για τα Χριστούγεννα. Φαντάζομαι πως η επιθυμία για τα Χριστούγεννα είναι τόσο μεγάλη, ώστε επισκιάζει κάθε άλλη χαρά στο ενδιάμεσο...
   Κι όμως, η ζωή συνεχίζεται κανονικά. Ακόμα και από τις 25 Νοεμβρίου, όπου πλέον "θέλουμε 30 μέρες για τα Χριστούγεννα", μέχρι τις 25 Δεκεμβρίου, η ζωή συνεχίζεται κανονικά. Υπάρχουν άνθρωποι που γιορτάζουν, κάποιοι έχουν γενέθλια, άλλοι βρίσκουν δουλειά ή σύντροφο και ορισμένοι ίσως σε εκείνες τις μέρες ζήσουν τις πλέον αξιομνημόνευτες καταστάσεις. Είναι λοιπόν λογικό το να τις προσπερνάμε έτσι; 
   Για κάποιους συνανθρώπους, μάλλον είναι λογικό. Η αναμονή για τα Χριστούγεννα λογίζεται ως "βασανιστική", οι μέρες περνάνε αργά και τα Χριστούγεννα είναι πιο μακριά από ποτέ! Παρόλα αυτά, εφόσον αγγίζω ένα σχετικά ευαίσθητο θέμα, οφείλω να αναγνωρίσω κάποιους από τους λόγους που οδηγούν ένα μέρος της κοινωνίας μας σε τέτοιες δηλώσεις. 
   Πρώτον και κύριον, τα Χριστούγεννα και οι επακόλουθες διακοπές φέρνουν την οικογένεια κοντά. Υπάρχουν οικογένειες, τα μέλη των οποίων ζουν τόσο μακριά, ώστε η επανένωση να γίνεται σπάνια. Υπάρχουν αυτές οι πολυπόθητες μέρες όπου οι περισσότεροι εργαζόμενοι βρίσκουν γαλήνη και ξεκούραση. Δευτερευόντως, τα προνόμια αυτών των ημερών: δώρα, εκπτώσεις, ξεγνοιασιά, πνεύμα των Χριστουγέννων, ταινίες νοσταλγικές, δακρύβρεχτες, ρομαντικές, οικογενειακές. Θα ήμουν παράλογος να παραβλέψω ή να ακυρώσω όλα τα παραπάνω. Οπότε εν μέρει καταλαβαίνω αυτή την τάση της αναμονής. Αλλού όμως θέλω να σταθώ.
   Μήπως κάποιοι έχουν ξεχάσει το "carpe diem"; Ρητό του Ορατίου στην 11η ωδή του πρώτου βιβλίου των Ωδών. Το οποίο είναι γνωστότερο και ως "άδραξε τη μέρα". Το σημαντικότερο λοιπόν, όπως κι εγώ πιστεύω, είναι να ζούμε το σήμερα. Να κατανοούμε σε βάθος τα πλεονεκτήματα που μας δίνει, την κατάσταση με όλα τα θετικά της και να μην ξεχνάμε τις μικρές απολαύσεις της καθημερινότητας. Αν αυτή είναι η γραμμή μας καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, γιατί οι 30-45 μέρες πριν τα Χριστούγεννα να αποτελούν εξαίρεση; 
   Σ' αυτό το σημείο ίσως κάποιος σκεφτεί: "μα όλοι μας ζούμε εκείνες τις μέρες, είτε το θέλουμε είτε όχι". Θεωρητικά ναι, όλοι τις ζούμε. Μια εμπειρία όμως που αποκόμισα από το στρατό είναι πως το να μετράς μέρες αντίστροφα και παράλληλα να έχεις το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον σε κάνει να χάνεις την αίσθηση του παρόντος. Δε δίνεται βάση στα απλά, καθημερινά και όμορφα. Κάτι που γίνεται χωρίς να το καταλάβουμε. Και αν θέλει κάποιος να δικαιολογήσει τον στρατιώτη που μετρά τη θητεία του ή τον φυλακισμένο που εναγωνίως μετρά αντίστροφα τις μέρες για την απελευθέρωσή του, εκεί πάω πάσο. Υπάρχει η στέρηση της ελευθερίας που επιτρέπει τέτοιες σκέψεις. Μπορεί κάποιος από μας τους υπολοίπους να υπαινιχθεί πως τα Χριστούγεννα θα φέρουν κάτι ανάλογο;
   Υποπτεύομαι πως όχι. Ναι, όλοι μας ζούμε εκείνες τις μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Το μυστικό όμως πιστεύω ότι βρίσκεται στο ΠΩΣ τις ζούμε. Ας δώσω ένα παράδειγμα. Δύο άνθρωποι βαδίζουν τον ίδιο δρόμο και θα φτάσουν στον ίδιο προορισμό. Ο ένας τρέχει και φτάνει λαχανιάζοντας, κοιτώντας το ρολόι του και τον προορισμό. Όταν φτάσει, δε θυμάται καν τα βήματά του, τα συναισθήματά του, την κούραση που ίσως ένιωσε. Είναι σαν να μην τα έζησε. Από την άλλη, ο δεύτερος πάει περίπατο στον ίδιο δρόμο και απολαμβάνει το κάθε βήμα, την κάθε ανάσα του. Όταν φτάσει στον προορισμό του, έχει στη μνήμη του όλη τη διαδρομή και κάθε σκέψη του κατά τη διάρκεια. Για κείνον σημασία έχει το ταξίδι κι όχι ο προορισμός, όπως μας υπενθυμίζει ο Καβάφης. 
   Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω κάτι. Κανείς μας δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον. Δεν μπορούμε να ζήσουμε στο μέλλον. Όταν αυτό το μέλλον έρθει, το ζούμε ως παρόν. Γι' αυτό όποιος κυνηγάει το μέλλον τόσο, ώστε να ξεχνάει το παρόν, κυνηγάει χίμαιρες. Αντί λοιπόν να προσπαθούμε να φέρουμε τα Χριστούγεννα νωρίτερα με τέτοιες σκέψεις, ας δημιουργήσουμε καλύτερα εκείνες τις συνθήκες που θα μας κάνουν εξίσου ευτυχισμένους. Κι ας αποφασίσουμε πως αυτό θα γίνει σήμερα, τώρα. Είναι κάτι άσχετο με τη σύμβαση που ονομάζουμε ημερομηνία, ώρα ή έτος. Ας μη γελιόμαστε. Εμείς δημιουργούμε την ευτυχία μας, όχι κάποια ημερομηνία...


Κι όμως, μπορείς να περιμένεις. Και, καθώς περιμένεις, θυμήσου να ζήσεις.
 

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Η "Αφύπνιση"

   Ένα νέο φαινόμενο εμφανίζεται στα καταπονημένα ελληνικά δρώμενα. Ή μάλλον έχει 5-6 χρόνια ζωής αλλά φουντώνει με κάθε στιγμή που περνάει. Έχει να κάνει με μια μερίδα συμπολιτών μας, οι οποίοι έχουν πάντα τη δική τους εκδοχή για κάθε σημαντικό γεγονός και θεωρούν πως είναι ήδη ενημερωμένοι, πονηρότεροι κι εξυπνότεροι και τους υπόλοιπους και καταλαβαίνουν γρηγορότερα τις "συνωμοσίες": από δω και στο εξής θα ονομάζονται "αφυπνισμένοι".
   Η μερίδα πολιτών αυτή έχει την τάση να μπαίνει σε οποιοδήποτε forum, blog, chat ή συζήτηση και να παρουσιάζει την πεφωτισμένη, ρηξικέλευθη και πρωτάκουστη άποψή της σχετικά με το θέμα. Προσφιλή θέματα όπου παρουσιάζονται είναι τα νέα νομοσχέδια, οι εφευρέσεις και ανακαλύψεις, τα σχέδια μεγάλων εταιρειών κτλ. και σχολιάζουν με περισπούδαστο και δασκαλίστικο ύφος (πιστεύω ότι αν μπορούσαν, θα μας κουνούσαν και το δάχτυλο online). Τα σχόλιά τους είναι αρκετά εύκολο να τα αναγνωρίσεις και αρκετά δύσκολο να τα αγνοήσεις, διότι είναι σχεδόν πάντα με caps lock, τα greeklish αποφεύγονται (διότι είμεθα και Έλληνες) αλλά τα ορθογραφικά λάθη είναι πολλά και καραμπινάτα. Πρώτα πρώτα στριμώχνονται κάποια αυθαίρετα (αυταπόδεικτα κατ' αυτούς)  συμπεράσματα και κάποια επιχειρήματα στηριγμένα σε μια κλωστή και σε εικασίες. Στη συνέχεια, ο "αφυπνισμένος" χρησιμοποιεί τις αγαπημένες του εκφράσεις: "ξυπνήστε ρε!", "μας πουλάνε κι εσείς κοιμάστε!", "έτσι κατάντησαν την Ελλάδα μας", "αυτοί οι ανθέλληνες νομίζουν ότι μπορούν αλλά δε θα τους περάσει".
   Χαρακτηριστικά σημάδια τους:
   Θεωρούν συνωμοσία κάθε δραστηριότητα διασήμων πιο σημαντική από έξοδο στα μπουζούκια και δεν σταματάνε να το διακηρύττουν. Πριν 10 χρόνια θαύμαζαν αυτές τις δραστηριότητες και τις ζήλευαν κρυφά.
   Συχνότατα αναφέρονται σε ένα άγνωστο γ' πληθυντικό πρόσωπο: "αυτοί που τα κάνουν όλα", "μας τα φάγανε τα λεφτά", "μας τα παίρνουν τα παιδιά μας στο εξωτερικό", "οι αλήτες που θέλουν το κακό μας".
   Σπάνια έχουν δευτεροβάθμια μόρφωση και, ακόμα σπανιότερα, τριτοβάθμια. Αυτό εξηγεί πολλά ως προς την γλώσσα που χρησιμοποιούν και ως προς τον στρουθοκαμηλισμό τους.
   Έχουν πλήρη άγνοια για την ιστορία της Ελλάδας, πόσο μάλλον για την παγκόσμια. Θεωρούν πως η εποχή μας είναι μοναδική, τα πράγματα μόνο σήμερα έχουν φτάσει στο απροχώρητο και "οι πρόγονοί μας θα μας έφτυναν". Ξεχνούν τα ενδιάμεσα στάδια της Ελλάδας και θεωρούν πως είμαστε άμεσοι, αγνοί απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Την αρχαία Ελλάδα πάλι την φαντάζονται ως τον παράδεισο επί της γης.
   Συνήθως οι "αφυπνισμένοι" δείχνουν μια μεγάλη αγάπη για την εκκλησία και τα μοναστήρια. Θεωρούν πως όλοι οι "άγιοι γέροντες" είναι αθώες περιστερές και το κράτος τους καταστρέφει επειδή "ούτε τη θρησκεία μας δε σέβονται οι αλήτες". Φυσικά, γεγονότα όπως το αφορολόγητο των μοναστηριών ή οι με περίεργο τρόπο εκτεταμένες αχανώς εκτάσεις γης των μοναστηριών δεν τους κάνουν να πονηρεύονται στο ελάχιστο. Αντίθετα, όποιος χρησιμοποιήσει επιχειρήματα τέτοιου τύπου "είναι ανθέλληνας, αντίχριστος και δε σέβεται τίποτα".
   Συνήθως οι "αφυπνισμένοι" δείχνουν μια μεγάλη αγάπη για το στρατό (τυχαίο;), οπότε σε κάθε στρατιωτική δημοσίευση τα σχόλιά τους είναι στον αντίποδα. Παραδείγματος χάρη, σε μια δημοσίευση για τους φαντάρους ή ναύτες σε θέματα θητείας ή διαβίωσης πετάγονται και (συνήθως με caps lock) γράφουν κοινοτυπίες του τύπου: "μόνο ο στρατός έχει μείνει στην πατρίδα μας", "μπράβο στα παλικάρια μας", "να πεθάνουν οι ανθέλληνες που θέλουν το στρατό μας αδύναμο" και ούτω καθ' εξής,
   Συνήθως οι "αφυπνισμένοι" δείχνουν μια ιδιαίτερη αντιπάθεια και δυσπιστία προς την επιστήμη. Θεωρούν πως αυτή είναι μέρος του συστήματος, πως "έχουν ανακαλύψει τα πάντα αλλά μας τα κρύβουν" είτε μιλούν για το φάρμακο για τον καρκίνο είτε για νέες μορφές ενέργειας. Η αντιπάθεια για την επιστήμη φυσικά δεν είναι κάτι τυχαίο, διότι είναι κάτι που δεν καταλαβαίνουν, άρα άγνωστο, άρα επιζήμιο.
   Ο λόγος που υπάρχει αυτό το φαινόμενο των ξαφνικά "αφυπνισμένων" είναι προφανής. Όλοι αυτοί (ή τουλάχιστον η συντριπτική πλειοψηφία) είναι άτομα που έχουν ιδιαίτερα ανεπαρκή παιδεία και έχουν μείνει εκεί. Γι' αυτό και τα μόνα σοβαρά ερεθίσματα που έχουν είναι εκείνα που είχαν σαν παιδιά, δηλαδή τις αναμνήσεις από φανταχτερές στρατιωτικές παρελάσεις, μεγάλα προσκυνήματα και μεγαλοπρεπείς εκκλησιαστικές λειτουργίες (γι' αυτό και οι παραπάνω αγάπες που ανέφερα) αλλά στο σχολείο κοιμόντουσαν, γι' αυτό και η αντιπάθεια προς οτιδήποτε επιστημονικό: τους φέρνει στο μυαλό σχολείο και κακές αναμνήσεις.
   Τα καλά χρόνια, τα πριν την κρίση, δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Δεν υπήρχαν ηθικοί ενδοιασμοί και φραγμοί κι έτσι χρησιμοποιούσαν οποιοδήποτε μέσο για να επωφεληθούν από τους επιφανείς, να ρουσφετολογήσουν και να πλουτίσουν ή να βολευτούν. Εκεί που για τους υπόλοιπους η απληστία και η αδηφαγία ήταν ένας μονόδρομος προς το αδιέξοδο, εκείνοι δεν το έβλεπαν. Και όλως τυχαίως βρεθήκαμε παγκοσμίως σε ένα οικονομικό αδιέξοδο. Οι πάτρονές τους σκορπίσαν σαν σπουργίτια κι έτσι αυτοί δεν έχουν το στήριγμα που είχαν "τα καλά χρόνια". Είδαν μέσα σε διάστημα 6-12 μηνών την αυτονόητη αλήθεια που οι υπόλοιποι είχαμε δει εδώ και 10 χρόνια: πως ο άκρατος πλουτισμός και η έλλειψη ηθικής και παιδείας φέρνουν καταστροφή.
   Μετά την εξαγωγή αυτού του απλού συμπεράσματος, θεώρησαν πως ήταν οι μόνοι που το βρήκαν! Οι πρωτοπόροι, οι διαφορετικοί! Διότι το μυαλό ενός τέτοιου ανθρώπου αποφεύγει την αυτοκριτική όπως ο διάολος το λιβάνι. Άρα δε σκέφτονται ότι είναι οι ίδιοι οι πρόξενοι της καταστροφής τους ή ότι άργησαν 10-15 χρόνια να σκεφτούν. Και έγιναν από τη μια μέρα στην άλλη προφήτες της καταστροφολογίας. Η αφύπνισή τους βέβαια είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη: έχουν εντοπίσει ετεροχρονισμένα πως κάτι τρέχει αλλά δεν ξέρουν τι ούτε τον υπαίτιο.
   Τους φαντάζομαι σαν μια φωλιά με πουλάκια, όπου η οικογένεια κοιμάται. Το φίδι πλησιάζει αθόρυβα από πίσω. Οι γονείς-πουλιά ξυπνούν αλλά δεν καταλαβαίνουν τι γίνεται. Τιτιβίζουν ανήσυχα δεξιά κι αριστερά ενώ το φίδι, ανενόχλητο και άνετο, ανοίγει το στόμα και καταπίνει τη φωλιά.
   Και κάπως έτσι έφτασαν να είναι η πλειοψηφία, να έχουν παρεισφρήσει σε κάθε μέσο και να μας δασκαλεύουν από παντού με τις στρεβλές απόψεις τους. Δε θα δεχτούν επιχειρήματα ή αντίλογο, διότι η συζήτηση είναι άλλη μια από τις αντιπάθειές τους. Και κάπως έτσι ο φαύλος κύκλος κλείνει...



Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Μέρες Που Είναι

   Μην βρίζεις "μέρες που είναι". Μην σκέφτεσαι κακά πράγματα "μέρες που είναι". Αυτή η έκφραση είναι τόσο συνηθισμένη πλέον που την ακούω παντού μέρες Χριστουγέννων, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο κυρίως (αλλά όχι μόνο). Είναι γιορτινές μέρες κι όλες οι αμαρτίες μας καλό θα ήταν να πάρουν ένα ρεπό. Θα τις χρησιμοποιήσουμε ξανά όταν οι μέρες πάψουν να είναι ιερές και οι αμαρτίες μας είναι και πάλι προβλεπόμενες...
   Τι νοοτροπία κι αυτή! Και δυστυχώς βλέπω πως, όχι μόνο δεν περιορίζεται σε άτομα "παλιάς κοπής", αλλά ξεστομίζεται συχνότατα κι από νέους, "προοδευτικούς" ανθρώπους. Τέλος πάντων, ας είναι. Το θέμα δεν είναι ποιοι επηρεάζονται από το κλίμα των "άγιων ημερών" αλλά τι κρύβεται πίσω από τη νοοτροπία.
   Το πρώτο που κατακρίνω σε αυτούς τους "παραδοσιακούς" και "θεοσεβούμενους" τύπους είναι η έλλειψη λογικής. Με ποιο κριτήριο κάποιες μέρες θεωρούνται ιερές; Βάσει κοινωνικών και θρησκευτικών συμβάσεων φυσικά. Δεκτό, διότι κάθε θρησκεία έχει ορόσημα, τοπικά και χρονικά. Εφόσον πιστεύεις, πιθανώς δικαιούσαι να αισθάνεσαι κάπως διαφορετικά τέτοιες μέρες. Παρόλα αυτά, κάνοντας αυτό το διαχωρισμό ουσιαστικά κρίνεις τις υπόλοιπες μέρες ως ανίερες. Όταν δε βρίζεις  επειδή "είναι άγιες μέρες" σημαίνει ότι τις υπόλοιπες, που δεν υπάρχουν ηθικοί ενδοιασμοί, επιτρέπεται να βρίζεις. Δεν αμαρτάνεις το δεκαπενταύγουστο ακριβώς επειδή είναι δεκαπενταύγουστος κι όχι επειδή ο τρόπος ζωής σου υποβάλλει να μην αμαρτάνεις.
   Το επόμενο που σκέφτομαι είναι τι ιδέα μπορεί να έχει μια τυχούσα ανώτερη ύπαρξη, η οποία παρακολουθεί τη συμπεριφορά των πιστών της. Όταν βλέπει ότι το δόγμα της ακολουθείται τις ιερές μέρες ευφραίνεται αλλά μόλις περάσει το κλίμα, όπου τα πάντα επιτρέπονται, κάνει τα στραβά μάτια;  Τι είδους θεός θα έκανε έναν τέτοιο διαχωρισμό; Οπότε είτε κάποιος υποτιμάει τη νοημοσύνη αυτού στο οποίο πιστεύει είτε η θεϊκή αυτή υπόσταση αυτοαναιρείται. Διότι ένα δόγμα που ακολουθείται περιστασιακά κι όχι καθολικά είναι για γέλια. Η δικαιολογία των περισσότερων είναι πως ακολουθούν τις τυπικότητες των ημερών λόγω παράδοσης. Ακόμα δεν καταλαβαίνω: δηλαδή κάνουν κάτι το οποίο δεν πιστεύουν οι ίδιοι, απλώς επειδή υπαγορεύτηκε από ανθρώπους χρόνια ή και αιώνες πριν;
   Παρόλα αυτά, εγώ ο αμαρτωλός, ή οποιοσδήποτε δεν επηρεάζεται από το κλίμα οποιωνδήποτε ημερών, έχουμε το ελεύθερο να ζούμε χωρίς ανωτέρω επιταγές. Όχι, δε θα δώσω χρήματα σε ζητιάνο επειδή είναι δεκαπενταύγουστος: είναι πράξη του φαίνεσθαι, πράξη υπαγορευμένη από αλλού και δε δείχνει καλοψυχία. Το να δώσεις χρήματα απλά επειδή το θέλεις, χωρίς να κοιτάξεις το ημερολόγιό σου, ε ναι, αυτό είναι δείγμα ηθικού ανθρώπου. Έπειτα, το να διαλέγεις να απέχεις από κάποια αμαρτία λόγω ημερών είναι παράλογο. Ή θεωρείς καθολικά μια πράξη κολάσιμη και δεν την κάνεις ή την έχεις "αποποινικοποιήσει" σύμφωνα με την προσωπική σου ηθική (είτε αυτό είναι ορθό είτε όχι). Όταν απέχεις προσωρινά αλλά ξέρεις ότι θα επιστρέψεις στην τάδε αμαρτία μεθαύριο, τότε δείχνεις στην καλύτερη περίπτωση αδύναμος χαρακτήρας και χειραγωγούμενος, και στη χειρότερη άνθρωπος χωρίς αρχές, κριτική σκέψη και επίπεδο. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: όσο άσχημη είναι η εξύβριση των θείων τον δεκαπενταύγουστο, άλλο τόσο είναι και όλο τον υπόλοιπο χρόνο!  

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Ευτυχώς που υπάρχουν Θρίλερ

   Είναι να αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο οι άνθρωποι βλέπουν ταινίες τρόμου. Το βασικό στοιχείο αυτών των ταινιών είναι θαρρώ πως υπάγονται στις ταινίες θρίλερ (thrill = ενθουσιάζω): είναι υποσύνολό τους κι όχι ταυτόσημες έννοιες. Από αυτό απορρέει το συμπέρασμα πως βλέπουμε ταινίες τρόμου επειδή μας ενθουσιάζουν, μας εξιτάρουν. Τι το ενθουσιώδες υπάρχει όμως σε ένα ξεκοίλιασμα, μια δολοφονία, έναν βασανισμό ή ένα τερατούργημα;
   Για να εξηγήσω το γιατί θα πρέπει να πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. Ο άνθρωπος λοιπόν (και δη η ψυχοσύνθεσή του) είναι κάτι το πολυδιάστατο και ασταθές. Τα συναισθήματα και οι σκέψεις του εκτείνονται από το ένα άκρο στο άλλο: χαρά και λύπη, ελπίδα και φόβος, ενθουσιασμός κι απελπισία, θαυμασμός και ζήλια. Όλα είναι απαραίτητα, όλα μας προσδιορίζουν και πλάθουν τον χαρακτήρα μας, τόσο τα καλά όσο και τα κακά. Αν ένας άνθρωπος γνώριζε μόνο τα θετικά ή μόνο τα αρνητικά συναισθήματα θα είχε μισή προσωπικότητα. Αλλά αυτό δε συμβαίνει. Παρατηρούμε ακόμα και σε ανθρώπους που πλέουν σε πελάγη ευτυχίας να υπάρχουν νέφη στεναχώριας, για πράγματα φαινομενικά ασήμαντα. Ένας πλούσιος και υγιής άνθρωπος αγωνιά για ένα ματς ποδοσφαίρου και στεναχωριέται σοβαρά αν η ομάδα του χάσει. Το ίδιο και στην αντίθετη περίπτωση: άνθρωποι που ζουν στη φτώχεια και τη μιζέρια χαίρονται με κάτι μικρό και ασήμαντο, το οποίο επ' ουδενί θα αλλάξει την άσχημη κατάστασή τους. Παραδείγματος χάρη, ένας άστεγος που ανάβει ένα τσιγάρο και φανερώνει μια στιγμιαία ευτυχία.
   Θα έλεγα πως τέτοιου είδους συναισθήματα είναι "υποκατάστατα" των "πραγματικών". Αυτός που βρίσκει παντού γύρω του ευτυχία δημιουργεί κάποια αγωνιώδη ή στενάχωρη κατάσταση κι εκείνος που ζει απελπιστικά άθλια δημιουργεί οάσεις ευτυχίας μέσα στην έρημο της κακομοιριάς του. Με άλλα λόγια, όταν δεν υπάρχει πραγματικός λόγος για κάποια συναισθήματα, δημιουργούνται δευτερεύοντες, ανούσιοι λόγοι. Κι αυτή είναι η ουσία της ανάγκης μας για ταινίες.
   Ο άνθρωπος που ζει μια βαρετή ζωή έχει ανάγκη να δει μια περιπέτεια και να ζήσει μέσα απ' αυτήν. Ο κλειστός και ακοινώνητος καίγεται για ταινίες με καταστάσεις που τον κάνουν να νιώθει κοντά στους υπόλοιπους, μέλος της κοινωνίας. Και φυσικά, αυτός που δε ζει σε κάποια κατάσταση πραγματικού φόβου, αναζητά τον πλασματικό, ψεύτικο φόβο που του δημιουργεί μια ταινία τρόμου. Κοινώς, έχουμε ανάγκη να υπάρχει φόβος στη ζωή μας και τον αναζητάμε με αυτό τον τρόπο.
   Συμπέρασμα; Ευτυχώς που υπάρχουν ταινίες τρόμου, ή γενικότερα θρίλερ, ταινίες που αυξάνουν την αδρεναλίνη. Διότι αυτό σημαίνει πως στην καθημερινότητά μας υπάρχει σχετική ηρεμία και γαλήνη. Δεν πιστεύω πως ένας άνθρωπος που ζει σε εμπόλεμη ζώνη ή ένας στρατιώτης εν καιρώ πολέμου έχει ανάγκη να δει τέτοιες ταινίες. Ζει τον τρόμο συνεχώς, υπάρχει πάντα γύρω του. Οπότε δε χρειάζεται να τον αναπλάσει. Αντίθετα, εκεί που δεν υπάρχει βία και τρόμος οργιάζουν τέτοιου είδους ταινίες. Θα έλεγα πως, όσο αναπτύσσεται αυτό το είδος ταινιών σε μια κοινωνία, τόσο πιο ευτυχισμένη είναι...


                                               

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Η Έννοια του Μαλάκα

   Μαλάκας. Μια λέξη που ακούμε εδώ και δεκαετίες. Μια λέξη που συνηθίσαμε. Μια λέξη με την οποία κάνουν "τσ τσ" οι γιαγιάδες όταν την ακούνε από τα 12χρονα (και αν) εγγόνια τους, χωρίς να ξέρουν τι άλλο ξεστομίζουν τα καμάρια τους. Μια λέξη, τέλος, με καταβολές από την αρχαία ελληνική γλώσσα (συνώνυμη κάποτε του μαλθακός), με τόσο ποικίλη χρήση που πλέον δεν ξέρουμε καν τι πραγματικά σημαίνει. Ας αποπειραθούμε όμως, μέσα στην άγνοιά μας, να την εξετάσουμε.
   Αρχικά θέλω να εξετάσω τον πομπό κι έπειτα να περάσω στον δέκτη και στο κανάλι επικοινωνίας, αλλά τα παραδείγματα είναι πολλά, για να μην πω χαοτικά. Οπότε η εξέταση θα είναι αναπόφευκτα μεικτή. Πραγματικά, υπάρχει ίσως ένα 10% των Ελλήνων που να μην έχουν πει ποτέ αυτή τη λέξη. Οι υπόλοιποι, περήφανα, την αναμασάμε σαν καραμέλα. Μία χρήση είναι η προσφώνηση σε φίλο (έλα ρε μαλάκα, τι μαλάκας που είσαι κτλ), η αθώα θα έλεγα version της λέξης. Η δεύτερη είναι η χρήση της με αρνητικό τρόπο απέναντι σε ένα γνωστό μας πρόσωπο. Μια κοπέλα προς τον μαλάκα γκόμενό της, ένας φίλος προς το μαλάκα κολλητό του που τον στήνει συνεχώς, ένας πατέρας προς τον μαλάκα γιο του. Και η τρίτη, η συχνότερη, η προσφώνηση σε άγνωστους, που δεν τους ξέρεις αλλά εύκολα τους χαρακτηρίζεις.
   Είναι πολύ εύκολο να πεις κάποιον μαλάκα, παρά οτιδήποτε άλλο. Μπορεί έτσι να χαρακτηριστεί ο τεμπέλης εργαζόμενος, ο εγωιστής εργοδότης, ο διεφθαρμένος πολιτικός, ο λαϊκιστής δημοσιογράφος, ο άμπαλος ποδοσφαιριστής καθώς και πολλοί άλλοι. Είδατε πόσα ενοχλητικά επίθετα παρακάμπτονται με τη λέξη μαλάκας; Μας γλυτώνουν από υπερβολικές υστερίες και τσουχτερά παράπονα. Είναι ένας χαρακτηρισμός που προσδιορίζει χωρίς να χρειαστεί να προσδιορίσει κάτι: κι εκεί χάνεται το παιχνίδι. Αν οι λέξεις είχαν νοημοσύνη και δεν ήταν απλώς εργαλεία μας, θα πίστευα πως είναι πανέξυπνη λέξη. Και γι' αυτόν που την ξεστομίζει και γι' αυτόν που τη δέχεται. Διότι ο δέκτης πλέον έχει ανοσία. Για σκεφτείτε τι θα σας πειράξει περισσότερο: αν σας πει κάποιος μαλάκα ή οποιοδήποτε επίθετο από τα παραπάνω παραδείγματα; Ο τεμπέλης, διεφθαρμένος κτλ νιώθουν άσχημα και πρέπει να απολογηθούν. Ο μαλάκας όχι. Μπορεί κάποιος να σε πει μαλάκα και, αντί να παρεξηγηθείς, να γελάσεις χωρίς ενοχές.
   Κι έτσι περνάμε στο επόμενο επίπεδο. Σ' αυτό όπου η λέξη εκείνη, που είναι υποκατάστατο κάθε άλλης και 99% απενοχοποιημένη, χρησιμοποιείται και για "πταίσματα". Ή ακόμα χειρότερα, για υποψία αυτών. Μπορεί την ίδια μέρα να πεις μαλάκες δύο άτομα, από τα οποία το ένα είναι ένας πρωθυπουργός που κατέστρεψε τη χώρα του και το άλλο ο αδερφός σου που δεν τάισε τη γάτα. Διαφορετικής βαρύτητας εγκλήματα αλλά ίδιος ο χαρακτηρισμός! Σας φαίνεται δίκαιο; Κι όμως γίνεται. Κι έτσι καταλήγει ο εραστής να νιώθει αδικημένος που η κοπέλα του τον λέει μαλάκα, όπως έλεγε και τον πρώην της. Μια παρέα καταλήγει να είναι μια παρέα από μαλάκες, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους.
   Κι αυτός ήταν περί του μαλάκα ο λόγος. Δεν πιστεύω πως κάποιος ανάμεσά μας είναι άτρωτος απέναντί σ' αυτήν. Όλοι την χρησιμοποιήσαμε και όλοι γίναμε ο στόχος της. Αλλά be cool. Όπως είπαμε, ο καθένας που πιπιλάει αυτή την λέξη δεν έχει απαραίτητα και δίκαιο επειδή σου βάζει την ταμπέλα. Δε χρειάζεται να βροντοφωνάξεις πως δεν είσαι: απόδειξέ το.


Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Η Διεισδυτική Ικανότητα της Γλώσσας

   Έχω αναφέρει και παλιότερα το πόση αξία και βαρύτητα έχει η σωστή χρήση της γλώσσας. Μπορεί να ανοίξει πόρτες επαγγελματικές, κοινωνικές, να δέσει μια φιλία ή να ξεκινήσει μια σχέση. Ή από την άλλη να τα καταστρέψει όλα αυτά: έστω και μία μόνο λέξη! Δε λένε τυχαία πως η γλώσσα "κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει". Αλλά η οπτική γωνία του ομιλητή, η ικανότητα να μιλήσει και να εκφραστεί κανείς σωστά είναι η μία όψη του νομίσματος: η άλλη είναι τα συμπεράσματα που βγάζει κανείς ως ακροατής. Το κατά πόσο μπορεί να καταλάβει με ποιον έχει να κάνει...
   Ένα απλό παράδειγμα: ρωτάει κάποιος έναν άγνωστο που κάθεται στο λεωφορείο: "Μπορώ να κάτσω δίπλα σου;" Οι απαντήσεις ποικίλλουν και παίρνουμε ως δεδομένο πως μεταξύ των συνομιλητών δεν υπάρχει καμία οικειότητα. Ας τις πάρουμε μία μία:
   "Ναι". Η απλούστερη απ' όλες, αυτή που θα δώσει κάποιος που δε θέλει να αφήσει στίγμα του χαρακτήρα του ούτε να χρωματίσει ιδιαίτερα το λόγο του. Ούτε φιλική ούτε εχθρική. Η απάντηση του αποστασιοποιημένου ατόμου.
   "Ναι ρε". Αν ειπωθεί με ανάλαφρο τόνο, μπορεί να δείξει αυθορμητισμό. Σίγουρα πάντως δείχνει έλλειψη επισημότητας και ένα άτομο που δεν ασχολείται πολύ με τρόπους, πσοσχήματα ή προσέχει γενικότερα τα λεγόμενά του.
   "Παρακαλώ". Η ευγενική απάντηση. Αυτή που δείχνει τρόπους και παράλληλα δίνει έναν τόνο επισημότητας. Ο άνθρωπος αυτός πιθανότατα είναι τύπος που κρατάει τα προσχήματα και είναι ή μεγάλος σε ηλικία ή πολύ ώριμος για την ηλικία του.
   "Βεβαίως/φυσικά". Η επισημότερη απάντηση. Αυτή που αφήνει το στίγμα του πολιτισμένου και παράλληλα του εγκάρδιου ανθρώπου. Αυτού που δεν έχει πρόβλημα να σπάσει τον πάγο, χωρίς να παραλείψει παράλληλα να σταθεί στο ύψος του.
   "Μα ναι!". Η βιαστική απάντηση. Η απάντηση ενός ανθρώπου που πιθανότατα βιάζεται, εκπλήσσεται εύκολα και αφήνει πολλές φορές το άγχος του να κυριαρχήσει. Ο τύπος ανθρώπου που βιάζεται να απαντήσει για να μην παρεξηγηθεί ή δημιουργήσει πρόβλημα.
   "Μπορείς". Η "παιχνιδιάρικη" απάντηση. Θα την δώσει ο τύπος που έχει αίσθηση του χιούμορ ή αυτός που είναι τόσο παρατηρητικός από φυσικού του, που δίνει προσοχή και στα απλούστερα λεγόμενα ενός αγνώστου. Το μήνυμα που περνάει είναι πως οι οικειότητες είναι επιτρεπτές και ο ίδιος είναι ανοιχτός για συζήτηση.
   "Όχι". Η απλή άρνηση. Δεν είναι ουδέτερη απάντηση, όπως το ναι, ειδικά όταν οι συνομιλητές είναι άγνωστοι μεταξύ τους. Αντίθετα, δημιουργεί μια ψυχρότητα και δεν αφήνει περιθώρια για εξηγήσεις.
   "Όχι, με συγχωρείς". Η απολογητική απάντηση. Αυτή που θα δώσει ο άνθρωπος που νοιάζεται και κατανοεί τον άλλον και ενοχλείται από την ίδια την αδυναμία ή την απροθυμία του να βοηθήσει.
   "Αχ, είναι πιασμένη/περιμένω κάποιον". Αυτή και οι λοιπές παρόμοιες απαντήσεις αφήνουν να φανεί ένας χαρακτήρας συναισθηματικός. Η απολογία είναι πιο φανερή από την παραπάνω απάντηση και δίνεται έντονα η εντύπωση πως ο τύπος αυτός φοβάται μην παρεξηγηθεί. Πιθανότατα το φοβάται επειδή έχει συνηθίσει να σκέφτεται σε βάθος το καθετί και σε ανάλογη περίπτωση ο ίδιος θα παρεξηγιόταν.
   Με αυτό το απλό παράδειγμα θέλω να δείξω το πόση σημασία μπορεί να έχει για μια εντύπωση μια λέξη ή φράση. Το πόσες διαφορετικές περιπτώσεις μπορούν να εμφανιστούν στην ελάχιστη στιχομυθία με έναν ξένο. Φανταστείτε πόσο πλουσιότερα συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε όταν μιλάμε με έναν άνθρωπο με τον οποίο έχουμε οικειότητα ή και ανταλλάσσουμε πιο ουσιώδεις και λεπτομερείς πληροφορίες. Τελικά καμία συζήτηση δεν είναι τόσο απλή, αν σκεφτεί κανείς πως συμπεράσματα βγαίνουν με οτιδήποτε κι αν πούμε (ή δεν πούμε!)
   Τελικά, μπορούμε να διεισδύσουμε στη σκέψη του άλλου μόνο με την καλή γνώση της γλώσσας; Πιστεύω πως ναι. Ακόμα κι ως ακροατής, ο καθένας που προσέχει τα λόγια, τον τόνο και την έκφραση του λόγου του συνομιλητή του έχει κάνει μια μικρή "διείσδυση" στο μυαλό και στον χαρακτήρα του άλλου και, πάνω-κάτω, ξέρει με ποιον έχει να κάνει. Δεν είναι πάντα το ίδιο προφανές ούτε τα συμπεράσματα πάντα ασφαλή. Αλλά ένα είναι βέβαιο: αυτός που προσέχει τι λέει και τι ακούει, έχει ανοιχτό έναν ολόκληρο κόσμο μπροστά του, αόρατο για τον αμύητο: όποιον κατάσκοπο και να ρωτήσετε, είμαι σίγουρος πως θα συμφωνήσει μ' αυτό.

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Συμπεριφορά ως Συνήθεια

   Κάθε μορφή αλληλεπίδρασης και συμβίωσης μεταξύ ανθρώπων δημιουργεί μια κοινωνία. Μικρή ή μεγάλη, δεν έχει σημασία. Και ως κοινωνία, είτε αναφερόμαστε στον επαγγελματικό είτε στον οικογενειακό είτε σε οποιονδήποτε άλλο τομέα, υπάρχουν κανόνες: κανόνες σχέσεων. Αυτοί οι κανόνες παραμένουν πάγιοι, όσο και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, οι οποίες βασίζονται στην ψυχολογία. Θα ήθελα να επεκταθώ σε ένα φαινόμενο αυτών των κανόνων σχέσεων, το οποίο αποκαλώ "συμπεριφορά ως συνήθεια".
   Πρώτα απ' όλα, τι εννοώ λέγοντας συμπεριφορά; Ως συμπεριφορά εκλαμβάνω κάθε αντίδραση, συναίσθημα, τρόπο έκφρασης που μπορεί να εφαρμόσει κάποιος απέναντι σε κάποιον (ή σε κάτι) άλλο. Αλλά πώς ταιριάζει η συνήθεια με αυτά;
   Τις περισσότερες φορές, η λέξη συνήθεια μας πηγαίνει συνειρμικά στο υλικό επίπεδο κι όχι στο πνευματικό/ψυχολογικό. Συνήθεια είναι να τρώω πολύ, να καπνίζω, να πίνω, οι δουλειές που κάνω κάθε πρωί, τα μέρη που συχνάζω κτλ. Ο κατάλογος είναι αμέτρητος. Παρόλα αυτά, αν σταθούμε στο επίπεδο συμπεριφοράς, μπορούμε να βρούμε στοιχεία κάποιου, τα οποία επαναλαμβάνονται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ισχύει λίγο-πολύ για όλους και αυτή η συνήθεια είναι, θα έλεγα, κακή.
   Φανταστείτε δυο φίλους σας. Ο ένας θυμώνει πολύ συχνά, ενώ ο άλλος σπάνια. Πέρα από το αυτονόητο, ότι δηλαδή αυτός που θυμώνει συχνά γίνεται φορτικός, υπάρχει και το άλλο μειονέκτημα: ο θυμός του χάνει το νόημά του. Δεν ταράζει πλέον τα νερά. Δεν φανερώνει τα όρια αυτού του ανθρώπου. Θα έλεγα ότι ο απέναντι κάποια στιγμή παθαίνει "ανοσία" στο θυμό και, σε κάθε ξέσπασμα του άλλου, ξεφυσάει και σκέφτεται "άντε πάλι απ' την αρχή". Απλά ανέχεται την κατάσταση και δεν ακούει καν τους λόγους και το πιθανό δίκαιο του άλλου. Τι θετικό βγαίνει απ' την κατάσταση αυτή; Τίποτα. Η σχέση μεταξύ τους απλά τρίβεται μέχρι κάποτε να ξεφτίσει...
   Από την άλλη, ο ηπιότερος φίλος είναι και πιο ευχάριστος. Δε δημιουργεί σύγχυση, κακή διάθεση, φορτικότητα στην ατμόσφαιρα. Αλλά τη μία φορά που θα το κάνει, έχει ήδη σηματοδοτήσει τα όριά του, έχει κερδίσει την προσοχή του απέναντι και πιθανότατα θα κερδίσει μια ενδεχόμενη αντιπαράθεση. Γιατί; Διότι ο απέναντι θα τον σεβαστεί και θα τον ακούσει, με βασικότατο παράγοντα αυτόν της έκπληξης! Ο αιφνιδιασμός αυτός που θα προκαλέσει το ξαφνικό ξέσπασμα θα κερδίσει τον άλλον, κατά πάσα πιθανότητα.
   Αυτές οι δύο περιπτώσεις περιπλέκονται ακόμα περισσότερο στον επαγγελματικό τομέα. Κι αυτό διότι τον εργοδότη δεν τον έχουμε διαλέξει. Έχουμε έναν ξένο, τον οποίο ανεχόμαστε να φωνάζει και να απαιτεί καθημερινά, μέχρι η κακή του συμπεριφορά να γίνει συνήθεια. Πλέον είμαστε αδιάφοροι, έχουμε συνηθίσει τα ντεσιμπέλ του. Και φυσικά χάνει το δίκιο του, δεν κερδίζει την προσοχή μας και πέφτει το επίπεδο εργασίας. Ενώ ένας εργοδότης ήπιων τόνων, που θα πατήσει πόδι σπάνια, θα κερδίσει πολλά και θα προσφέρει εξίσου πολλά σε εργασιακό επίπεδο. Αρκεί ο θυμός να μη γίνει συνήθεια...
   Μια ακόμα κακή συνήθεια των ανθρώπων, που φανερώνεται σε σχέσεις, κυρίως ερωτικές, είναι η ανταλλαγή δώρων και οι υποχωρήσεις (κι αυτές δώρα είναι κατά κάποιον τρόπο). Όταν ο ένας από τους δύο υποχωρεί συνεχώς, αυτό γίνεται μια κακή συνήθεια. Μετά από κάποιο διάστημα, όχι μόνο το "παιχνίδι" θα είναι μονόπλευρο, αλλά και οι απαιτήσεις του άλλου θα αυξηθούν! Δε θα υπολογίζει καν τη γνώμη του υποχωρητικού, διότι έχει συνηθίσει να κερδίζει κάθε αντιπαράθεση! Είναι κάτι καινούριο αυτό; Όχι φυσικά, η έλλειψη μέτρου πάντα φέρνει αστάθεια.
   Το παράδειγμα των δώρων πάλι. Είτε αυτά είναι ένα μπουκέτο λουλούδια είτε ένα κέρασμα είτε το πλύσιμο των πιάτων, καλό είναι να γίνονται μετρημένα. Η συνήθεια σκοτώνει βάναυσα κάθε καλή πρόθεση. Κι όχι μόνο αυτό αλλά και το δώρο χάνει την αξία του. Ο ένας πλέον έχει συνηθίσει να δίνει κι ο άλλος να παίρνει. Κι όταν αυτό κάποια στιγμή σταματήσει, αυτός που έπαιρνε συνεχώς παρεξηγείται! Είναι αχάριστος;
   Κατά τη γνώμη μου όχι. Ή τουλάχιστον δεν είναι απόλυτα αχάριστος. Απλά έτσι έμαθε. Ο/η σύντροφος τον κακοέμαθε, τα δώρα έγιναν μια συνήθεια και το φυσιολογικό, η ίση σχέση δηλαδή, δεν τον ικανοποιεί. Ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει πως πήρε τα δώρα σαν δεδομένα; Αφού ο άλλος τα έδινε απλόχερα χωρίς να απαιτήσει τα ίδια: πούλησε πολύ φτηνά, για να μην πω χάρισε, την καλοσύνη του και την αγάπη του. Και, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, μπορώ με ασφάλεια να πω πως αυτοί οι τόσο διαφορετικοί κόσμοι δε θα συγκλίνουν: ποτέ δε θα καταλάβει "αυτός που παίρνει" το πώς συνήθισε να είναι κακομαθημένος και ποτέ ο άλλος δε θα δεχτεί την αχαριστία που βρήκε μπροστά του.
   Τι είναι τελικά αυτό που κάνει τη συνήθεια στη συμβίωση, τη συνήθεια στη συμπεριφορά, τόσο κακό οδηγό; Πιθανότατα το στοιχείο της έκπληξης που λείπει. Το να ζεις δίπλα σε κάποιον που σε ξαφνιάζει καθημερινά, που σου θυμίζει γιατί είσαι δίπλα του. Αν μη τι άλλο, μια συμβίωση που υπάρχει από συνήθεια σε κάνει να ξεχνάς τους λόγους ύπαρξής της: η μονοτονία κάνει τη ζωή ανώφελη και το νόημα ξεθωριάζει. Ποιο συναίσθημα αντέχει στο χρόνο όταν δε συδαυλίζουμε πού και πού τη φωτιά του;  

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Δαμόκλειος Σπάθη

   Η φράση προέρχεται από ένα κείμενο του Κικέρωνα, όπου αναφέρεται η ιστορία του Δαμοκλή. Ο Δαμοκλής λοιπόν ήταν ένας αυλικός στο παλάτι του τυράννου των Συρακουσών της Σικελίας Διονυσίου του Πρεσβύτερου. Μαζί με πολλούς ακόμα αυλικούς του ο Δαμοκλής, κόλακας και φθονών τα μεγάλα πλούτη και τη δόξα του τυράννου, ζήλευε και επιθυμούσε την ανώτατη θέση και το θρόνο του.
   Στην ιστορία αναφέρεται μια σπάνια και πανέξυπνη κίνηση, που δείχνει την σοφία του Διονυσίου: επέτρεψε στον Δαμοκλή να πάρει τη θέση του για μία μόνο μέρα. Αυτό περιελάμβανε κάθε αγαθό του βασιλικού αξιώματος, φαγητά, διαταγές, περιποιήσεις κτλ. Ο Δαμοκλής, περιχαρής μέσα στην άγνοιά του, δέχτηκε. Καθώς απολάμβανε λοιπόν την ξεχωριστή μέρα με όποιο τρόπο μπορούσε, παρατήρησε στη μεγάλη τραπεζαρία ένα σπαθί, το οποίο κρεμόταν από πάνω του. Το όπλο κρατιόταν μόνο από τρίχες αλόγου και η σταθερότητά του ήταν επίφοβη. Απορημένος ρώτησε τον Διονύσιο περί αυτού. Και ο τύραννος του απάντησε πως αυτό το σπαθί το τοποθέτησε ο ίδιος εκεί και ήταν αυτό που του θύμιζε καθημερινά την υπευθυνότητα και τους κινδύνους της θέσης του. Ένας τύραννος δηλαδή, καθώς κατέχει την ανώτατη θέση, έχει την ανώτατη ευθύνη απέναντι στο λαό του και πρέπει να παίρνει τις αποφάσεις του αφού τις ζυγίσει σωστά, μιας και η παραμικρή απροσεξία μπορεί να του στοιχίσει πολλά. Ο Δαμοκλής, αφού αντιλήφθηκε την αλήθεια αυτής της δήλωσης, κατάλαβε το πόσο κοντόφθαλμος  ήταν. Επέστρεψε λοιπόν στην προηγούμενή του κατάσταση χωρίς πια να επιθυμεί αυτό που δε μπορούσε να ελέγξει.
   Η ιστορία αυτή είναι σχετικά απλή, με ένα προφανές για πολλούς ηθικό δίδαγμα. Παρόλα αυτά, μπορεί να μεταφραστεί με διάφορους τρόπους. Στον επαγγελματικό τομέα, ακούω συνεχώς παράπονα για όσους κατέχουν θέσεις γραφείων, θέσεις όπου δεν υπάρχει ιδιαίτερη σωματική κόπωση ή υπεύθυνες θέσεις με πολύ προσωπικό. Η αλήθεια είναι πως η πλειονότητα όσων κάνουν παράπονα είναι άτομα σε απλά και κατώτερα πόστα, οι οποίοι απλά επιθυμούν αυτό που δεν μπορούν να έχουν. Ποιος όμως από αυτούς θα μπορούσε να έχει αυτή την υπεύθυνη θέση; Ποιος κατανοεί το άγχος και την αέναη κόπωση του ανθρώπου ο οποίος έχει την έγνοια άλλων; Ποιος συνειδητοποιεί τη Δαμόκλειο Σπάθη της πνευματικής εργασίας;
   Η Δαμόκλειος σπάθη των πλουσίων, κατά τη γνώμη μου, είναι διττή: για όσους έβγαλαν με κόπους ζωής την διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία τους, είναι το σαράκι του να ζεις για να μεγεθύνεις τον πλούτο, καθώς και το άγχος της ασφάλειάς του από καταστροφές, επιτήδειους που τον εποφθαλμιούν, επίδοξους κληρονόμους, για να μην προσθέσω και τον κίνδυνο της ίδιας της ζωής του κατέχοντα. Για όσους πάλι απέκτησαν ξαφνικά μια μεγάλη περιουσία, η Σπάθη είναι θαρρώ η άγνοια της αξίας του ποσού, καθώς ποτέ τους δεν έμαθαν (και πιθανότατα δε θα μάθουν) τις δυσκολίες της  πραγματικής ζωής και το τι σημαίνει πραγματικά να κατέχεις αυτό που ο άλλος στερείται. Αυτό συχνά οδηγεί νεόπλουτους ή κληρονόμους μεγάλων περιουσιών σε αυτοκαταστροφικές λύσεις...
   Έπειτα, η Δαμόκλειος Σπάθη μπορεί να ερμηνευτεί και σε πιο απλά παραδείγματα: αυτός που ζει μόνος φθονεί αυτούς που έχουν σύντροφο, αγνοώντας την αξία της ελευθερίας του, αυτός που έχει κοφτερή σκέψη ζηλεύει τον μακάριο πτωχό τω πνεύματι, ενώ κατά βάθος ξέρει πως δε θα μπορούσε να ζει έτσι, ο σκληρά εργαζόμενος ζηλεύει τον συνταξιούχο αλλά μόλις ο ίδιος βγει στη σύνταξη, παθαίνει κατάθλιψη από την απραγία...
   Εν κατακλείδι, κάθε περίπτωση είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Ή, ακόμα καλύτερα, η ζωή είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις. Τη ζεις συνήθως μονόπλευρα, μέχρι να αποκτήσεις τη σοφία και την εμπειρία αμφοτέρων των πλευρών. Έτσι, καθώς γυρνάς το νόμισμα από την άλλη μεριά, βλέπεις την προλίγο αόρατη Δαμόκλειο Σπάθη να κρέμεται απειλητικά από πάνω σου...




          

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Απελευθερώνοντας Τα Ένστικτα

   "Όποτε κάνεις κάτι επειδή πρέπει, θα αποτύχεις". Τι εννοεί η φράση αυτή; Ίσως εννοεί πως το "πρέπει" δεν είναι κάτι που απορρέει από μέσα μας αλλά κάτι που επιβάλλεται από εξωτερικούς παράγοντες. Όμως το "πρέπει", καθώς και κάθε άλλο απρόσωπο ρήμα τέτοιου τύπου, όπως "απαγορεύεται", "δεν κάνει", "επιτρέπεται/δεν επιτρέπεται", αφήνει ένα ερώτημα: ποιος κρύβεται από πίσω; Ποιος απαγορεύει ή επιτρέπει; Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι πως η κοινωνία είναι το υπονοούμενο υποκείμενο. Η ηθική (δηλαδή το τι θεωρείται σωστό), η παράδοση (τι μας έχει περάσει από τις προηγούμενες γενιές ως πρέπον) και ο νόμος (η επίσημη καταγραφή του τι επιτρέπεται και τι όχι, την οποία ακολουθούμε τυφλά).
   Ας τα πάρουμε με τη σειρά: ηθική. Η ιδέα της κοινωνίας, της κοινής γνώμης αν θέλετε, για το τι είναι καλό. Πόσο μας επηρεάζει και πόσο μας αντιπροσωπεύει; Μας επηρεάζει άμεσα, πιστεύω, διότι κάθε μας κίνηση, ιδιωτική και δημόσια (κυρίως δημόσια) φιλτράρεται και κρίνεται από άπειρους κριτές: ο τρόπος που θα ντυθούμε, που θα επικοινωνήσουμε, που θα στεκόμαστε, τα άτομα στα οποία θα μιλήσουμε, ή γενικώς κάθε πτυχή της "δημόσιας εικόνας" μας. Τα αρνητικά είναι δύο: πρώτον, ο άνθρωπος είναι ατελής. Καμία άποψή του καθενός από μας δεν είναι απόλυτα σωστή ή αλάνθαστη αλλά καθορίζεται από τα διδάγματα της οικογένειας, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, τις προκαταλήψεις και τις φοβίες μας. Δεύτερον, ακόμη κι αν υποθέσουμε πως οι απόψεις κάποιου είναι σωστές, η κοινωνία είναι το σύνολο όλων αυτών των διαφορετικών απόψεων. Η ηθική δηλαδή συνολικά διαμορφώνεται από όλες αυτές τις ετερόκλητες "φωνές" και είναι ασταθής, ευμετάβλητη και συνεχώς μεταβαλλόμενη. Είναι δυνατόν λοιπόν τα ατέλειωτα "πρέπει" και "απαγορεύεται" αυτής να μας αντιπροσωπεύουν; Η ατομική μας άποψη έχει χαθεί και θαφτεί κάτω από μια σωρεία απόψεων και προσωπικοτήτων...
   Μετά έρχεται η παράδοση. Τα διδάγματά της έρχονται από το παρελθόν, από το πώς σκέφτονταν και δρούσαν οι "σοφοί μας πρόγονοι" και μας συμβουλεύουν όπου η σημερινή ηθική της κοινωνίας χωλαίνει. Μέχρι εδώ καλά. Τα μειονεκτήματα παρόλα αυτά της παράδοσης είναι πολλά και σημαντικά. Πρώτον και κυριότερον, η παράδοση είναι στην ουσία η ηθική μιας άλλης εποχής, πεπαλαιωμένη και συνημμένη με άλλα δεδομένα, που σίγουρα δεν αναφέρονται στο σήμερα. Οι αξίες του χτες, έπειτα, ακόμα κι αν δεχτούμε πως είναι σωστές, είναι σχεδόν ακατανόητες, διότι δεν γνωρίζουμε από πού πηγάζουν. Τις ξέρουμε δηλαδή όπως ακριβώς είναι, χωρίς να γνωρίζουμε τους λόγους που υπάρχουν ούτε την αιτία που τις έκανε σημαντικές. Πώς εφαρμόζεις λοιπόν μια αξία που δεν κατανοείς; Την ακολουθείς τυφλά; Προφανώς. Γι' αυτό και η συντριπτική πλειοψηφία δεν καταλαβαίνει τι κάνει όταν βασίζεται στην παράδοση. Και όταν κάνεις κάτι που δεν καταλαβαίνεις, θα το κάνεις σίγουρα εσφαλμένα.
   Τρίτος και βαρύτερος έρχεται ο νόμος. Η επίσημη εκδοχή της κοινωνίας για το τι είναι σωστό. Το πρώτο που θα αναφέρω για τον νόμο είναι πως είναι μια ανθρώπινη σύμβαση και τίποτα παραπάνω. Δεν είναι το απόλυτα σωστό αλλά σχετικοποιείται πάντα. Για παράδειγμα, πράγματα που σήμερα θεωρούνται απαράδεκτα, παλιότερα ήταν αποδεκτά, ίσως ίσως και αναγκαία. Ο φόνος, που σήμερα δεν δικαιολογείται (εκτός από την περίπτωση της αυτοάμυνας), σε παλιότερες εποχές προστατευόταν σε πολλές περιπτώσεις. Τα εγκλήματα τιμής, η θανατική ποινή, η διαπόμπευση που είχε αποτέλεσμα την θανάτωση κάποιου, όλα αυτά είναι παραδείγματα πως σε άλλες εποχές ο φόνος ήταν ανεκτός σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Πέρα από τη διαφορά στο χρόνο όμως, τοπικά επίσης υπάρχουν πολλές διαφοροποιήσεις. Άλλες κοινωνίες δέχονται τη θανατική ποινή, άλλες δέχονται τα εγκλήματα ποινής, άλλες ακόμα και το βιασμό! Άρα, ή κάποιοι νομοθέτες είναι σωστοί και κάποιοι όχι ή απλά το νομικό σύστημα είναι συνολικά κάτι ευμετάβλητο και αμφιλεγόμενο. Το ερώτημα που προκύπτει αναπόφευκτα είναι: πρέπει να υπάρχει νόμος;
   Μολονότι οφείλουμε να δεχτούμε τα μειονεκτήματα του νόμου, οφείλουμε να δεχτούμε και την αναγκαιότητά του. Ο καθένας που, χρησιμοποιώντας τη λογική του, συμπεραίνει πως μια αναρχία οδηγεί αναπόφευκτα στο χάος, συνειδητοποιεί πως η ύπαρξη έστω μιας βασικής νομοθεσίας είναι αναγκαστική. Μια κοινωνία πρέπει (να που εμφανίζεται το πρέπει!) να έχει κάποιους βασικούς κανόνες, οι οποίοι αργότερα διακλαδώνονται, περιπλέκονται και υπεισέρχονται σε λεπτομέρειες, για να είναι βιώσιμη και να μη λειτουργεί ο καθένας μας αποκλειστικά από ένστικτο. Και εδώ έχω μόλις εισάγει τη λέξη-κλειδί.
   Ένστικτο. Αυτό το στοιχείο που μας έχει ενσταλαχθεί από τη γέννηση και μας προτρέπει να κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για την επιβίωσή μας. Απαιτεί να φάμε όποτε πεινάμε, να συντρίψουμε τους ανταγωνιστές μας με κάθε κόστος, να κυνηγήσουμε αγαθά και να τα προστατέψουμε με όποια μέσα έχουμε, κοινώς να κάνουμε τα πάντα για το προσωπικό μας συμφέρον. Από τη στιγμή όμως που ο άνθρωπος άρχισε να σχηματίζει κοινωνίες, μετά από αμέτρητα θα έλεγα αιματηρά επεισόδια, έθεσε κάποιους κανόνες που τιθασεύουν τα ένστικτα και μας χωρίζουν από τις κοινωνίες των άλογων ζώων. Και το βασικό σημείο κάθε κοινωνίας έγκειται εκεί, κατ' εμέ: στη μαζική τιθάσευση των ενστίκτων. Στην ανάγκη του μαζικού σχηματισμού να αποτρέψει τη δημιουργία του χάους από την ανεξέλεγκτη χρήση του βασικού ενστίκτου του καθενός μας.
   Αυτό ακούγεται σαν θυσία της προσωπικότητας στο βωμό της μάζας. Και δεν απέχει πολύ απ' την αλήθεια. Προκειμένου να μην κυριαρχεί ο ισχυρότερος και να υπάρχει μια ειρηνική συμβίωση και ισορροπία οφείλουμε να κάνουμε κάποιες θυσίες. Πόσες όμως; Μέχρι ποιο σημείο; Υποτίθεται πως οι νόμοι και η ηθική υπαγορεύονται από τη λογική. Αλλά η καταπίεση σε τέτοιο βαθμό των ενστίκτων δε φέρνει πάντα το επιθυμητό αποτέλεσμα. Πολλές μορφές τρέλας, κατάθλιψης και περιπτώσεις έλλειψης κοινωνικοποίησης προκύπτουν από την καταπίεση κάποιου από την κοινωνία. Επίσης, πολλές φορές η ανάγκη των ανθρώπων να απαλλαγούν από τους περιορισμούς τις κοινωνίας τους πιέζει να διοχετεύσουν την καταπιεσμένη ενέργεια των ενστίκτων τους σε παράλογες και ανεξέλεγκτες μορφές βίας. Δηλαδή μετά το φιλτράρισμα της κοινωνίας, το ένστικτο, που ουσιαστικά υπάρχει για να μας κάνει την επιβίωση ανάγκη, λειτουργεί αρνητικά και κατασταλτικά προς εμάς τους ίδιους, πράγμα ανεπίτρεπτο.
   Το συμπέρασμα που βγάζω από τον συλλογισμό αυτόν είναι το εξής: εφόσον αναγκαζόμαστε να ζούμε σε μια κοινωνία, εφόσον πρέπει να επιβάλλουμε κάποιους κανόνες στον εαυτό μας, ας οριοθετήσουμε τα πράγματα. Όπου νιώθουμε πως δε συμβαδίζουμε με την κοινωνία, όπου η λογική ή και το ένστικτό μας δε βρίσκει αντίκρισμα, οφείλουμε να κοιτάξουμε και να προστατέψουμε τον εαυτό μας. Αν η ύπαρξή μας έχει όντως ισορροπία ανάμεσα στα δύο, τότε το πράγμα θα δουλέψει. Κάθε όμως παρέκκλιση από την ισορροπία θα δημιουργεί προβλήματα. Αν το ένστικτο υπερισχύει της λογικής, τότε ο φόνος και η βία θα είναι αναπόφευκτα όπου κι αν βρεθεί εμπόδιο στο προσωπικό συμφέρον. Αν η λογική υπερισχύσει του ενστίκτου, θα φτάσουμε να υπερασπιζόμαστε την κοινωνία και το "δίκαιο των άλλων" πάνω από το δικό μας, με αποτέλεσμα να ποδοπατήσουμε αμετάκλητα την προσωπικότητά μας (και υπάρχουν άπειρα παραδείγματα ανθρώπων που υπέστησαν συνέπειες λόγω αυτής της έλλειψης ισορροπίας). Αν όντως υπάρξει η ισορροπία, μπορούμε να συμβαδίσουμε με την κοινωνία σχεδόν σε ιδανικό σημείο (ή τουλάχιστον όσο εγγύτερα στο ιδανικό είναι δυνατόν να φτάσουμε).
   "Όποτε κάνεις κάτι επειδή πρέπει, θα αποτύχεις". Όποτε δώσεις όμως λογική στην πράξη και το "πρέπει" μετατραπεί σε "είναι καλό" και "είναι συμφέρον", τότε μπορείς να δώσεις όλη την ενέργειά σου σ' αυτήν και να επιτύχεις. Αν ανακαλύψεις ότι το "πρέπει" αυτό είναι παράλογο, το ένστικτό μου λέει να μην το ακολουθήσεις καν.


       
                                           




Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Το Σαράκι του Ρεμπώ

   Ένα τραγούδι σε στίχους Άλκη Αλκαίου, αναμφισβήτητα δύσκολο στην κατανόηση. Το ένιωσα από την πρώτη φορά που το άκουσα, πιστεύω ότι ο καθένας θα συμφωνούσε. Το ότι υπάρχει μια μεγάλη δόση πάθους κι ανεκπλήρωτου έρωτα διάχυτη στο τραγούδι, αυτό είναι ξεκάθαρο. Αλλά ας δούμε τα πράγματα διεξοδικά.
   Ο νεοσύλλεκτος στο στρατό, ο δύτης στο βυθό: από τους πρώτους δυο κιόλας στίχους, μας δίνεται η ευκαιρία να νιώσουμε στο πετσί μας το χαοτικό συναίσθημα της έκπληξης που νιώθει ο αναφερόμενος ερωτευμένος του τραγουδιού: η δυσάρεστη έκπληξη, αυτός ο κόμπος στο στομάχι που έχει αυτός που πρωτοαντικρίζει την αγχωτική στρατιωτική κοινωνία, αυτή η ανείπωτη από την άλλη έκπληξη του δύτη, τη στιγμή που ανοίγεται μπροστά του η αμύθητη μαγεία του βυθού: αρνητική και θετική έκπληξη, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Γιατί στον κεραυνοβόλο έρωτα υπάρχουν και οι δυο μορφές έκπληξης. Έπειτα, ο στίχος προχωράει βαθύτερα στη σκέψη του ανθρώπου αυτού, όπου το ερώμενο πρόσωπο έχει "θεοποιηθεί", και έχει ενσταλαχθεί το αγωνιώδες αίσθημα της ματαιότητας. Η "κρυμμένη εικόνα" είναι ουσιαστικά η εικόνα που έχει στο μυαλό του ο ερωτευμένος για το αντικείμενο του έρωτά του, μια προσωπικά πλασμένη εικόνα, καθώς και μια απαγορευμένη, κατά κάποιον τρόπο, εικόνα. Αινιγματική και ομιχλώδης. Οι σκέψεις που δημιουργούνται, οι φαντασιώσεις και τα σενάρια, οι απορίες και οι αμφιβολίες, όλα αυτά μαζί είναι το "καινούριο παραμύθι" που βρίσκεται μπροστά του.
   Η δεύτερη στροφή αφορμάται από καθημερινές σκηνές μας βόλτας στην πόλη. Τα ερεθίσματα από την καθημερινότητα είναι δυνατές άγκυρες που τον τραβάνε πίσω στον έρωτά του, εναύσματα που αφυπνίζουν το παρελθόν σε λεπτομέρειες. Αυτό γίνεται φανερό στον τρίτο στίχο, καθώς το τέρας της νοσταλγίας έχει ξυπνήσει και βρυχάται μανιασμένο. Μάλιστα, φαίνεται και το πέρασμα του χρόνου, καθώς το ερωτικό παιχνίδι παίζεται πιθανότατα εδώ και καιρό. Το ερώμενο πρόσωπο έχει γίνει τέτοια εμμονή, που έχει τη διπλή δύναμη από έναν πυρετό! (Τύφλα να χουν τα αναβράζοντα depon!)
   Στην τρίτη στροφή εισαγόμαστε στην κύρια σκηνή, αυτήν του κινηματογράφου. Υπάρχει πιθανότατα, αν δούμε το σκηνικό από απλουστευμένη γωνία, μια αντίθεση μεταξύ της φρίκης που παρουσιάζεται στο σινεμά (ποιος ξέρει, κάποια ταινία τρόμου;) και στην ανέμελη, ξέγνοιαστη καθημερινότητα που εκτυλίσσεται έξω από την αίθουσα. Σε έναν παραλληλισμό με τον ψυχικό κόσμο του "πρωταγωνιστή" του τραγουδιού, "η φρίκη στην οθόνη" είναι η εσωτερική καταιγίδα, ενώ η ανέμελη ζωή έξω είναι η ψευδαίσθηση της γαλήνης που βγαίνει προς τα έξω. Με μια άλλη οπτική γωνία, ο πρωταγωνιστής "τρώει φρίκη" από τα αισθήματά του, στα οποία προφανώς δεν υπάρχει ανταπόκριση, ενώ ο έξω κόσμος αδιαφορεί. Παρακάτω, πολύ δυνατή παρομοίωση γίνεται με την έκφραση "μελισσολόι ζωντανό". Όντως, κάπως έτσι μοιάζει ο κόσμος αν τον κοιτάξουμε ψυχρά και λογικά: μια συνεχής ροή, άνθρωποι αφοσιωμένοι στη ζωή και στα προβλήματά τους, μια κοινωνία με ταχύτατους ρυθμούς και αδιαφορία για οτιδήποτε αλτρουιστικό και φυσικά στον πόθο που καίει τον άνθρωπο αυτόν. Επιστρέφοντας στην αίθουσα του σινεμά, η κοπέλα (που πιθανότατα είναι και το αντικείμενο του έρωτα) βρίσκεται με το φόβο ζωγραφισμένο στα μάτια της. Ο επίδοξος εραστής της από την άλλη, πάντα με το βλέμμα πάνω της, αναρωτιέται τι την τρώει, αν υπάρχει κάτι άλλο που εκείνος δεν μπορεί να ελέγξει: αναρωτιέται πώς να κατακτήσει τον εσωτερικό της κόσμο και να καταλάβει όσο γίνεται περισσότερα, με στοιχεία και ενδείξεις που βρίσκει στο βλέμμα της (φιλτράρισμα του καπνού, δηλαδή της αινιγματικότητας, στο βλέμμα της).
   Στο ρεφρέν, εν συνεχεία, υπάρχει μια οξεία μνεία σε ένα άγνωστο γ' πληθυντικό πρόσωπο. Μας κλέβουν το αύριο και το βλέμμα. Ποιοι; Μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι μια επίθεση στο σύστημα, ότι δίνεται μια πολιτική χροιά στο στίχο. Μια άλλη προσέγγιση μπορεί να είναι καθαρά ερωτική: οι έρωτες μας κλέβουν το αύριο, διότι χάνουμε την ελεύθερή μας βούληση, και μας κλέβουν το βλέμμα διότι "δεν έχουμε μάτια για αλλού". Σε κάθε περίπτωση, ο στιχουργός είναι κάθετα ενάντιος προς "αυτούς". Συνεπώς, με την παραπάνω κατάσταση να ισχύει, για την κοπέλα είναι κάτι μικρό το να του δώσει την συγκατάθεσή της. Εδώ εισαγόμαστε σε μια αγωνιώδη και παρακλητική σκηνή, όπου ο απελπισμένος ερωτευμένος θέλει πάση θυσία να κερδίσει την εύνοια και την αγάπη. Πρώτα δηλώνοντας ότι το "σ' αγαπώ" είναι κάτι μικρό κι ασήμαντο γι' αυτήν σε σχέση με όσα γίνονται έξω. Μετά, παρακαλάει ακόμα και για ένα "ανόρεχτο" και ψεύτικο ναι και κλείνει με την σταθερή και βέβαιη πεποίθηση πως το δέσιμο είναι παντοτινό και παρόν, έναν δηλαδή τρόπο να κάνει την κοπέλα να νιώσει ασφάλεια και να της αποσπάσει το πολυπόθητο ναι. Αυτός ο τελευταίος τρόπος συμπληρώνει το τρίπτυχο των προσπαθειών του πρωταγωνιστή.
   Στο δεύτερο μισό του τραγουδιού, βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου ο ερωτευμένος έχει υποστεί την ήττα και παλεύει πια με τις αναμνήσεις του. Αυτό συνοδεύεται από την παρόμοια κατάσταση της φύσης, τη δύση του ήλιου δηλαδή και τον παγερό αέρα. Περνώντας μέσω αυτών των εικόνων στις αναμνήσεις του, παρουσιάζεται και πάλι η σκηνή του κινηματογράφου, όπου κάποτε η κοπέλα τον είχε ρωτήσει τι είναι "το σαράκι του Ρεμπώ", φανερώνοντας έτσι την άγνοιά της για το ερωτικό αυτό ζήτημα. Υπάρχει μια ειρωνεία εδώ, καθώς το πρόσωπο που είναι αντικείμενο τέτοιου έρωτα του κάνει μια ερώτηση για τον Ρεμπώ και συνεπώς για τον πόνο του έρωτα.
   Με αυτή την παρατήρηση εισαγόμαστε στο βασικό θέμα του τραγουδιού, τη λέξη-κλειδί. Ρεμπώ. Ο κατατρεγμένος, καταραμένος ποιητής, ο τόσο πολυπράγμων και κοσμογυρισμένος, που ποτέ δε στέριωσε σε έναν τόπο. Αυτός που έζησε την καταφρόνια λόγω της αναρχικής και ομοφυλόφιλης φύσης του στα μέσα και τέλη του 19ου αιώνα. Τι είναι το σαράκι του Ρεμπώ; "Σαράκι" χαρακτηρίζεται ο ερωτικός πόθος που κατατρώει τα σωθικά, όπως ένα σαράκι κατατρώει το ξύλο. Το σαράκι του Ρεμπώ παρόλα αυτά μπορεί να αναφέρεται και στην ανήσυχη φύση του γενικότερα, να ταυτίζει την ανησυχία στην ψυχή του ερωτευμένου με τις ατέρμονες περιπλανήσεις του Ρεμπώ: το σαράκι λοιπόν μετατρέπεται στην κατάρα που δεν επιτρέπει στον Ρεμπώ (ή στην περίπτωση μας στον πρωταγωνιστή) να βρει γαλήνη και λιμάνι. Πιθανώς με την αναφορά στον Ρεμπώ ο Αλκαίος ήθελε να "δέσει" τον στίχο με έναν τρόπο που να θυμίζει Ρεμπώ: ένας έρωτας θυελλώδης, που αλλάζει μορφή, κατατρέχεται τοπικά και χρονικά και είναι μοιραίο να μην καρποφορήσει...
   Μια άλλη σκέψη, ίσως όχι τόσο πιθανή, που συνδέει όμως τον Ρεμπώ με τις σκηνές σινεμά που περιγράφονται, παρουσιάζεται με αφορμή την ταινία "Total Eclipse" του 1995, που είναι συνυφασμένη με τον έρωτα του Ρεμπώ και του ποιητή Πωλ Βερλαίν. Πιθανώς κι ο ίδιος ο στιχουργός να επηρεάστηκε απ' την ταινία για να γράψει τους στίχους. Ποιος ξέρει;
   Μια άλλη προσέγγιση, σχεδόν απίθανη, αφορμώμενη από την αναφορά στον Ρεμπώ, θέλει τους στίχους να αναφέρονται στον έρωτα του ίδιου του Ρεμπώ με τον Βερλαίν και στις δυσκολίες της σχέσης τους.
   Σε κάθε περίπτωση, το τραγούδι κλείνει με την επιστροφή στη σκηνή του σινεμά και αναφορά στην ενοχλητική "καζούρα της γαλαρίας στην πλατεία". Οι άνθρωποι δηλαδή που δε σταματάνε να μιλάνε στο σινεμά, δημιουργούν έναν ενοχλητικό βόμβο και χαλάνε την ιερότητα της στιγμής που έχει ο πρωταγωνιστής με την κοπέλα που αποζητά. Η εικόνα αυτή ταιριάζει με το "ζωντανό μελισσολόι" των αδιάφορων ανθρώπων, που αναφέρεται πιο πάνω. Έπειτα αναφέρεται η "σύνοδος Αφροδίτης-Ουρανού", η οποία, σύμφωνα με την αστρολογία, είναι οιωνός ευχάριστων, ξαφνικών εκπλήξεων στον ερωτικό τομέα. Το ότι η σύνοδος είναι η τρίτη (δηλαδή τα δυο ουράνια σώματα βρέθηκαν σε σύνοδο σε τρίτη συνεχόμενη επανάληψη) κάνει ακόμα πιο ασυνήθιστο το φαινόμενο. Άρα, ο έρωτάς τους έχει σκοπό να πετύχει; Ή μήπως ο στιχουργός αυτοσαρκάζεται; Μήπως η φασαρία των αδιάφορων ανθρώπων είναι κάτι σαν παράσιτο που απαγορεύει, ακόμα και με τόσο θετικούς οιωνούς, τους δυο ανθρώπους να βρεθούν στο ίδιο μήκος κύματος; Τα άστρα δε μας το διασαφηνίζουν αυτό.
   Τελικά, ο ερωτευμένος έχει βρεθεί σε ένα αδιέξοδο, "φυλακισμένος" στους τέσσερις τοίχους, ένας ασκητής προς την αδιάφορη ζωή των έξω (που την περιφρονεί εξάλλου καθ' όλη τη διάρκεια του τραγουδιού), να παλεύει με Χίμαιρες, δηλαδή τις ίδιες του τις αναμνήσεις. Κι όπως συμβαίνει σε κάθε αγνό έρωτα, το φταίξιμο δεν πέφτει στην κοπέλα. Αυτό το χαρακτηριστικό εξάλλου τον κάνει αγνό και τον ξεχωρίζει από τυχάρπαστους έρωτες. Ο πραγματικός φταίχτης είναι ο "κεραυνός", δηλαδή το αστροπελέκι μεταφορικά που δέχτηκε ο ίδιος και ερωτεύθηκε τόσο βαθιά. Ο κεραυνός δε λέει συγνώμη: μια έκφραση που παραπέμπει στο αναπότρεπτο του έρωτα, καθώς και στην έλλειψη αιτιών και συνεπειών για οποιονδήποτε άλλο, παρά μόνο για αυτόν που τον δέχεται...

Παραπομπή σε live του Μίλτου Πασχαλίδη στο "Σαράκι του Ρεμπώ"
https://www.youtube.com/watch?v=4aGbhSE2ZVY


Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Είναι απαραίτητη η Αρχαία Ελληνική Γλώσσα;

   Είναι απαραίτητη η Αρχαία Ελληνική Γλώσσα; Τι ερώτημα κι αυτό. Λίγο-πολύ το έχει σκεφτεί ο καθένας μας, και συνήθως τα συμπεράσματα είναι συγκεχυμένες απαντήσεις. Πώς να καταλάβουμε όμως την αναγκαιότητά της, όταν κανένας δεν έχει μπει στον κόπο να την αναζητήσει, πόσο μάλλον να μας την διδάξει; Το αποτέλεσμα είναι ενήλικες ημιμαθείς, με κουτσουρεμένη ορθογραφία, λεξιλόγιο πτωχότατο και ρητορική δεινότητα εφάμιλλη μουγκού.
   Προφανώς κι αυτά τα χαρακτηριστικά δεν πτοούν τον νεοέλληνα. Εξάλλου, αν μη τι άλλο, τα μέσα πλέον εκθειάζουν την ενασχόληση με οτιδήποτε άλλο πέρα από το πνεύμα. Τα ινδάλματα που προβάλλονται πλέον είναι τόσο μακριά από τον κόσμο της γνώσης και του πνεύματος, ώστε, όποιος προσπαθεί να μάθει κάτι παραπάνω σε ό,τι αφορά τον τομέα γλώσσας και λογοτεχνίας, παραγκωνίζεται ως παρακατιανός. Και κάπως έτσι φτάνουμε στο γνωστό σημείο με ένα ποσοστό 90% περίπου του πληθυσμού να έχει μαύρα μεσάνυχτα αλλά άποψη και το υπόλοιπο 10% να έχει γνώση αλλά άποψη που δεν ακούγεται. Κι έτσι διαιωνίζεται και προκρίνεται η αμάθεια/ημιμάθεια, ενώ η ενασχόληση με ποίηση, λογοτεχνία και γλώσσα απορρίπτεται σε μεγάλο βαθμό.
   Υπάρχουν όμως σοβαροί λόγοι για να ασχοληθούμε με την αρχαία μας γλωσσική κληρονομιά, από τα σχολικά μας χρόνια κιόλας. Ο πρώτος λόγος που θα αναφέρω είναι αμιγώς γλωσσικός. Έχει να κάνει με την γνώση της νέας ελληνικής. Το να μιλάει λοιπόν κανείς τη νέα ελληνική χωρίς καμία γνώση της αρχαίας είναι σαν να χρησιμοποιεί μια ζωή το διακόπτη για να ανάβει το φως, χωρίς ποτέ του να μάθει τι είναι ρεύμα. Γνωρίζει δηλαδή αυτό που βλέπει, το λίγο που έμαθε, δίχως να ψάξει για την πραγματική πηγή της ενέργειας που υπάρχει μπροστά του. Έτσι κι ο ομιλητής αυτός: χρησιμοποιεί (παπαγαλίζοντας συνήθως) έννοιες που άκουσε, που του φαίνονται ωραίες και σημαντικές αλλά χωρίς να καταλαβαίνει την πραγματική σημασία τους. Ρώτα τον τι σημαίνει αυτό που είπε, ρώτα τον από πού προέρχεται η έννοια και θα πελαγώσει. Είμαι σίγουρος πως τέτοιοι ημιμαθείς άνθρωποι πάντοτε ξέρουν να σου πουν "τι είναι σημαντικό" αλλά αν τους ρωτήσεις τι σημαίνει "σημαντικός", έχουν στο νου τους τη λέξη ως ταυτόσημη του "σπουδαίος". Αν δεν έχεις ένα βασικό υπόβαθρο αρχαίας ελληνικής, φίλε μου, δε θα ανακαλύψεις ποτέ το "σημαίνω" που κρύβεται πίσω από τη λέξη, δηλαδή το "δείχνω" σε ελεύθερη μετάφραση. Ο σημαντικός είναι αυτός που δείχνει, ενώ ο σπουδαίος (σπουδή= βιασύνη) είναι ο βιαστικός. Η έννοια του "σημαντικού", του "πετυχημένου", έχει έρθει συνειρμικά στη λέξη σπουδαίος: βιαστικός, άρα πιθανότατα και πολυπράγμων, άρα πιθανότατα και πετυχημένος. Πώς λοιπόν είναι ταυτόσημες οι έννοιες;
   Έπειτα, πέρα από ετυμολογία και σημασιολογία (γνώσεις απαραίτητες φυσικά αν θες να γνωρίζεις σε βάθος τι λες), υπάρχει το πρόβλημα των "κενών" που παρουσιάζει η νέα ελληνική, διότι δεν κατάφερε ποτέ να αντικαταστήσει τέλεια την αρχαία. Προσπαθήστε να μου δώσετε τη γενική πληθυντικού του ουσιαστικού "η κοπελίτσα" (των κοπελίτσων; των κοπελιτσών;). Θα σας πάρει λίγη ώρα μέχρι να βρείτε μια αβέβαιη απάντηση, διότι δεν ξέρετε ποιο είναι το σωστό: δεν υπάρχει σωστό, διότι ποτέ δεν καθιερώθηκε. Απλά χρησιμοποιούμε αυτό που ακούγεται καλύτερα στ' αφτιά μας. Προσπαθήστε τώρα να μου δώσετε το γ' ενικό πρόσωπο παρατατικού του ρήματος "θεωρούμαι" (θεωρούνταν/θεωριόταν;). Πάλι το ίδιο. Κι αυτά είναι δύο από τα πολλά παραδείγματα του πόσο χωλαίνει η νέα ελληνική χωρίς την υποστήριξη της αρχαίας. Όχι πως ο γνώστης της αρχαίας μπορεί αυτόματα να δώσει λύσεις σε όλα. Αλλά ξέρει πού πατάει, πού έχει στέρεη γη και πού κινούμενη άμμο.
   Ο τρίτος λόγος που θα δώσω είναι πιο πολύ ψυχολογικός ή κοινωνικός αν θέλετε. Έχει να κάνει με το τι συμπεράσματα βγάζουμε για τον απέναντί μας όταν επικοινωνούμε, είτε γραπτά είτε προφορικά. Πρώτη περίπτωση: έχουμε απέναντί μας έναν συνομιλητή που γνωρίζει "άπταιστα ελληνικά". Αυτός ο άνθρωπος, ακόμα κι αν είναι ο πιο αντιπαθής, ακόμα κι αν οι απόψεις του είναι απαράδεκτες, υποσυνείδητα έχει κερδίσει το θαυμασμό μας για τον τρόπο που μιλάει: γνωρίζει το μέσο που χρησιμοποιεί για να μας πείσει. Δεν αφήνει κενά ανάμεσα στα λεγόμενά του (τα περισσότερα κενά που αφήνουμε είναι συνήθως έλλειψη λεξιλογίου), δεν αφήνει μισοτελειωμένες προτάσεις, δεν αφήνει στη μέση το συλλογισμό του για να περάσει σε έναν άλλον. Από την άλλη, αυτός που δεν ξέρει να μιλήσει, ακόμα και να μας μιλάει για προσφιλή πράγματα και ωραίες ιδέες, μας ξενίζει: μας δίνει αμέσως την εντύπωση του αδιάβαστου, αυτού που ποτέ του δεν καταπιάστηκε με το λόγο. Δεν έχει σημασία αν είναι σωστός ή όχι: το έχει χάσει στην πορεία.
   Αν περάσουμε στο γραπτό λόγο τώρα, εκεί επικρατεί το χάος. Η ορθογραφία είναι ένας σκόπελος αδιάβατος μα και αόρατος για τον αμύητο. Εκεί που ο διαβασμένος θα περάσει με άνεση, ο μη διαβασμένος θα κολλήσει και θα μπλοκάρει καθώς γράφει, ή ακόμα χειρότερα, δε θα έχει καν συναίσθηση των λαθών του. Για άλλη μια φορά υπάρχει αυτή η υποσυνείδητη κριτική του ατόμου βάσει της επιτυχίας στον τρόπο που επικοινωνεί. Ο ορθογραφημένος, πλούσιος λόγος επιβραβεύεται (το μήνυμα περνάει στον εγκέφαλο πριν καν το συνειδητοποιήσουμε), ενώ ο άξεστος και φτωχός απορρίπτεται: έχει χάσει τη δύναμη και την πειστικότητά του. Αν ακόμα κι αυτό, άνθρωπε, δεν είναι ικανό να σε πείσει για τη χρησιμότητα της γλώσσας και της καλής γνώσης της, τότε μην απορείς μετά που δε σε προσέχουν όταν μιλάς.
   Ο επόμενος λόγος φυσικά είναι ο γιγαντιαίος όγκος γραπτών κειμηλίων που μας άφησαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Δεν είναι μόνο ότι ασχολούνται λίγοι με αυτά: σημαντικότερη κι από την αδιαφορία βρίσκω και την κριτική απέναντι σε όσους ασχολούνται. Πώς να καταλάβει κανείς βασικές έννοιες φιλοσοφίας, έπους, δράματος χωρίς να έχει διαβάσει αρχαία ελληνικά κείμενα; Έχετε την εντύπωση πως οι ταινίες, αυτή η εύκολη λύση για ψυχαγωγία, είναι απόλυτα ξεχωριστή από τα αρχαία κείμενα; Γελιέστε. Οι κωμωδίες δε θα ήταν ποτέ αυτές που ήταν χωρίς τη μελέτη του Αριστοφάνη. Οι τραγικές σκηνές στις ταινίες θα είχαν λιγότερο βάθος χωρίς το πάθος, το διδαγμένο από τον Σοφοκλή και τον Ευρυπίδη. Οι επικές ταινίες δε θα σκιαγραφούσαν με τόση δυναμική τους πρωταγωνιστές, αν πρώτα ο σκηνοθέτης (ή η σχολή που τον έκανε σκηνοθέτη) δεν είχε υπ' όψιν της τον Όμηρο.
   Όσον πάλι αφορά τις επιστήμες. Να είστε σίγουροι πως ο διαχωρισμός θεωρητικών και θετικών επιστημών είναι σχετικά πρόσφατος. Αν δεν υπήρχαν τα αρχαία ελληνικά κείμενα δε θα είχε αναπτυχθεί η τεχνολογία και η επιστήμη όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Είναι τόσο αδιάφορη αυτή η πορεία από τις βάσεις της επιστήμης μέχρι το αποκορύφωμά της, ώστε δεν αξίζει να ασχοληθείτε;
   Από την άλλη υπάρχει η γνώση της Ιστορίας. Ίσως η σημαντικότερη γνώση απ' όλες. Δεν ζητάω να εμπιστευθείτε τον κάθε τυχάρπαστο εκδότη βιβλίου ιστορίας. Ξέρω πόσο αμφίβολες είναι οι οπτικές γωνίες, ξέρω πόσο υποκεινούμενες πολλές ιδέες. Ζητάω από αυτόν που θέλει να μάθει να διαβάσει Θουκυδίδη, Ξενοφώντα. Εκτός του ότι ο αναγνώστης θα μάθει πράγματα που ποτέ δεν είχε την ευκαιρία να μάθει, θα νιώσει στο πετσί του το πόσο κοινές είναι εκείνες οι εποχές με το σήμερα. Θα μπορέσει να συγκρίνει και να καταλάβει. Να διδαχτεί και να δράσει.
   Συνοπτικά η δική μου οπτική γωνία για την ιστορία είναι η εξής: ένα μικρό παιδάκι βάζει το χέρι του στην πρίζα, με τραγικά αποτελέσματα. Δεν υπάρχει τρόπος να πει μετέπειτα το τι έπαθε, γιατί το έπαθε ή να προειδοποιήσει εμάς τους υπόλοιπους. Ο ιστορικός/ιστοριογράφος είναι αυτός που είδε το δυστύχημα και βάζει στον τοίχο μια προειδοποίηση για τον κίνδυνο που περιμένει όποιον κάνει το ίδιο. Παρόλα αυτά υπάρχουν πάντα οι αδαείς που δεν ξέρουν να διαβάσουν την προειδοποίηση αυτήν, αυτοί που απλά δεν την είδαν ή αυτοί που την είδαν και αδιαφόρησαν. Το τέλος τους είναι μοιραίο. Θέλετε να είστε αυτοί που θα βάλουν το χέρι στην πρίζα ή αυτοί που θα διαβάσουν την προειδοποίηση; Θέλετε να είστε αυτοί που θα διαβάσουν Ιστορία ή αυτοί που θα την αγνοήσουν; Κι αν θέλετε να μάθετε, πώς θα το καταφέρετε χωρίς το κατάλληλο υπόβαθρο;
   Ένας ακόμα λόγος για την καλή γνώση της αρχαίας, ενδογλωσσικός, είναι η δύναμη της γλώσσας μας. Δεν το συνειδητοποιούν όλοι πως η κάθε λέξη έχει δύναμη, ένα νόημα αρχέγονο, ακατάπαυστο. Π.χ. ακόμα και στη λέξη ασυγκράτητος υπάρχει η έννοια του κρατώ. Ακόμα και στον αντικατοπτρισμό, υπάρχει η έννοια του ορώ, του βλέπω. Δε χάνεται, όσο περίπλοκη, δύσκολη ή αντιφατική κι αν είναι η λέξη. Και γι' αυτό όσοι ξέρουν απόζητούν τη γνώση ορθογραφίας. Ο θάνατος της ορθογραφίας, η κατάργηση της ποικιλίας φωνηέντων θα φέρει πολλές δυσερμηνείες μαζί του. Ένα παράδειγμα: ακόμα κι αν δεν ξέρω τι σημαίνει εφάμιλλος, εάν συναντήσω τη λέξη μπροστά μου, μπορώ να ξεχωρίσω τα στοιχεία επί+άμιλλα. Μπορώ να κάνω το συνειρμό άμιλλα>συναγωνισμός και να υποθέσω ότι μιλάμε για κάτι "παρόμοιο", εφόσον συναγωνίζεται την προαναφερόμενη λέξη. Αν δεν υπήρχε ορθογραφία, τότε το εφάμιλο θα με πήγαινε στο άμιλο (άμυλο) και θα έψαχνα να μετρήσω το βάρος μου με μανόμετρο.
   Τέλος, έχοντας εξωτερικεύσει την ανάγκη μου να δείξω πόσο αναγκαία είναι η γνώση της αρχαίας ελληνικής, μπορώ με ασφάλεια να πω ότι υπάρχουν πολλά ακόμα να ειπωθούν. Η καλή γνώση της αρχαίας φέρνει και καλύτερη γνώση της νέας ελληνικής. Εξάλλου η γλώσσα φέρνει δύναμη. Η γλώσσα είναι δύναμη. Αν μιλήσω για ένα υπέροχο, θεσπέσιο γεύμα με τα κρεατικά να σπάνε τη μύτη, το ψαχνό κρέας να λιώνει στο στόμα, τη ζουμερή μπριζόλα να αχνίζει έτοιμη να καταβροχθιστεί, το ζεστό ψωμί να έχει την πιο ευχάριστη γεύση, τη φρέσκια σαλάτα να αφήνει στο στόμα την ιδέα λαδόξιδου, ε τότε πιθανότατα έχετε πεινάσει και μόνο που το διαβάσατε. Με αυτή την άτεχνη και πρόχειρη προσπάθεια. Φανταστείτε τι μπορεί να πετύχει μια εκπαιδευμένη γλώσσα, ένας καλοζυγισμένος και στοχευμένος λόγος...
     

  

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

Ψωμί κι Εφημερίδα

   Το παρακάτω κείμενο είναι μια ανάλυση, από τη δική μου σκοπιά, του τραγουδιού "Ψωμί κι Εφημερίδα" του Μίλτου Πασχαλίδη. Λίγο-πολύ το βλέπω σαν παράπονο ενός αγοριού προς την υπερπροστατευτική του μητέρα, το οποίο εκφράζεται έμμεσα και με λέξεις κλειδιά.
   Η ξύλινη ασπίδα που αναφέρεται στην αρχή είναι το φράγμα που προσπαθεί να δημιουργήσει μια μητέρα προς το παιδί της απέναντι στον "έξω κόσμο". Ξύλινη ως τεχνητή και εύθραυστη, "χρεώνεται" στο γιο, μιας και δεν την επέλεξε και την βλέπει σαν βαρίδιο. Με τα χρόνια, η επαφή με τον έξω κόσμο κάνει τον ώριμο πια γιο να δει την ασπίδα αυτή σαν εμπόδιο προς την κοινωνικοποίησή του και την επιστρέφει, κακήν-κακώς, πίσω στη δημιουργό της. Οι επόμενοι στίχοι, που αναφέρονται στις νίκες και τις ήττες, γίνονται εύκολα κατανοητοί: η νίκη σπάνια επιβραβεύεται από την ανήσυχη μάνα (π.χ. "μην παίρνουν τα μυαλά σου αέρα") και η ήττα γίνεται αιτία καβγά (π.χ. "στα λεγα εγώ", "θα μπορούσες να χτυπήσεις", "καλά να πάθεις"). Ο Μίλτος τονίζει πως ο πόθος του κάθε παιδιού είναι να πάρει την ευθύνη των πράξεών του, να ωριμάσει μέσα από τη νίκη και την ήττα, κι όχι να κρύβεται πίσω απ' τα φουστάνια της μάνας του (τη συντριβή μου δε στη χαρίζω).
   Έπειτα, όταν έρχεται η ώρα που ο γιος "ανοίγει τα δικά του φτερά" και φεύγει απ' το σπίτι, μια μητέρα που δεν προσπάθησε να τον καταλάβει χρησιμοποιεί επίμονα όλους τους λάθος τρόπους για την θυμάται (να κερδίσει την αθανασία), όπως οι όρκοι και τα ενθύμια. Κυνηγώντας τους "εχθρούς", δηλαδή όλα εκείνα τα πρόσωπα ή πράγματα και καταστάσεις που απογαλακτίζουν το γιο της, έχει αμελήσει πως, αντί για κύριος σύμμαχος, έχει γίνει η ίδια "εχθρός" χωρίς να το καταλάβει (αποφεύγει να κοιταχτεί στον καθρέφτη). Το λάθος του όλου εγχειρήματος παρουσιάζεται στον επόμενο στίχο: "δεν το λένε αυτό ζωή ούτε κι ευθανασία", μιας και οι περιττές ανησυχίες της μάνας καταστρέφουν και τη δική της ψυχική γαλήνη. Αποτέλεσμα φυσικά είναι η κακή διάθεση του γιου απέναντι σε όλη αυτή την προσπάθεια, ώστε "να μπαίνει στο πατρικό του σαν τον κλέφτη" προκειμένου να γλυτώσει από το δράμα αυτό.
   Στην επόμενη στροφή η επίθεση γίνεται πιο άμεση, καθώς ο γιος κατηγορεί τη μάνα για αγάπη που κατέληξε σε εφιάλτη, καταστρέφοντας το ρόλο της μάνας σαν να ήταν μητριά, που δε νιώθει δηλαδή πραγματικά τις ανάγκες του παιδιού της. Τα "σύνορα της στάχτης", τα εκλαμβάνω ως το τέλος της παιδικής ηλικίας, τη φάση που ο γιος επιστρέφει ενήλικας και "τα χώνει" σαν ίσος στη μητέρα του. Η στάχτη μπορεί όμως να ερμηνευτεί με δύο τρόπους: αυτόν της αναγέννησης, που αναφέρθηκε παραπάνω (καθώς η μετάβαση από την παιδική/εφηβική στην ενήλικη ηλικία είναι κάτι σαν μια αναγέννηση), αλλά και αυτόν της καταστροφής, καθώς οι καβγάδες που προκύπτουν τότε διαλύουν την καλή οικογενειακή σχέση.
   Το ρεφρέν είναι μια αναπόληση κακών συνηθειών της μάνας τα πρώτα χρόνια, όπου το παιδί για τα θελήματα είναι μια καθημερινότητα. Κατακρίνεται η κίνηση του να στείλει η μάνα το παιδί για τσιγάρα, ψωμί κι εφημερίδα με την ειρωνική προστακτική "στείλε με". Τα τσιγάρα συμβολίζουν την προτροπή της μάνας προς τις κακές συνήθειες, η οποία γίνεται ελαφρά τη καρδία, ενώ το ψωμί κι η εφημερίδα, σαφώς πιο αθώα παραδείγματα, συμβολίζουν πιθανότατα την ήρεμη συνείδηση του "ευσυνείδητου πολίτη-γονιού", ο οποίος νοιάζεται για το βιος και το συμφέρον του, ξεχνώντας τα σημαντικότερα. Παρόλα αυτά, ο γιος εναγωνίως προσπαθεί να της θυμήσει το βασικό: "ο μικρός σου ο γιος είμαι γω!". Η κατακλείδα είναι η ανάγκη του γιου να βγει στην επιφάνεια, καθώς δε θέλει να "κρατήσει τα ρέστα", βλέποντάς το σαν φτηνή δωροδοκία και επιπόλαιη επίδειξη μητρικής στοργής. Ο τελευταίος στίχος πηγαίνει και σε άλλα επίπεδα, καθώς τα ρέστα συμβολίζουν τη λειψή προσοχή που ο ίδιος έχει, τη λειψή στοργή και, το σημαντικότερο ίσως, τη λειψή εμπιστοσύνη.
   Η επόμενη στροφή ξεκινάει με μια μεγάλη αλήθεια που διέπει τις περισσότερες μάνες. Δηλαδή, ενώ μια ζωή κυνηγάνε να προστατέψουν τα παιδιά τους από οποιαδήποτε επιρροή, με μια ξαφνική στροφή απαιτούν ο γιος να αποκτήσει προσωπικότητα και πυγμή, το "εγώ" όπως αναφέρεται. Η συνέχεια ενέχει μια ενδόμυχη απειλή της μάνας, καθώς εννοείται πως καμία μάνα δε θέλει έναν άχρηστο γιο. Τον πιέζει να γίνει "καπάτσος" ώστε να έχει την αγάπη της, χωρίς πρωτύτερα να έχει προσπαθήσει να του τη γαλουχήσει σταδιακά. Ένας δικός μου συνειρμός πάνω σ' αυτό είναι ένας οργανισμός που ζει σε αποστειρωμένο περιβάλλον για χρόνια, ο οποίος ξαφνικά δέχεται μια παράλογη πίεση να αποκτήσει όλα τα αντισώματα που θα έπρεπε να έχει μέχρι τότε. Η αντίδραση του γιου, πάντως, είναι η αναμενόμενη: στην αρχή νιώθει απελπισία από την απρόσμενη πίεση που κοντεύει να γίνει πανικός, μα τελικά αυτή η απελπισία μετατρέπεται σε οργή, το γνωστό "άι σιχτίρ" που δηλώνει το αθώο θύμα προς κάθε παράλογη απαίτηση. Σκληρά τα λόγια που ακολουθούν στη συνέχεια, όπου η παιδική και εφηβική ηλικία (η "μισή ζωή") παρουσιάζονται σαν εμπορική συναλλαγή, καθώς ο γιος τα έζησε όπως του ζήτησε η μάνα, ενώ η υπόλοιπη ζωή του θα πρέπει να του χαριστεί ελεύθερη, ως αντάλλαγμα...
   Εν κατακλείδι, η λυσσαλέα επίθεση που εξαπολύει ο "παραπονεμένος γιος" με το στόμα του Πασχαλίδη δεν είναι μια πράξη αχαριστίας: προφανώς καταλαβαίνει την πολυτέλεια του να έχει μια μάνα που νοιάζεται γι' αυτόν, έστω και με το λάθος τρόπο. Είναι όμως η εξωτερίκευση της ψυχοσύνθεσης που απέκτησε μέσα από αυτή την πιεστική παιδική ηλικία, η ανάγκη να εκφράσει το παράπονο για όση σύγχυση και διλήμματα έζησε προκειμένου να ενηλικιωθεί. Το τραγούδι είναι ένα μάθημα ίσως για κάθε μάνα που ξεπερνά  τα όρια και "ποδοπατά" την προσωπικότητα του παιδιού της, από φόβο μην το χάσει ή της πάθει κακό, προκαλώντας η ίδια τελικά το κακό που προσπαθούσε να αποφύγει...

 http://www.youtube.com/watch?v=PLUUIqMWSRc



   

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Η Αναζήτηση του Δίκαιου Κόσμου

   Με αφορμή μια συζήτηση που είχα με ένα φίλο για το αν ο θεός είναι πανάγαθος ενώ αφήνει ανθρώπους να πεινάνε, έπιασα τον εαυτό μου να φαντάζεται έναν κόσμο διαφορετικό, με άλλους κανόνες και διαφορετικές ευκαιρίες. Υποθετικά θα χρησιμοποιώ παρακάτω μια θεϊκή παρέμβαση ως λύση στα προβλήματα για να προχωρήσει ο συλλογισμός. Πού θα κατέληγε ο κόσμος με έναν "πανάγαθο θεό" που "ακούει τις προσευχές μας"; Ο συλλογισμός μου λοιπόν ξεκινάει ως εξής:
  Ζούμε σε έναν κόσμο με προβλήματα. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη μάστιγα της πείνας. Παιδάκια στην Αφρική πεινάνε και θα έπρεπε ο θεός να κάνει κάτι γι' αυτό. Αν υποθέσουμε λοιπόν πως ο θεός έλυνε το πρόβλημα της πείνας στην Αφρική, τότε αυτό δε θα ήταν αδικία για τους υπόλοιπους πεινασμένους του κόσμου; Προφανώς ναι. Άρα θα έπρεπε να δοθεί παγκοσμίως "μάννα εξ ουρανού" και κανείς ποτέ στον κόσμο να μην πεινάει. Οπότε έχουμε πλέον έναν κόσμο δίκαιο, όπου κανείς δεν πεινάει. Είναι όμως έτσι;
   Στην περίπτωση που ο κόσμος αυτός ήταν ο πραγματικός, οι άνθρωποι θα έπαιρναν ως δεδομένη την αφθονία στην τροφή. Όπως όμως είναι αναμενόμενο (λόγω του ενστίκτου επιβίωσης), αντί να νιώθουν καλά με αυτό, θα στρεφόντουσαν στα υπόλοιπα προβλήματα, όπως π.χ. τις αρρώστιες.  Γιατί οι άνθρωποι να πεθαίνουν από καρκίνο; Τι φταίνε; Το φταίξιμο πάλι θα έπεφτε στο θεό, ο οποίος "αφήνει τον κοσμάκη να πεθαίνει από καρκίνο". Ας δώσουμε πάλι μια θεϊκή παρέμβαση όπου οι άνθρωποι πια θεραπεύονται άμεσα από τον καρκίνο. Μια εξόφθαλμη αδικία προς όλους όσους βασανίζονται και πεθαίνουν από τις υπόλοιπες ασθένειες. Το επόμενο βήμα είναι να δοθεί μια παγκόσμια πανάκεια ώστε κανείς να μη νοσεί από τίποτα και να αντισταθμιστεί η αδικία.
   Πλέον στον "καινούριο μας κόσμο", οι άνθρωποι δεν πεινούν και δεν αρρωσταίνουν. Είναι ικανοποιημένοι; Προφανώς όχι. Υπάρχουν αμέτρητα ακόμα άλυτα προβλήματα και οι άνθρωποι εμμένουν σε αυτά, αδιαφορώντας για το θεϊκό δώρο της ανοσίας. Γιατί ο θεός αφήνει το χ ή ψ πρόβλημα να υπάρχει; Και η κατάσταση συνεχίζεται, με τα προβλήματα να λύνονται ένα-ένα, ενώ οι άνθρωποι ψάχνουν ακόμα περισσότερες λύσεις, ώστε να μπορούν να πουν πως "ο θεός έδωσε λύσεις, άρα είναι πανάγαθος".
   Οι πιθανές περιπτώσεις που καταλήγουμε είναι δύο. Πρώτη: όσο και να συνεχιστεί αυτή η θεϊκή ευλογία και οι αμέτρητες λύσεις, πάντα θα υπάρχει ένα πρόβλημα που ταλανίζει το ανθρώπινο μυαλό και κάνει τον άνθρωπο δυστυχισμένο. Μπορεί τα βασικά προβλήματα να έχουν λυθεί αλλά ασχολούμαστε πλέον με τα μικρότερα και τα μεγαλοποιούμε. Αυτή η κατάσταση δεν είναι ουτοπική: τη βλέπουμε σε πολλούς (πλούσιους κυρίως), οι οποίοι έχουν λύσει κάθε πρόβλημα επιβίωσης κι όμως αυτοκτονούν ή εξαρτώνται από ναρκωτικά, με απίστευτες τάσεις αυτοκαταστροφής. Τελικά, με τη δική μου ματιά, δε θα είχε αλλάξει και τόσο ο κόσμος, ακόμα και με τις τόσες "βελτιώσεις" του. Όσο η μιζέρια και η τάση για αυτοκαταστροφή συνεχίζει να υπάρχει, θα συνεχίζουμε να ψάχνουμε προβλήματα...
   Δεύτερη περίπτωση: υποθέτουμε πως έχουν δοθεί όλες οι αμέτρητες λύσεις και με έναν μαγικό τρόπο έχουν πάψει όλα τα προβλήματα, οι πόλεμοι, το μίσος, η ζήλια, κάθε κακό που γνωρίζουμε: έχει βρεθεί ο "τέλειος κόσμος". Σε τι διαφέρει αυτό από τον παράδεισο, όπως τον φαντάζεται ο καθένας; Έπειτα, είναι στ' αλήθεια το όνειρό μας ένας κόσμος όπου τα πάντα υπάρχουν για όλους και κανείς δεν προσπαθεί για τίποτα; Κάθε σκοπός θα έχει χαθεί και κάθε κίνητρο επίσης. Ο τέλειος κόσμος, κατά τη γνώμη μου, είναι ένας κόσμος δίχως νόημα...
   Με το πέρας αυτού του συλλογισμού και ψάχνοντας τη λύση του προβλήματος, δε θα ψάξω εξωτερικά αίτια αλλά εσωτερικά. Δεν είναι τα προβλήματα και οι δύσκολες καταστάσεις που κάνουν τον κόσμο χειρότερο αλλά η σκοπιά από την οποία τον βλέπουμε εμείς οι ίδιοι. Κοντολογίς, ο κόσμος είναι τόσο όμορφος ή τόσο άσχημος ανάλογα με τη δική μας παρέμβαση. Και η μεγαλύτερη αδυναμία του ανθρώπινου είδους είναι η άρνηση της δικής του υπαιτιότητας. Το να βάζουμε μια ανώτερη δύναμη ως φταίχτη είναι η εύκολη λύση για να νιώθουμε εμείς ελεύθεροι από κάθε ευθύνη. Και ο στρουθοκαμηλισμός συνεχίζεται...

                          

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Ο Αστικός Μύθος των Microchip

  Θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα συγκεκριμένο θέμα, το οποίο έχει παρασύρει πολλούς από εμάς σε μια φρενήρη αγωνία για το μέλλον μας. Είναι το θέμα των microchips. Το "αντικείμενο" αυτό λίγο-πολύ θα είναι μια συσκευή μικροσκοπική, με αποθηκευμένες πληροφορίες μέσα, όπως στοιχεία του DNA μας, ιατρική κατάσταση και (κυρίως!) την ακριβή τοποθεσία μας, η οποία θα γίνεται γνωστή μέσω δορυφόρου. Θεωρείται δίκοπο μαχαίρι, διότι θα βοηθήσει μεν στην εξέλιξη της παγκόσμιας υγείας αλλά θα περιορίσει δραματικά την ελευθερία μας. Ο πανικός ξεκινά κάθε φορά που λένε πως το microchip θα είναι υποχρεωτικό! Ουσιαστικά θα μας "έχουν φακελωμένους", όπως λένε. Τι είναι όμως αλήθεια από αυτά και τι υπερβολή;
   Η πρώτη μου σκέψη, αυτή που μου έρχεται κατά νου αμέσως, είναι το κόστος αυτού του microchip στον παγκόσμιο πληθυσμό, καθώς και η δυνατότητα να "φορεθεί" παντού. Πώς θα καταφέρει "αυτός που κρύβεται πίσω από τα microchips" να τα παρέχει σε όλα τα δημόσια νοσοκομεία και, πράγμα ακόμα δυσκολότερο, στις ιδιωτικές κλινικές παγκοσμίως; Ή μήπως θα πεισθούν και οι μαίες, οι οποίες ξεγεννούν ακόμα και σήμερα σε σπίτια σε πολλά μέρη, να περάσουν microchip στο νεογέννητο;
   Έπειτα, σημαντικά δυσχερέστερο έργο βρίσκω την εξάπλωσή του στους εν ζωή, κυρίως στους ενήλικες. Υπάρχουν άνθρωποι που εκ πεποιθήσεως ή καχυποψίας δε θα δεχτούν να τους φορεθεί το οτιδήποτε. Υπάρχουν επίσης άστεγοι, άνθρωποι χωρίς ταυτότητα σε ξένες χώρες ή ακόμα και στην ίδια τους τη χώρα. Πώς θα τους βρει κανείς και θα τους "αναγκάσει" να το φορέσουν;
   Το κωμικοτραγικό της ιστορίας έρχεται παρακάτω. Θα το εκθέσω ξεκινώντας με μια ερώτηση: είναι ανάγκη να γίνει αυτή η διαδικασία για τον έλεγχο του παγκόσμιου πληθυσμού; Όλοι δείχνουν να φοβούνται τόσο πολύ την ύπαρξη μιας ηλεκτρονικής συσκευής που ελέγχεται από δορυφόρο, ώστε ξεχνούν πως ήδη έχουν μια πληθώρα αυτών στο σπίτι τους (ή ακόμα και πάντοτε πάνω τους!) οικειοθελώς! Λέγονται κινητά τηλέφωνα και είναι ακριβώς αυτό: μια συσκευή που έχει άμεση επαφή με δορυφόρο, μπορεί να λειτουργήσει ως GPS, και ο καθένας μας μπορεί να βρεθεί όπου κι αν είναι οποιαδήποτε στιγμή! Μετά έρχεται η τηλεόραση, η συσκευή που "βομβαρδίζει" τους πάντες με πάσης φύσεως τρόπους πλύσης εγκεφάλου. Ας μην ξεχνάμε βεβαίως το ίντερνετ, την προοδευτική λειτουργία που λειτουργεί και ως online ερωτηματολόγιο σχετικά με τις προτιμήσεις μας σε καθετί μπορούμε να φανταστούμε. Αν δηλαδή κάποιος θέλει να μας κατασκοπεύσει μέσα από το ιστορικό των σελίδων που επισκεπτόμαστε, τότε έχει ήδη έναν εξαιρετικά ενημερωμένο φάκελο για το άτομό μας! Ξαναρωτάω λοιπόν: υπάρχει ανάγκη, υπάρχει χώρος για μια ακόμα τέτοια συσκευή;
   Σκεπτικιστής ων, δεν ενδιαφέρομαι τόσο για το αν θα υπάρξει ή αν υπάρχει ήδη το microchip που θα εμφυτεύεται πάνω μας με τη γέννησή μας. Πιο πολύ με ενδιαφέρει η αφέλεια του πληθυσμού σχετικά με τα διάφορα microchips που ήδη κουβαλούν δίχως να το καταλάβουν. Συμβαίνει αυτό που λένε: ένα αντικείμενο στα χέρια ενός ηλίθιου γίνεται πολύ πιο επικίνδυνο. Χρησιμοποιούμε αντικείμενα που είναι ήδη microchip χωρίς να το καταλάβουμε αλλά ανησυχούμε για την ύπαρξη ή όχι των microchips. Ίσως τελικά αξίζουμε την πλύση εγκεφάλου που δεχόμαστε!