Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Ο αντρικός φθόνος απέναντι στις γυναίκες

   Στις μέρες μας η λεγόμενη μάχη των φύλων καλά κρατεί. Άντρες και γυναίκες, έχοντας πολύ διαφορετικές νοοτροπίες και κατανοώντας με πολύ διαφορετικό τρόπο τις σχέσεις, τη φιλία και την κοινωνία γενικότερα, αναπτύσσουν μεταξύ τους τη σχέση των σκαντζόχοιρων: όσο έρχονται πιο κοντά, πληγώνουν ο ένας τον άλλον με τα αγκάθια τους. Έτσι, λίγο-πολύ φθονούν ο ένας τον άλλον λόγω των ιδιαιτεροτήτων και των προνομίων που έχει το αντίθετο φύλο. Στο παρόν άρθρο θα αναλύσω την πλευρά του "στρατοπέδου" που ξέρω προσωπικά, του αντρικού.
   Πρώτον, οι κοινωνικές επιταγές δίνουν κάποια ελεύθερα στη γυναίκα τα οποία ο άντρας στερείται (συμβαίνει και το αντίστροφο βέβαια αλλά αυτό είναι άλλη πονεμένη ιστορία). Ο άντρας παραδείγματος χάρη διδάσκεται από μικρός να μην κλαίει, να μην εκφράζει τη λύπη του και να την πνίγει μέσα του. Η κοινωνία του δημιουργεί την υποχρέωση να είναι δυνατός και να μη φανερώνει τις αδυναμίες του: αν το κάνει, το αντίτιμο είναι να τον μειώσουν και να αμφισβητηθεί ο ανδρισμός του, ο οποίος λειτουργεί σαν μια δαμόκλειος σπάθη. Αντίθετα, η γυναίκα έχει κάθε ελευθερία να το κάνει χωρίς να δεχτεί την κατακραυγή ή να θεωρηθεί πλήγμα κατά της θηλυκότητάς της. Μάλιστα πολλάκις εκμεταλλεύεται τη φαινομενική αδυναμία της για να αποσπάσει τη συμπόνοια, τη συμπάθεια και πολλά ανταλλάγματα...
   Κατόπιν, ο άντρας έχει πολύ ψηλά τον εγωισμό του. Καθημερινά όμως στην κοινωνική του ζωή δίνει πολλές χαμένες μάχες με τον γυναικείο πληθυσμό. Χαρίζει συνεχώς το βλέμμα του σε πολλές γυναίκες, ρίχνοντας τον εγωισμό του κι ανεβάζοντας τον δικό τους, συνήθως χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Εδώ ας προσθέσω πως εξαιρούνται οι εκ φύσεως γόηδες, οι οποίοι έχουν γνωρίσει ελάχιστες αποτυχίες και δε δυσκολεύονται στο επικοινωνιακό παιχνίδι. Η παραπάνω συνδιαλλαγή πάντως είναι κάτι που στον αντρικό εγκέφαλο θεωρείται ασυγχώρητο.
   Το αντίθετο δε συμβαίνει σχεδόν ποτέ. Πρώτον, η γυναίκα δεν κοιτάει δημόσια τόσο αδιάκριτα την αντρική ομορφιά ούτε δείχνει τον θαυμασμό της απροκάλυπτα όπως εκείνος. Ή μάλλον, ακόμα κι όταν το κάνει, ο άντρας πολύ σπάνια θα το καταλάβει. Οπότε ο γυναικείος εγωισμός ελάχιστα τραυματίζεται δημόσια, ενώ η ύπαρξη πολλών αντρικών βλεμμάτων τριγύρω τον ενισχύει καθημερινά. Αυτό ο άντρας επίσης δεν το συγχωρεί: όχι τόσο στους άλλους άντρες, όσο στις γυναίκες και στο, ας πούμε, προνόμιο αυτό.
   Υποπτεύομαι πως υπάρχουν πάρα πολλοί άντρες, θα έλεγα μια συντριπτική πλειοψηφία, των οποίων η ερωτική ζωή και η σχέση με το γυναικείο φύλο θα βελτιωνόταν αισθητά αν δέχονταν αρκετά κομπλιμέντα από γυναίκες. Δεν το παραδεχόμαστε αλλά τα έχουμε ανάγκη. Έχουμε την έμφυτη ανάγκη να νιώσουμε ποθητοί όσο αυτές, όμορφοι κι αποδεκτοί από το σύνολο του πληθυσμού, σε μια κοινωνία που πλέον έχει ενοχοποιήσει την αντρική ερωτική επιθυμία σε βαθμό ίσως μεγαλύτερο από ότι έχει ενοχοποιήσει η συντηρητική κοινότητα την γυναικεία επιθυμία.
   Ο άντρας από το ξεκίνημα κιόλας της επαφής με τη γυναίκα δίνει τα 95 για να πάρει τα 5. Δίνει το βλέμμα του, την προσοχή του και τον εγωισμό του και, μετά από χρόνια στο ερωτικό παιχνίδι, έχει κερδίσει πάρα πολύ λιγότερες φορές από όσες έχει χάσει. Οι επιτυχίες των περισσότερων αντρών είναι ελάχιστες σε σχέση με τις αποτυχίες τους. Αυτό δεν το υπολογίζουν συνειδητά αρκετοί εξ αυτών: είναι μια αλήθεια την οποία ελάχιστοι καταλάβουν πραγματικά. Οι περισσότεροι νιώθουν έντονο φθόνο για το γυναικείο φύλο χωρίς να ξέρουν επακριβώς το γιατί. Αυτόν τον φθόνο, που τολμώ να ονομάσω ακόμα και μίσος ενίοτε, το αποδέχονται έκπληκτες οι κοπέλες που λένε το μοιραίο ναι. Δεν ξέρουν το γιατί, όμως δέχονται την κρυφή πικρία και απογοήτευση του άνδρα, ο οποίος συνειδητοποιεί πως το συνεχές αρνητικό σκορ που έχει στο παθητικό του δεν ισοφαρίζεται ούτε στο ελάχιστο από την μια του νίκη.
   Πραγματικά, για να συγχωρήσει μέσα του ο άντρας συνολικά τον γυναικείο πληθυσμό θα έπρεπε να έχει κάποια στιγμή στη ζωή του καμιά εικοσαριά απανωτές επιτυχίες. Να τονωθεί ο εγωισμός του και η αίσθηση της ήττας μέσα του να εξαλειφθεί. Αυτό βέβαια σπάνια συμβαίνει. Κι όταν συμβαίνει, τα αποτελέσματα είναι απρόβλεπτα και πολύ σπάνια τα επιθυμητά. Μπορεί κάποιος να παραλληλίσει την περίπτωση με ένα είδος νεοπλουτισμού και τις αντίστοιχες υπερβολές.
   Όσον αφορά τη συμβίωση, μετά από χρόνια γάμου πολλές σύζυγοι δέχονται μια μεγάλη καταπίεση και μισογυνισμό. Απορούν πού έχουν φταίξει, ενώ στην ουσία πληρώνουν τα σπασμένα ενός χρόνια πληγωμένου εγωισμού. Πιθανότατα δεν έχουν σχέση με την εσωτερική απογοήτευση του άντρα τους ούτε μπορούν να καταλάβουν την πηγή της.
    Αν πρέπει να ρίξω ένα μερίδιο ευθύνης στο γυναικείο φύλο θα πω το εξής: ένα μεγάλο μέρος των γυναικών δεν καταλαβαίνει τους άντρες. Μυρίζει σαν λαγωνικό την ερωτική επιθυμία τους αλλά τίποτα παραπάνω. Δεν μπορεί να συλλάβει το μέγεθος της τραγωδίας που υπάρχει μέσα σε πολλούς από αυτούς και δεν κάνει τίποτα για να το μάθει. Ακόμα και στη συνέχεια της σχέσης προσπαθεί να πάρει: να αποσπάσει κομπλιμέντα, να γίνει στόχος προσοχής και να είναι το επίκεντρο, ενώ θα έβλεπε μεγάλη διαφορά αν, προσεκτικά φυσικά για μη φανεί σαν οίκτος, τόνωνε αργά και σταθερά τον εγωισμό και την αυτοπεποίθηση του άντρα της.
   Και τι μένει στο τέλος; Σε μια μακροχρόνια σχέση η καλή περίπτωση είναι η εξής: είτε ο αντρικός εγωισμός έχει απομακρυνθεί από έναν μεγαλόψυχο άντρα είτε έχει θεραπευτεί από μια πραγματικά δοτική γυναίκα. Στις κακές περιπτώσεις, που δυστυχώς είναι πολύ περισσότερες, ο άντρας ξεσπά βίαια σε μια άτυχη ή πολλές άτυχες γυναίκες. Η μάστιγα της φαλλοκρατίας, αν και συνήθως γεννημένη με αθώο τρόπο, εφαρμόζεται βάναυσα κι απάνθρωπα. Βιασμοί, ξυλοδαρμοί, ακόμα και φόνοι, από φθόνο ή απελπισία, έχουν αμαυρώσει τις ανθρώπινες κοινωνίες και συνεχίζουν να το κάνουν.
   Πιστεύω πως οι περισσότερες γυναίκες, μετά την ανάγνωση αυτού του άρθρου, θα μπορούν πλέον να καταλάβουν κάτι από αυτήν την ατελείωτη, σκληρή εσωτερική μάχη του άντρα. Θα μπορούν να καταλάβουν το θυμωμένο ξέσπασμα του άντρα στην περίπτωση, για παράδειγμα, μιας απιστίας, έστω και νοητής. Όταν ο άντρας μετά από χρόνια ήττας έχει πετύχει μια νίκη, αρνείται κατηγορηματικά να αποδεχτεί ότι κι αυτή του τη νίκη την έχασε κι αντιδρά δυστυχώς με τρομερή σκληρότητα...
   Καταλαβαίνω όμως δε σημαίνει συγχωρώ ή συναινώ. Αυτό θέλω να το ξεκαθαρίσω. Το παρόν άρθρο δεν αποτελεί ξέπλυμα του αντρικού φθόνου ούτε υπεράσπιση της φαλλοκρατίας, την οποία μισώ. Ο λόγος που το γράφω είναι για να δράσει προληπτικά: μακάρι να το διαβάσουν αρκετές γυναίκες και να θεραπεύουν την ανδρική ψυχοσύνθεση προτού βρεθούν προ εκπλήξεως απέναντι σε αδικαιολόγητες και ανεξήγητες -τουλάχιστον για τις ίδιες- συμπεριφορές.

Άνδρες και γυναίκες, διαφορές των δύο φύλων

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Το Φαινόμενο "Power of Love"

   Στο εκπληκτικό βιβλίο της Ελπίδας Σ. "Τα φύλα χωρίς φύλλα" διάβασα την εξής άποψη, η οποία με εντυπωσίασε: "Στην εποχή μας ασχολούμαστε πολύ με το σεξ, κι αυτό αποτελεί σημάδι ότι δεν το ευχαριστιόμαστε. Είναι όπως με τη γαστρονομία: από τότε που το σπιτικό φαγητό άρχισε να γίνεται όλο και πιο σπάνιο στα νοικοκυριά, η τηλεόραση γέμισε με εκπομπές γύρω από τη μαγειρική". 
   Πέρα από την ευστοχία της παρατήρησης, μπορούμε να δούμε και την αντιστρόφως ανάλογη σχέση ανάμεσα στα δύο τινά: έλλειψη ενός στοιχείου και μαζικό ενδιαφέρον για αυτό. Όσον αφορά τον πρώτο τομέα, θα επεκτείνω τη σκέψη μου πέρα από το σαρκικό κομμάτι και συγκεκριμένα στο επικοινωνιακό: στην ίδια τη διαπροσωπική ερωτική σχέση, η οποία περνάει κρίση.
   Πρώτ' απ' όλα, θεωρώ πως η ερωτική σχέση δεν είναι ποτέ ανεξάρτητη ούτε αποκομμένη από τις άλλες σχέσεις και συνήθειες του ανθρώπου. Όπως μεγάλωσε κάποιος, έτσι θα πορευτεί. Κι επειδή ο κάθε άνθρωπος μεγαλώνει με διαφορετικό, μοναδικό τρόπο, υπάρχουν πολύ διαφορετικές συμπεριφορές εντός σχέσης. Μιας και δεν υπάρχει η πολυτέλεια να περιγράψουμε όλα τα μοτίβα της ελληνικής οικογένειας, θα πάρουμε το κυρίαρχο, το οποίο στην Ελλάδα είναι συνήθως το εξής (χοντροκομμένα βέβαια): τα παιδιά μαθαίνουν στην καλοπέραση, διότι τα χρόνια μας (όσο κι μας έχει επηρεάσει η οικονομική κρίση) είναι πολύ καλύτερα από αυτά των παππούδων μας, αν όχι και των πατεράδων μας. Συνήθως από το παιδί δε λείπει τίποτα: έχει φαγητό, ρουχισμό, παιχνίδια, δραστηριότητες και, κυρίως, την προσοχή των γονέων του. Κοινώς, παίρνει πολλά χωρίς να νιώθει την ανάγκη να δώσει τίποτα. Όταν ένα παιδί ζει έτσι μέχρι να μεγαλώσει, η συνήθεια αυτή το ακολουθεί και στη μετέπειτα ζωή του, την ενήλικη.
   Οπότε τι ακριβώς περιμένουμε να συμβεί στις ερωτικές σχέσεις; Όταν συναντιούνται δύο νεαρά άτομα, τα οποία ελάχιστη επαφή είχαν μέχρι στιγμής με την κοινωνία, ακόμα οι κυριότερες επιρροές τους είναι το σπίτι και το σχολείο. Έχουν συνηθίσει να παίρνουν χωρίς να δίνουν, όχι ισόποσα τουλάχιστον. Λογικό είναι στις σχέσεις να μπαίνει πρώτα το Εγώ, η απαίτηση και το παράπονο, διότι φυσικό είναι να μην υπάρχει η αντιμετώπιση που το άτομο περίμενε. Η κοπέλα του δεν είναι η μαμά του, που τον αγαπάει ανιδιοτελώς ό,τι κι αν κάνει. Το αγόρι της δεν είναι ο μπαμπάς της που ανέχεται τα νάζια και τις υπερβολικές απαιτήσεις της...
   Η ερωτική σχέση λοιπόν περνάει κρίση επειδή η κοινωνική συμπεριφορά περνάει κρίση. Σ' αυτό συμβάλλει και η τεχνολογία: όσο βασιζόμαστε όλο και περισσότερο σε μέσα, ηλεκτρονικά κυρίως, για να επικοινωνούμε, η άμεση και προσωπική επικοινωνία γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Είναι δυσκολότερο να βρούμε ταιριαστούς, πραγματικούς συντρόφους επειδή ο τρόπος γνωριμίας κι επικοινωνίας είναι υποτυπώδης. Αν προσθέσουμε και το στοιχείο του καλομαθημένου παιδιού, καταλαβαίνουμε γιατί οι χωρισμοί πληθαίνουν. Οπότε έτσι έχουμε την έλλειψη στις αληθινές, ρομαντικές και ανιδιοτελείς σχέσεις, όπου το ένα μέλος θέλει να δώσει πρώτα κι έπειτα να πάρει.
   Όσο μεγαλώνει όμως η έλλειψη ενός αγαθού, τόσο μεγαλώνει το ενδιαφέρον μας, η ανάγκη μας γι' αυτό ή και η αγωνιώδης προσπάθεια για αναπλήρωσή του. Δεν είναι τυχαίο που το ριάλιτι Power of Love είναι στην κορυφή της τηλεθέασης, κι απ' ό,τι πληροφορούμαι, ετοιμάζεται και το Game of Love. Άρα όχι μόνο δεν υπάρχει κορεσμός στο ζήτημα αλλά ο λαός διψάει για περισσότερα τέτοιου είδους θεάματα. Ό,τι δεν ζει τουλάχιστον θέλει να το βλέπει.
   Βέβαια ουδεμία σχέση με την αγάπη ή τον έρωτα έχουν τα παραπάνω. Όπως μπορεί ο οποιοσδήποτε νοήμων άνθρωπος να καταλάβει, εντός της οθόνης προβάρουν εντυπωσιακές καλλονές, βαμμένες και φτιασιδωμένες όσο δεν πάει, ενώ παράλληλα φιγουράρουν νεαροί (ή και όχι) με μακριά γένια και τατουάζ παντού. Είναι ένα είδος προώθησης του lifestyle, μια απόπειρα (πολύ επιτυχημένη φοβάμαι) δημιουργίας προτύπων. Η αγάπη κι ο έρωτας, όπως περνάνε μέσα από αυτά τα σόου, δεν σχετίζονται με πραγματική επικοινωνία, με καλή γνωριμία και με τριβή στην καθημερινότητα. Αντίθετα, βασίζονται στον εντυπωσιασμό μέσω της εμφάνισης, στους επιφανειακούς, επιδερμικούς διαλόγους και στη διασημότητα/δημοφιλία.
   Εδώ μπορεί κανείς να αντιτείνει πως το κανάλι είναι ιδιωτικό και η παρακολούθηση εθελοντική: αν δε θέλεις, κύριε αρθρογράφε που μας κουνάς το δάχτυλο, να μη βλέπεις! Σύμφωνοι. Δεν είναι η ίδια η ύπαρξη των σόου αυτών που με ανησυχεί και με ενοχλεί. Είναι η μανιώδης τηλεθέαση. Δεν τα βάζω με τους λίγους που παρουσιάζουν έτσι τον έρωτα και την αγάπη. Τα βάζω με τους πολλούς που αποδέχονται αδιαμαρτύρητα αυτά τα στοιχεία σαν πραγματικά χωρίς αμφιβολίες, κριτική και λογική. Αν κρίνουμε από το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και τη μαζική παρακολούθηση, κατανοούμε ότι έτσι ορίζεται ο έρωτας στα μάτια και στο μυαλό των περισσοτέρων.
   Οπότε τι περιμένουμε από σχέσεις που βασίζονται στην εμφάνιση και το κουτσομπολιό, παρά γκρίνια και παράπονα; Διότι η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται φυσικά στην αψεγάδιαστη εικόνα του Power of Love. Πολλές φορές υπάρχει ο καβγάς, η ασυνεννοησία, υπάρχει και η βία, λεκτική ή και σωματική. Αν δε μου κάνεις φταις. Αν δε ζεις κι αναπνέεις για μένα (όπως έμαθα απ' το σπίτι) θα το πληρώσεις. Τα τραγούδια "Χειρότερη να είναι η κάθε σου ημέρα", "Πουτάνα στην ψυχή", "Καργιόλα σε μισώ" (νέο hit!) και άλλα παρεμφερή φυσικά οργιάζουν και μια μεγάλη πλειοψηφία του λαού ταυτίζεται με αυτά. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη πως οι σχέσεις περνούν κρίση; Πως οι άνθρωποι αποκτηνώνονται αντί να εξελίσσονται, και μάλιστα στη λεγόμενη "εποχή της επικοινωνίας";  

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Εσύ θα Έλεγες Όχι;

   Η κριτική είναι το εθνικό μας σπορ. Η κριτική απ' τον καναπέ μας, άνετα κι αβίαστα. Έχουμε γνώμη για οτιδήποτε συμβεί, για οποιονδήποτε κλάδο και οποιαδήποτε κατάσταση περάσει μπροστά απ' τα μάτια μας κι έχουμε την απαίτηση η άποψή μας να έχει αξία. Συνηθίζουμε οι Έλληνες να χαρακτηρίζουμε πολύ εύκολα και να βάζουμε ταμπέλες στους υπολοίπους. Μία από τις χειρότερες είναι η ταμπέλα του "ξεπουλημένου".
   Όσο κάποιος διάσημος είναι της αρεσκείας μας στο στυλ, την εμφάνιση και το περιεχόμενο, όλα εντάξει. Τον θαυμάζουμε, τον υποστηρίζουμε και λέμε τα καλύτερα. Μόλις όμως αποκτήσει φήμη, διασημότητα και περισσότερο κοινό και αλλάξει το στυλ του, αρχίζει το κράξιμο. Λέμε πως ξεπουλήθηκε για τα λεφτά, πως πια δεν αξίζει ή πως εξαρχής δεν έλεγε και πολλά. Δηλαδή υποθέτουμε πως αυτός που βλέπαμε αρχικά ήταν ο πραγματικός του εαυτός και ο μετέπειτα αποτελεί την ξεπουλημένη του εικόνα. Εδώ όμως διαπράττουμε δύο μεγάλα φάουλ.
   Πρώτον, δεν τον ξέρουμε το ίδιο καλά όσο ο ίδιος ξέρει τον εαυτό του. Εμείς αρχικά βλέπουμε τον ήπιο, δειλό ίσως και άπειρο καλλιτέχνη -τραγουδιστή, ηθοποιό, τηλεπερσόνα, youtuber- κι έχουμε την εντύπωση πως γνωρίσαμε τον πραγματικό του εαυτό. Δεν είναι έτσι. Στην αρχή ο καθένας κρύβει λίγο πολύ τα θέλω του και την προσωπικότητά του για να δώσει μια ουδέτερη εικόνα, ενώ αργότερα, όταν δει πως πετυχαίνει, βγάζει προς τα έξω περισσότερα στοιχεία της προσωπικότητάς του, πιο πολλά απωθημένα και όσα δεν τολμούσε να πει παλιότερα. Αυτό εμείς οι παντογνώστες τηλεθεατές, το κοινό του δηλαδή, το εκλαμβάνουμε σαν προδοσία. Λες και είχε την υποχρέωση να μείνει όπως εμείς συνηθίσαμε ή λες και χρειάζεται την άδεια και την έγκρισή μας για να κάνει αυτό που γουστάρει. Δεν πάει έτσι όμως.
   Δεύτερον, μόνο εκείνος ξέρει πόση δουλειά έχει κάνει και πόσο μεγάλες αποτυχίες και πίκρες έχει δεχτεί για να φτάσει όπου έφτασε. Το τι αξίζει να κάνει με την επιτυχία του είναι δική του δουλειά, όχι δική μας. Εμείς βλέπουμε έναν άνθρωπο σχεδόν σαν να γεννήθηκε τη στιγμή που έγινε γνωστός. Μέχρι εκείνην τη στιγμή αγνοούσαμε την ύπαρξή του. Δεν ξέρουμε τους πραγματικούς λόγους που βγήκε στο γυαλί, δε γνωρίζουμε το μέγεθος της φιλοδοξίας του ούτε πόσες ώρες ξόδεψε πριν καν φανταστεί ότι μπορεί να γίνει διάσημος. Οπότε όταν του γίνεται μία καλή επαγγελματική πρόταση, ας πούμε μία χορηγία ή μια πρόταση για διαφημιστική καμπάνια ενός προϊόντος, μόνο εκείνος μπορεί να καταλάβει το αν αξίζει. Η δουλειά του απέδωσε καρπούς και μια εταιρεία αναγνωρίζει τη φήμη του και θέλει να τον πληρώσει γι' αυτό. Εσύ που τον κράζεις, αν σου δινόταν η ίδια ευκαιρία -ακόμα και χωρίς τη σκληρή δουλειά του- θα έλεγες όχι;
   Ένας φίλος μου έγραψε ένα πολύ ωραίο τσιτάτο καθώς υπερασπιζόταν μία φίλη του λογοτέχνιδα που τιμήθηκε πέρυσι με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για ένα ποίημά της. Ένα άλλο άτομο έγραφε πως η συγκεκριμένη λογοτέχνιδα έπρεπε να αρνηθεί το βραβείο από το κράτος που τόσο έχει βλάψει τους πολίτες κτλ. κτλ. Ο φίλος μου έγραψε: "είναι πολύ εύκολο να αρνηθεί κάποιος ένα βραβείο που δεν του δόθηκε". Αυτό νομίζω τα λέει όλα. Μέχρι να βρεθεί κάποιος στη θέση να αναγνωριστεί η προσπάθειά του και να του προταθεί το βραβείο, δεν έχει ιδέα τι σημαίνει αυτό. Δεν μπορεί καν να φανταστεί τι σημαίνει π.χ. η ποίηση για την ποιήτρια ή πόσες ώρες έχει φάει γράφοντας πριν το ποίημά της κερδίσει την αγάπη του κόσμου. Το τι πρέπει ή δεν πρέπει να κάνει μόνο η ίδια έχει το δικαίωμα να το πει, κανείς άλλος. 
   Βέβαια υποπτεύομαι τι κάνει τον απλό Έλληνα καναπεδοκένταυρο (είναι συγγενικό είδος με τον καρεκλοκένταυρο, της ίδιας συνομοταξίας) να κράζει και να βάζει ταμπέλες. Ζηλεύει. Η ζήλια και ο φθόνος του που κάποιος άλλος έχει πετύχει είναι πολύ μεγάλοι. Ξέρει ότι ο ίδιος δεν έχει πετύχει σ' αυτό που έκανε οπότε, αντί να καλοτυχίσει εκείνον που πέτυχε, τον φθονεί και τον κράζει. Τα έχουμε ξαναπεί αυτά. Αντί να θέλει να εξελίσσεται, προτιμά να μένει πνιγμένος στον βούρκο και να τραβά και τους άλλους μέσα για να μη νιώθει μοναξιά.
   Το συμπέρασμά μου είναι το εξής: ας αφήσουμε τους άλλους να είναι ο εαυτός τους. Ας τους αφήσουμε να παίρνουν οι ίδιοι αποφάσεις για τη ζωή τους, να εκτιμούν το τι και πόσο αξίζει η δουλειά τους αντί να νομίζουμε πως ξέρουμε εμείς μόνο το καλύτερο για εκείνους. Εφόσον το αξίζουμε, ας προσπαθήσουμε να είμαστε κι εμείς εξίσου καλοί και πετυχημένοι. Ίσως τότε βρεθούμε στην ίδια θέση και, αν είμαστε τόσο συνεπείς και κατασταλαγμένοι, ίσως πούμε το όχι για να μην "ξεπουληθούμε". Κι αν δε φτάσουμε ποτέ στην περίοπτη θέση εκείνων, τουλάχιστον ας έχουμε δυο καλά πράγματα να πούμε απ' τον καναπέ μας αντί να προωθούμε την αρνητική κριτική. Δεν τσαλακώνει τη δική τους εικόνα αλλά τη δική μας.     

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Υιοθεσία από Ομόφυλα Ζευγάρια

   Η υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια είναι ένα ακανθώδες ζήτημα, μια καυτή πατάτα, της οποίας ο χειρισμός δεν ανήκει αποκλειστικά στα χωράφια της πολιτικής (και φυσικά ούτε της μικροπολιτικής). Είναι ένα θέμα που ακόμα δεν έχει δοκιμαστεί σε ευρεία κλίμακα. Υπάρχουν χώρες του δυτικού κόσμου που συναινούν και λειτουργούν έτσι, όμως δεν ξέρω κατά πόσο τα δείγματα είναι αρκετά ή αντιπροσωπευτικά.
   Θα ήταν μεγάλο ψέμα να πω πως ξέρω τις συνέπειες ενός τέτοιου εγχειρήματος. Δεν έχω ιδέα ποιες είναι αυτές. Τέτοιες κινήσεις δεν πρέπει να γίνονται για χάρη του προοδευτισμού ή της πολιτικής ορθότητας. Γνώμονάς τους, όταν τελικά τίθενται σε ισχύ, οφείλει να είναι το συμφέρον του ανάδοχου παιδιού, το οποίο δεν είναι αντικείμενο ούτε πειραματόζωο. Εφόσον περάσει σε μια ανάδοχη οικογένεια, αυτή η ενέργεια θα αποσκοπεί στη δεύτερη ευκαιρία του να ζήσει στους κόλπους μιας οικογένειας, να έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει την ασφάλεια, το ενδιαφέρον, τη στοργή, τον δρόμο κι όχι τον παράδρομο προς την κοινωνία.
  Υπάρχουν ομόφυλα ζευγάρια που έχουν μέσα τους αρκετή αγάπη και θέληση και σκοπεύουν να τη δώσουν σε ένα μωρό, ένα παιδί, έναν έφηβο; Φυσικά. Γι' αυτό δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Όπως ανάμεσα σε οποιαδήποτε κοινωνία/κοινότητα υπάρχουν ζευγάρια με θέληση για ανατροφή παιδιών, έτσι και στη γκέι κοινότητα σίγουρα βρίσκονται τέτοια ζευγάρια. Αυτό σημαίνει πως όποιος είναι γκέι αξίζει να έχει παιδί; Όχι. Αλλά ούτε και οποιοσδήποτε στρέιτ αξίζει να έχει παιδί. Άπειρες περιπτώσεις άσπλαχνων γονέων που δολοφονούν, βιάζουν κατ' εξακολούθηση, παρατούν στο δρόμο ή σε κάδους σκουπιδιών τα παιδιά τους (τα βιολογικά παιδιά τους!) βροντοφωνάζουν πως το φύλο και ο σεξουαλικός προσανατολισμός ουδεμία σχέση έχει με τη σωστή ανατροφή ενός παιδιού. Το ότι θέλω μια γυναίκα στο κρεβάτι μου αντί για έναν άντρα με κάνει πιο άξιο να μεγαλώσω ένα παιδί; Φυσικά και όχι.
   Προς τους θιασώτες του "αυτό όμως είναι το φυσιολογικό" έχω να ρωτήσω το εξής: φυσιολογικά δεν γεννήθηκαν τόσα και τόσα παιδιά που κακοποιούνται καθημερινά από τους φυσικούς (τους φυσιολογικούς!) γονείς τους; Το ότι κάτι είναι φυσικό δε σημαίνει ότι είναι από μόνο του ηθικά σωστό. Η φύση μας προορίζει πολλές φορές να πονέσουμε, να αρρωστήσουμε, να πεθάνουμε αργά και βασανιστικά. Εκεί όμως δε μας αρέσει η φύση. Η φύση μας αρέσει όπου μας βολεύει, όπου μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε σαν ασπίδα προστασίας για τις προσωπικές μας απόψεις.
   Έπειτα, κανείς δε μίλησε για βιολογικά παιδιά. Το ότι ένα γκέι ζευγάρι δεν μπορεί να τεκνοποιήσει δε σημαίνει πως δεν μπορεί να μεγαλώσει σωστά ένα παιδί (σωστά - αυτή και μόνο η λέξη είναι τόσο βαθιά υποκειμενική που μπορεί να ξεκινήσει πολέμους). Εξίσου ένα ζευγάρι άνδρα-γυναίκας που δεν μπορεί για λόγους υγείας να τεκνοποιήσει μπορεί να υιοθετήσει και να αναθρέψει ωραιότατα ένα παιδί. Πού βρίσκεται η διαφορά; Μάλλον στην αισθητική μας: έχουμε μεγαλώσει σ' έναν κόσμο συγκεκριμένο και αρνούμαστε πεισματικά να κάνουμε έστω κι ένα βήμα προς την αλλαγή, διότι μας τρομάζει.
   Κατ' εμέ, δεν έχω δικαίωμα να ορίσω ποιος πρέπει να υιοθετεί παιδιά. Δεν είμαι γκέι, δεν έχω ζήσει κοντά σε γκέι ζευγάρια με παιδιά (ή χωρίς) και, το κυριότερο, δεν έχω ζήσει μέσα σε ορφανοτροφείο. Δεν έχω δουλέψει εκεί ούτε έχω προσπαθήσει να υιοθετήσω παιδί από εκεί. Αυτό με κάνει το ίδιο ανάξιο να επιχειρηματολογήσω υπέρ ή κατά σε θέματα υιοθεσίας όσο και τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού. Εξάλλου οποιοσδήποτε νιώθει άξιος να έχει γνώμη περί του θέματος πρέπει απαραιτήτως να έχει αυτές τις εμπειρίες. Αλλιώς δεν είναι περισσότερο άξιος απ' ό,τι εγώ.
   Μπορώ πάντως να θέσω κάποιους προβληματισμούς. Πρώτον, δεν υπάρχει θέμα σύγκρισης. Αυτό είναι το μεγαλύτερο σφάλμα στο οποίο πέφτουν οι πολέμιοι του ζητήματος. Κανείς δεν είπε (και πιστεύω πως ούτε οι γκέι το υποστηρίζουν) πως ένα γκέι ζευγάρι είναι καλύτερο από ένα στρέιτ στην ανατροφή ενός παιδιού. Δεν προσπαθούμε να "σώσουμε" ένα παιδί από τη στρέιτ κοινότητα ούτε φυσικά αξίζει να το "σώσουμε" από τη γκέι. Στο αφελέστατο επιχείρημα του τύπου "θα γίνει γκέι επειδή μεγαλώνει με γκέι" ρωτάω: δηλαδή όσα παιδιά μεγάλωσαν με στρέιτ γονείς είναι απαραίτητα στρέιτ; Οι γκέι γονείς δεν ερωτοτροπούν μπροστά στα παιδιά τους όπως, θέλω να πιστεύω, ούτε οι στρέιτ γονείς. Δεν αρμόζει στην ευαίσθητη προσωπικότητα ενός παιδιού κάτι τέτοιο ούτως ή άλλως. Όπως και να φαντάζομαι μια γκέι οικογένεια, το κάνω λάθος, μέσα από το πρίσμα ενός στρέιτ. Επειδή ο σεξουαλικός μας προσανατολισμός διαφέρει, υποθέτω πως το 100% της ζωής ενός γκέι περιστρέφεται γύρω από αυτόν. Μέγα λάθος.
   Εφόσον δεν υπάρχει σύγκριση μεταξύ στρέιτ και γκέι, τι υπάρχει; Μα φυσικά η ανάγκη να δώσουμε σε ένα παιδί τη χαρά του να μεγαλώνει μέσα σε μια οικογένεια, να νιώθει προσεγμένο και μοναδικό, όχι ένας ακόμα αριθμός ανάμεσα σε υπαλλήλους που το μεγαλώνουν κατ' ανάγκην. Αν πρέπει να γίνει μια σύγκριση είναι η εξής: είναι μια οικογένεια καλύτερη από ένα τέτοιο ίδρυμα; Ασφαλώς και είναι. Εφόσον οι διαδικασίες γίνουν ενδελεχώς κι αποφευχθούν περιπτώσεις κακοποίησης, σωματικής και ψυχολογικής βίας, σωματεμπορίας και γενικώς κακής συμπεριφοράς απέναντι στο παιδί, τότε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση είναι καλύτερη από τέτοια ιδρύματα. Τα ορφανοτροφεία είναι λύσεις ανάγκης. Όχι καλύτερα από μια οικογένεια.
   Βέβαια, θα αντιτείνει κάποιος, ας γίνουν πιο εύκολες οι υιοθεσίες από στρέιτ. Γιατί όχι; Εδώ συμφωνώ: αν γίνεται, χωρίς να χαλαρώσουν οι δικλείδες ασφαλείας προς το παιδί, να απλοποιηθεί η διαδικασία, τότε ας γίνει έτσι. Δυστυχώς όμως οι αριθμοί είναι εναντίον μας: δεν υπάρχουν τόσα διαθέσιμα ζευγάρια όσα παρατημένα παιδιά. Έχει φροντίσει η φυσιολογική κοινωνία και οικογένεια γι' αυτό (ας μου συγχωρηθεί εδώ ο δηκτικός τόνος - είναι ένα ζήτημα που λίγοι πολέμιοι των γκέι τολμούν να παραδεχτούν).
   Αν λοιπόν ήταν δυνατόν να υιοθετηθούν όλα τα παιδιά από στρέιτ οικογένειες, ας γινόταν έτσι. Δε γίνεται όμως. Οπότε μοναδική βελτίωση της κατάστασης είναι να απευθυνθούμε προς οποιονδήποτε θέλει να δώσει την αγάπη του σ' ένα παιδί. Έχει σημασία ποιον θέλει στο κρεβάτι του; Έστω και ένα παιδί στον κόσμο να ξεφύγει από την άχρωμη ζωή του ορφανοτροφείου, αξίζει τον κόπο να υπολογίσουμε την πιθανότητα. Το να λέμε ένα ξερό ΟΧΙ λόγω πεποιθήσεων κι εγωισμού σημαίνει αυτόματα ΟΧΙ προς οποιαδήποτε ελπίδα έχουν αυτά τα παιδιά να ζήσουν μια όμορφη ζωή.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Η Ιστορία των Τριών Αδελφών (Θεωρία Χάρι Πότερ)

   Η ιστορία αυτή είναι ένα αρχαίο παραμύθι μάγων που πέρασε από γενιά σε γενιά μέσα στο σύμπαν του Χάρι Πότερ. Αναφέρεται σε τρεις αδερφούς που, για να περάσουν ένα ποτάμι, έφτιαξαν μια μαγική γέφυρα. Ο Θάνατος θύμωσε που έχασε τρία υποψήφια θύματα, καθώς το ποτάμι ήταν ορμητικό και σκότωνε όποιον πήγαινε να το περάσει και υποκρίθηκε πως τους συγχαίρει για την ευστροφία τους. Έτσι, δώρισε ένα αντικείμενο στον καθένα. Ο μεγάλος αδερφός, ο εριστικός, ζήτησε το ισχυρότερο μαγικό ραβδί του κόσμου. Ο δεύτερος, ο υπερόπτης, ζήτησε μια πέτρα που ανασταίνει τους νεκρούς για να γελοιοποιήσει ακόμα περισσότερο τον θάνατο. Ο τρίτος, συνετός κι επιφυλακτικός, ζήτησε έναν τρόπο για να ξεφύγει από τον Θάνατο κι εκείνος, απρόθυμα, του έδωσε τον δικό του αόρατο μανδύα.
   Ο πρώτος αδερφός με το πανίσχυρο ραβδί σκότωσε έναν μάγο με τον οποίο είχε διαφορές κι έπειτα, μεθυσμένος σ' ένα μπαρ, καυχήθηκε για το πανίσχυρο ραβδί του. Κάποιος που άκουσε τα καυχήματά του περίμενε ν' αποκοιμηθεί, του έκλεψε το ραβδί απ' το δωμάτιο και τον σκότωσε για ασφάλεια. Έτσι ο Θάνατος πήρε τον πρώτο αδερφό. Ο δεύτερος χρησιμοποίησε την πέτρα για να αναστήσει την αρραβωνιαστικιά του, που είχε πεθάνει πρόωρα. Εκείνη όμως δεν ανήκε στον κόσμο των ζωντανών και υπέφερε. Ο δεύτερος αδερφός, απελπισμένος από τον έρωτά του, αυτοκτόνησε για να ξανασμίξει μαζί της. Έτσι ο Θάνατος πήρε τον δεύτερο αδερφό. Όσο όμως κι αν έψαξε, ποτέ δε βρήκε τον τρίτο αδερφό. Μόνο όταν εκείνος έφτασε σε βαθιά γεράματα έδωσε τον μανδύα στον γιο του, αποκαλύφθηκε στον Θάνατο κι έφυγαν μαζί σαν παλιοί φίλοι...
   Μέχρι εδώ είναι η αφήγηση της Τζόαν Ρόουλινγκ. Από εδώ και πέρα είναι οι δικές μου εικασίες. Ας ξεκινήσουμε από τη "γέφυρα" που τόσο πολύ εξαγρίωσε τον Θάνατο. Γιατί μια γέφυρα να έχει τόση σημασία; Αν βέβαια δεχτούμε ότι ο όρος είναι μεταφορικός, μπορεί να σημαίνει έναν τρόπο για να ξεπεράσει κανείς τον Θάνατο. Έτσι, εικάζω πως οι τρεις αδερφοί ανακάλυψαν έναν τρόπο να τον καθυστερήσουν: κοντολογίς, βρήκαν ένα μέσο για τη μακροζωία ή την αθανασία (δηλαδή το να μην πεθάνουν από φυσικά αίτια). Το ποτάμι πιθανότατα συμβολίζει τη φυσική ροή του χρόνου, τη διαδικασία της γήρανσης.
   Γι' αυτό θύμωσε ο Θάνατος. Όχι επειδή γλίτωσαν στιγμιαία 3 θνητοί αλλά επειδή κατάφεραν να τον παρακάμψουν μόνιμα. Έτσι υποθέτω πως οι τρεις αδερφοί βρήκαν τον τρόπο να ζουν αιώνια (ή απλώς πάρα πολύ) και έβλεπαν τον Θάνατο μόνο μέσα από άλλους θνητούς. Χάρη στην αιώνια ζωή, ο πρώτος ακολούθησε τον δρόμο της δύναμης, που συμβολίζεται από το ανίκητο ραβδί. Κάποιος που έχει κατακτήσει την αφθαρσία όμως δεν πρέπει να καυχιέται, διότι κάποιος θα βρεθεί να τον ξεκάνει, όπως κι έγινε. Ο δεύτερος διάλεξε τον δρόμο της έπαρσης, προσπαθώντας να αναστήσει κι άλλους, έχοντας ο ίδιος αιώνια ζωή. Δεν είχε θεϊκές δυνάμεις όμως. Η ανικανότητά του του έφερε απελπισία και έλλειψη θέλησης για ζωή. Ενώ ο τρίτος διάλεξε τον δρόμο της σύνεσης, έζησε ταπεινά και σεμνά όσο ήθελε και διάλεξε να πεθάνει όταν πια είχε απολαύσει όση ζωή ήθελε, αφού πρώτα δίδαξε το μυστικό στον γιο του...
   Πίσω από αυτό το παραμύθι βέβαια ίσως κρύβεται κι ένας τρόπος που φέρνει πραγματικά μακροζωία. Για να τον καταλάβουμε πρέπει να αναλύσουμε ποια στοιχεία έχουν τα τρία αντικείμενα. Το ραβδί δηλώνει εριστικότητα αλλά και δύναμη. Η πέτρα δηλώνει έπαρση αλλά και περιέργεια για το μετέπειτα. Ο μανδύας δηλώνει φοβία καταδίωξης αλλά και σύνεση. Οπότε οι 3 κακές ιδιότητες φέρνουν τον κατέχοντα πιο γρήγορα στην αγκαλιά του Θανάτου (μόνο ο τρίτος αδερφός ξεπέρασε το εμπόδιο τελικά - αν υπέκυπτε στο αίσθημα καταδίωξης θα πέθαινε νέοτερος από το υπερβολικό άγχος). Οι 3 καλές ιδιότητες όμως απομακρύνουν τον Θάνατο και φέρνουν μακροζωία: ο άνθρωπος οφείλει να έχει δύναμη, να μην υποκύπτει στην αδυναμία. Οι δυνατοί χαρακτήρες επιβιώνουν, οι αδύναμοι τσαλαπατιούνται. Πρέπει να έχει περιέργεια και φιλομάθεια, να μην ικανοποιείται με όσες γνώσεις έχει και να ψάχνει όσο μπορεί, προκειμένου να εξασφαλίζει όσες πληροφορίες μπορεί για την επιβίωσή του. Τέλος, πρέπει να ζει σεμνά, χωρίς υπερβολές και ματαιοδοξία, έτσι ώστε να μένουν μακριά τα αδιάκριτα βλέμματα και να εξασφαλίζεται η ασφάλεια της προσωπικής του ζωής. Αυτό θα μπορούσε να είναι το ηθικό δίδαγμα του παραμυθιού, που ισχύει και για μάγους και για μαγκλ!
   Βέβαια όσον αφορά τα 3 αδέρφια, πρόσωπα με παρόμοιες ιδιότητες μπορούμε να εντοπίσουμε σε διάφορες μυθολογίες. Αν συγκρίνουμε τα τρία αδέρφια με 3 μυθολογικά πρόσωπα από την Ελλάδα έχουμε τα εξής: Τον Αντίοχο Πέβερελ, τον ανίκητο που όμως πέθανε εξαιτίας της δύναμής του, να μοιάζει με τον Κύκνο. Αυτός ήταν γιος του Ποσειδώνα, άφθαρτος στη μάχη κι ανίκητος. Στον Τρωικό Πόλεμο μονομάχησε με τον Αχιλλέα που, βλέποντας ότι δεν μπορεί να τον τραυματίσει, του έριξε έναν βράχο στο κεφάλι και του προκάλεσε ασφυξία. Τον Κάδμο Πέβερελ, τον επαρμένο που θέλησε να αντιστρέψει τον θάνατο, να μοιάζει με τον Ασκληπιό. Γιος του Απόλλωνα, ήταν τόσο δεινός γιατρός που κατάφερε να φέρνει ξανά στη ζωή τους νεκρούς. Ο Άδης παραπονέθηκε στον Δία κι εκείνος τον κατακεραύνωσε, σκοτώνοντάς τον. Τον Ιγνάτιο Πέβερελ, τον σοφό που έζησε συνετά μέχρι τα βαθιά γεράματα, με τον Επιμενίδη, ο οποίος ήταν ένας Κρητικός που έπεσε σε μαγικό ύπνο για 57 χρόνια σε μια σπηλιά κι έπειτα μετέδωσε τη σοφία του στους ανθρώπους ως θρησκευτικός διδάσκαλος, προφήτης και μάντης. 

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

Ο Μάγος (Χαΐνηδες)

   Ο Μάγος είναι ένα τραγούδι του συγκροτήματος Χαΐνηδες στον διπλό δίσκο "Αγροκτηνοτροφικά και Μητροπολιτικά". Θα το χαρακτήριζα αφηγηματικό, καθώς διηγείται μια παράξενη ιστορία που λαμβάνει χώρα σ' ένα ανώνυμο χωριό. Γενικά το σκηνικό είναι αρκετά παραδοσιακό, σχεδόν παγανιστικό. Δε γνωρίζω πόσο βαθιά το έχουν σκεφτεί οι δημιουργοί, εγώ πάντως θεωρώ ότι μια επιδερμική ανάλυση δεν αρκεί. Οπότε στο παρόν άρθρο θα αναλύσω σχεδόν στίχο-στίχο το ποίημα (ή στιχούργημα, αν προτιμάτε) και θα βγάλω τα προσωπικά μου πορίσματα.
Στο χωριό μας κάποτε έφτασε ένας μάγος
ως τη μέση άνθρωπος κι από κάτω τράγος
   Στο πρώτο δίστιχο εδραιώνεται το σκηνικό. Το ποίημα αναφέρεται σ' ένα ανώνυμο χωριό και σ' έναν ανώνυμο μάγο που το επισκέπτεται. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η διπλή ανωνυμία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του ποιήματος. Με αυτόν τον απλό και έξυπνο τρόπο, ο στιχουργός επιτρέπει στον αποδέκτη να φανταστεί τις μεταβλητές "χωριό" και "μάγος" με όποιον τρόπο θέλει. Σε γενικές γραμμές, το χωριό και οι χωρικοί στο τραγούδι περιγράφονται ως απλοϊκοί, άξεστοι, αγράμματοι κι απολίτιστοι, αν και αυτό γίνεται με τακτ και μαεστρία.
   Η εξωτερική εμφάνιση του μάγου είναι το πρώτο που μαθαίνουμε γι' αυτόν. Φαίνεται πως μοιάζει με τους χωρικούς, έχει δηλαδή ανθρώπινα στοιχεία, απτά και κοινά με τους άλλους. Όμως ο χιμαιρισμός αυτός, το τραγόμορφο κάτω μέρος του κορμιού του παραπέμπει σε σατυρικά πρότυπα: οι Σάτυροι, ακόλουθοι του Διονύσου, λέγεται πως είχαν παρόμοια χαρακτηριστικά. Κέρατα, πόδια και ουρά τράγου. Ο τράγος ως σύμβολο σχετίζεται με τη γονιμότητα, την έλλειψη μέτρου, τη σεξουαλική επιθυμία και την ακολασία. Γι' αυτό και λατρευόταν από τους αρχαίους παγανιστές, ενώ οι χριστιανοί, που εξυμνούν την εγκράτεια, θεωρούν το εν λόγω ζώο (και κατά συνέπεια τον αντίστοιχο συμβολισμό) πλάσμα του σατανά. Οπότε ο μάγος, εξαρχής κιόλας, παρουσιάζεται ως κάτι διαφορετικό, μυστηριακό, τρομακτικό ίσως και με ανώτερες δυνάμεις από τους απλούς χωρικούς.
Τότε μαζευτήκανε όλοι γύρω γύρω
κι είπαν την τραγίλα του άρωμα και μύρο.
   Οι πρώτες "επιθέσεις" ενάντια στην απλοϊκότητα και την ασχετοσύνη των χωρικών. Παρουσιάζονται ως ένας όχλος, μια άτακτη μάζα που θαυμάζει ό,τι διαφέρει από αυτήν, ό,τι δεν καταλαβαίνει. Η πρώτη αντίδραση, η οποία πηγάζει από τον φόβο προς το άγνωστο κι από την φυσική περιέργεια, είναι να προσπαθήσουν να κάνουν οικεία την παράξενη μορφή. Πώς γίνεται αυτό; Με τον παλιό και γνωστό τρόπο: καλοπιάνοντας. Ό,τι διαφέρει και ξενίζει τους χωρικούς εξυμνείται, έτσι ώστε ο μάγος να νιώσει οικεία με το λεφούσι αυτό και να τους δώσει, ως αντάλλαγμα, τις πληροφορίες που θέλουν.
Πες μας, βρε μάγε, αν μπορείς
αν έρθουν οι βροχές νωρίς
   Η ανάγκη για επιβίωση κάνει αυτούς τους ανθρώπους να ασχολούνται με τα απλά και τα γήινα προβλήματα, αν κι έχουν εμπρός τους μια υπερφυσική πηγή πληροφοριών. Δεν τους νοιάζουν τα υπαρξιακά ερωτήματα και οι φιλοσοφικές προεκτάσεις αυτών: αυτό δείχνει και μια έλλειψη σοφίας, φιλομάθειας και ευφυίας. Απλώς "κοιτάνε τη δουλειά τους", χωρίς να νοιάζονται για τα περαιτέρω.
και τη σοδειά σου να χαρείς
χωρίς τον πόνο της χωρίς.
   Εδώ παρατίθενται οι απλοϊκοί πάλι τρόποι κατευνασμού του πανίσχυρου μάγου. Πάνω στη φούρια τους, οι χωρικοί προσπαθούν να τον καλοπιάσουν με κάθε μέσο. Τι θα έκανε τους ίδιους ευτυχισμένους; Αυτό εύχονται και στον μάγο, ελπίζοντας να τον ευχαριστήσουν. Δεν καταλαβαίνει το μικρό μυαλό τους πως ένας πανίσχυρος μάγος δεν νοιάζεται για τέτοια πεζά θέματα, όπως η σοδειά.
Μ’ ένα του βλέμμα μαγικό
μ’ ένα χορό του τραγικό
   Σ' αυτό το σημείο, ο στιχουργός δίνει μια περιγραφή των "μαγικών" που μπορεί να χαρακτηριστεί με δύο αντίθετους τρόπους. Είτε ο μάγος όντως κάνει μαγικά, ακατανόητα από την ανθρώπινη φύση και πράγματι προηγμένης μαγείας είτε κάνει περίτεχνους πλην ανόητους τσαρλατανισμούς για να εντυπωσιάσει και να κοροϊδέψει τους άμυαλους χωρικούς. 
άκουσαν μιαν αλήθεια
που ράγισε τα στήθια.
   Ο μάγος τελικά δεν πείθεται από τα καλοπιάσματα και τις μαλαγανιές των χωρικών. Δεν έχει σκοπό να γίνει υποχείριό τους και να τους πει όσα τους συμφέρουν. Αντίθετα, τους λέει αυτό που δεν περίμεναν και φυσικά δεν τους αρέσει καθόλου... Είναι περίεργο που η αλήθεια "ράγισε τα στήθια" των χωρικών; Καθόλου. Το να δείξει ο μάγος στους χωρικούς ό,τι μπορεί να θεωρηθεί αλήθεια, το να τους χαρίσει σοφία που θα τους κάνει να καταλάβουν τη μιζέρια τους είναι κάτι που δύσκολα γίνεται αποδεκτό. Οι χωρικοί έχουν δύο επιλογές: πρώτον, να δεχτούν την "αλήθεια", να βρουν τα λάθη τους και να τα διορθώσουν ή, δεύτερον, να ακυρώσουν τα λόγια του μάγου και να πείσουν τον εαυτό τους πως εκείνος κάνει λάθος, ενώ οι ίδιοι είναι μια χαρά...
Μάγε τραγοπόδαρε, βρόμισε ο αέρας
κλείσε μέσα τα παιδιά να μη δουν το τέρας
   Φυσικά, άξεστοι καθώς είναι, οι χωρικοί αρνούνται την "αλήθεια". Αυτό φέρνει και μια ριζική αλλαγή στη συμπεριφορά τους. Ενώ πριν θαύμαζαν τον μάγο και εκθείαζαν καθετί πάνω του ως όμορφο και υπέροχο, με το που τους είπε λόγια που δεν τους αρέσαν τον μίσησαν. Η τραγίλα δεν είναι πλέον "άρωμα και μύρο". Κάθε άλλο: ο αέρας βρόμισε από τον μάγο και, ενώ πριν μαζεύτηκαν όλοι γύρω του για να τον δουν από κοντά, πλέον αποφάσισαν ότι εκείνος και η αλήθεια του είναι μιαρά και τρομερά πράγματα, από τα οποία πρέπει να προφυλαχτούν οι ίδιοι και, κυρίως, τα παιδιά τους.
Σαν αγρίμια χύμηξαν κι έκλεισαν το μάγο
σε κελί που χτίσανε με φωτιά και πάγο.
   Το μίσος, έπειτα, φέρνει επιθετικότητα. Οι αλήθειες που ξεπερνούν τη νόρμα, όσα έχουμε δεδομένα και το κατεστημένο θεωρούνται επικίνδυνες. Οπότε ο μάγος που τις φέρνει πρέπει να φυλακιστεί, ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία του χωριού. Η αλλαγή για τους χωρικούς είναι το ίδιο τρομακτική με την αλήθεια. Τη φοβούνται και τη μισούν διότι τους χαλάει τη βολή και τη συνήθεια. Όσο για τα δύο στοιχεία που παρατίθενται, εγώ τα καταλαβαίνω ως εξής: "φωτιά" είναι η οργή και το μίσος. "Πάγος" είναι η ψυχρότητα, η έλλειψη θετικών συναισθημάτων και η αναισθησία, στοιχεία απαραίτητα για κάποιον που θέλει να στερήσει την ελευθερία των άλλων, να μην παραδεχτεί τα λάθη του και να εγκληματίσει.
Κι ένα περίεργο παιδί
κρυφά γυρίζει το κλειδί
   Το παιδί, το ηθικό στοιχείο της υπόθεσης, φαίνεται πως σπάει τη νόρμα: παρά τις όποιες απαγορεύσεις, καταπατά τον νόμο διότι ενδιαφέρεται για την αλήθεια. Φυσικά το παιδί είναι ένα ανάμεσα σε πολλούς, καθώς στατιστικά ελάχιστοι ψάχνουν την αλήθεια. Οι περισσότεροι βολεύονται με τη συνήθεια και τα κάνουν πλακάκια με το οποιοδήποτε κατεστημένο. Το "κλειδί" είναι η περιέργειά του και η ανάγκη του να μάθει την αλήθεια.
για να το σκάσει δηλαδή
να πάει το μάγο για να δει.
   Οι ενέργειες του παιδιού διαφέρουν εκ διαμέτρου με αυτές των υπόλοιπων χωρικών. Με κάθε μέσο το παιδί θα προσπαθήσει να δει τον μάγο και όσα μυστικά κρύβονται κοντά του, διότι τα πρόχειρα ψέματα και οι χαλκευμένες κατηγορίες των χωρικών δεν το ικανοποιούν.
Κι είπε μ’ αλλόκοτη ματιά
γεμάτη πάγο και φωτιά
   Η ματιά του παιδιού είναι "αλλόκοτη", διότι πλέον δεν είναι αυτό που ήταν. Αυτό που έχει δει δεν μπορεί πια να το ξεχάσει. Τα στοιχεία που αναφέρονται εδώ είναι τα ίδια με εκείνα παραπάνω, έχω όμως τη γνώμη πως δεν συμβολίζουν το ίδιο πράγμα, γι' αυτό άλλωστε παρατίθενται με την αντίθετη σειρά: "Πάγος" είναι το μούδιασμα, το μεθυστικό και παράλληλα τρομακτικό αίσθημα (το οποίο φέρνει ίλιγγο και μας κάνει να χάνουμε τη γη κάτω απ' τα πόδια μας) που νιώθει το παιδί όταν ανατρέπεται ό,τι θεωρεί δεδομένο. Όταν οι αλήθειες που ήξερε μέχρι τότε αποδεικνύονται πλέον ψέματα, όταν περνά από την αθωότητα στην κατανόηση, από την άγνοια στη σοφία. "Φωτιά" είναι η ανίκητη ανάγκη του να μάθει την αλήθεια, η φλόγα της αιώνιας αναζήτησης. Αυτό το εξίσου μεθυστικό αίσθημα δρα σαν ένα πανίσχυρο ναρκωτικό, το οποίο επιζητά κι άλλες ανακαλύψεις. Η ζωή του παιδιού δεν είναι πια η ίδια: έχει δεχτεί την "αλήθεια", έχει αποστασιοποιηθεί από το υπόλοιπο χωριό και τίποτα δεν μπορεί να το φέρει στην προτεραία κατάσταση...
ο μάγος πως τους μοιάζει
κι ο κόσμος πως αλλάζει.
   Ο μάγος, ο οποίος χαρακτηριζόταν τέρας από τους χωρικούς, τελικά τους μοιάζει. Αυτό σημαίνει πως είναι κι αυτός άνθρωπος; Ή ότι οι χωρικοί είναι τέρατα; Μάλλον και τα δύο. Το παιδί καταλαβαίνει την "αλήθεια": δεν έχει σημασία πως μοιάζει κανείς ή τι λένε οι άλλοι γι' αυτόν. Ο μάγος δεν είναι τέρας, μα άνθρωπος. Αντίθετα, οι άνθρωποι, οι οποίοι μέχρι τότε του φάνταζαν φυσιολογικοί, είναι τέρατα, καθώς φυλάκισαν τον μάγο, του στέρησαν την ελευθερία επειδή έκανε το έγκλημα να τους πει την αλήθεια και διέδωσαν τρομερές κι ανυπόστατες φήμες γι' αυτόν. Από τη στιγμή αυτής της υπέρτατης συνειδητοποίησης, το μυστικό έχει βγει στη φόρα: ο κόσμος δε θα είναι πια ο ίδιος, διότι το παιδί θα ψάξει κάθε κόκκο αλήθειας και θα την διαλαλήσει παντού.
Το παιδί που τρέλανε η θωριά του μάγου
σ’ άγνωστες το ξόρισαν στράτες του πελάγου
   Άλλη μια περιγραφή που χρήζει διττής ερμηνείας. Το παιδί πραγματικά τρελάθηκε από την αλλόκοτη θωριά του μάγου; Ή μήπως "τρελάθηκε" σημαίνει ότι έπαψε να είναι φυσιολογικό; Έπαψε να δέχεται την ασχετοσύνη ως κάτι δεδομένο, άλλαξε τρόπο ζωής και αποκήρυξε τις ανόητες προλήψεις των χωρικών. Αυτό εκείνοι φυσικά το εξέλαβαν σαν τρέλα και το εξόρισαν. Το έδιωξαν ώστε να συνεχίσουν να ζουν "φυσιολογικά", χωρίς παρεμβολές αλήθειας, που θα τους έκαναν να νιώθουν ενοχές και να αμφισβητούν τον τρόπο ζωής τους. Τι άλλη επιλογή είχαν;
Σε στεριές και θάλασσες χρόνια ταξιδεύω
το παιδί που χάθηκε να το βρω γυρεύω.
   Πλέον έχουμε φύγει απ' το σκηνικό του χωριού και κάνουμε τον γύρο του κόσμου, ψάχνοντας το παιδί. Η αφήγηση γίνεται σε α' ενικό πρόσωπο, με έναν τρόπο που δείχνει την ανάγκη του στιχουργού να ψάξει τη χαμένη αλήθεια. Μέχρι να τη βρει δεν μπορεί να ησυχάσει. Θα κάνει τον γύρο του κόσμου "σε στεριές και θάλασσες". Θα πάει όπου χρειαστεί και για όσο χρειαστεί προκειμένου να ξεφύγει από τη νόρμα του "χωριού" (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) και να βρει την αλήθεια.
Μέσα σε ήλιους και βροχές
παλεύω με τις εποχές
   Εννοείται πως η αναζήτηση της αλήθειας δεν είναι απλό κατόρθωμα: είναι μια αέναη, ατέλειωτη αναζήτηση. Δεν περιορίζεται τοπικά και χρονικά και υπάρχει στο μυαλό είτε μέρα είτε νύχτα, είτε χειμώνα είτε καλοκαίρι. Είναι ένας αγώνας που διαρκεί για πάντα.
κι απ’ της καρδιάς τις αμυχές
πίνουνε αίμα οι ψυχές
   Εδώ δίνεται μια εικόνα που θυμίζει τη ραψωδία λ της Οδύσσειας, τη Νέκυια. Οι ψυχές, που έχουν έρθει από τον κάτω Κόσμο έχοντας προσελκυθεί από το αίμα, πρόκειται να δώσουν τη λύση, να πουν μια προφητεία. Είναι αρχέγονη η πίστη πως ο θάνατος φέρνει γνώση, πως οι πεθαμένοι αποκτούν υπέρτατη σοφία. Το αίμα είναι το αντάλλαγμα των ζωντανών για να πάρουν τις πληροφορίες που θέλουν απ' τις ψυχές. 
Για να μου πουν το μυστικό
το τραγικό το μαγικό
   Εδώ οι όροι "μυστικό" και "τραγικό μαγικό" μπορεί να δηλώνουν πραγματικά κάτι ανυπέρβλητο αλλά μπορεί και να είναι επιτηδευμένοι για να δηλώσουν ειρωνεία. Είναι όντως τόσο τραγικό το μυστικό; Είναι όντως μαγικό; Ή είναι μια απλή αλήθεια, την οποία καταλαβαίνει κάποιος μόνο μετά από χρόνια αναζήτησης; Κλίνω προς τη δεύτερη άποψη...
πως είν’ η αγάπη νόμος
και το παιδί ο δρόμος.
   Η αλήθεια που δίνεται τελικά ως επιστέγασμα της ιστορίας είναι εξαιρετικά απλή. Δεν υπάρχουν κρυφά μηνύματα, περίπλοκα μυστικά και συνωμοσιολογίες. Η αγάπη είναι ο νόμος του κόσμου και το παιδί, δηλαδή η προσωποποίηση της περιέργειας, της φιλομάθειας και της αναζήτησης, το κλειδί για να την βρούμε. Όσο προσκολλώμαστε σε όσα θεωρούμε δεδομένα και μισούμε το διαφορετικό, θα απομακρυνόμαστε απ' την αγάπη και την αλήθεια. Αν αποδεχτούμε όμως το διαφορετικό, αν αφήσουμε το παιδί μέσα μας, την αθωότητα που έχει χαθεί, να μας οδηγήσει, θα μπορέσουμε να κατακτήσουμε τη γνώση, την αλήθεια και την αγάπη.

Όσον αφορά την πολύ βολική ανωνυμία του "χωριού" και του "μάγου" που ανέφερα στην αρχή, όντως μας επιτρέπουν να χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας και να ψάξουμε πού μπορεί να αναφέρονται.
Α) Η επιφανειακή θεώρηση. Το χωριό όντως είναι ένα χωριό, ο μάγος ένας σοφός που έρχεται να διδάξει την αλήθεια, φυλακίζεται και αποκρύπτονται τα λόγια του, ενώ ένα παιδί τον βρίσκει, μαθαίνει την αλήθεια κι εξορίζεται απ' το χωριό.
Β) Η εθνική θεώρηση. Το χωριό είναι ένα κράτος, του οποίου οι υπήκοοι είναι υποανάπτυκτοι. Ο μάγος είναι ένας αναμορφωτής, ο οποίος πασχίζει να δείξει τον δρόμο της αλλαγής. Οι χωρικοί όμως, όταν μαθαίνουν ότι πρέπει να αλλάξουν οι ίδιοι, διώχνουν τον αναμορφωτή και τον λασπολογούν προκειμένου να μείνουν όπως είναι και να μην επηρεαστούν από τις ιδέες του. Ελάχιστοι πολίτες, που βρίσκουν παράλογο τον φόβο και λογικά τα λεγόμενα του αναμορφωτή, διώκονται ως αποστάτες, προδότες και επικίνδυνοι.
Γ) Η θρησκευτική θεώρηση. Το χωριό είναι η ίδια η ανθρωπότητα και οι χωρικοί οι αμάθητοι άνθρωποι, που δεν έχουν ιδέα από πνευματικότητα. Ο μάγος είναι ένας πνευματικός ηγέτης που σκοπεύει να τους οδηγήσει, να τους μάθει για την αγάπη και την αλήθεια, εκείνοι όμως τον απορρίπτουν και τον κυνηγούν. Ο λόγος είναι πως η καθεστηκυία τάξη αρνείται τις σαρωτικές αλλαγές που θέλει ο ηγέτης αυτός να φέρει και καταλήγουν να τον φυλακίσουν, να τον βασανίσουν ή να τον δολοφονήσουν με ψεύτικες κατηγορίες. Το παιδί συμβολίζει τους πιστούς ακόλουθους του ηγέτη αυτού.
Σε αυτές τις τρεις κατηγορίες μπορούμε να εντοπίσουμε αρκετές ηγετικές φυσιογνωμίες της ανθρωπότητας, όπως τον Μαχάτμα Γκάντι, τον Ιησού Χριστό, τον Σωκράτη, τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, καθώς και πολλούς, αμέτρητους άλλους που προσπάθησαν να φέρουν την αλλαγή στον κόσμο και να τον κάνουν κάπως καλύτερο.
Δ) Η εσωτερική θεώρηση. Το χωριό είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Οι άξεστοι κι απολίτιστοι χωρικοί είναι τα κατώτερα ένστικτά μας, ενώ ο μάγος είναι το μυαλό, το πνεύμα και η διανόηση. Το σώμα μας όμως αρνείται την προσπάθεια και την εξύψωση, καθώς θέλει απλά να ικανοποιεί τις σαρκικές του ανάγκες και πόθους και αρνείται να δει την αλήθεια κατάματα. Το παιδί είναι η ανάγκη μας να ξεφύγουμε απ' τον υλικό κόσμο και να φτάσουμε στον κόσμο του πνεύματος. Αυτή η θεώρηση θα μπορούσε να σχετίζεται με τον Κόσμο των Ιδεών του Πλάτωνα.

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2018

Με Απογοητεύεις...

   Καθώς γνωρίζουμε τους ανθρώπους γύρω μας, η επαφή μας μαζί τους μας δημιουργεί μια αίσθηση οικειότητας. Αυτή η αίσθηση είναι ενίοτε αποκαλυπτική αλλά εξίσου, αν όχι περισσότερο, μια ψευδαίσθηση. Όσο η οικειότητα μεγαλώνει, τόσο μπορούμε να προβλέπουμε τις κινήσεις, τη συμπεριφορά και τα λόγια του οικείου προσώπου, όμως πολύ περισσότερο χανόμαστε μέσα στην ψευδαίσθηση. Ποια είναι όμως αυτή;
   Είναι ακριβώς η εικασία μας ότι γνωρίζουμε σε βάθος τους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε. Χωρίς να το καταλαβαίνουμε, προβαίνουμε σε πολλά συμπεράσματα με βάση όσα ξέρουμε γι' αυτούς, ενώ δε μας περνάει απ' το μυαλό ίσως ότι υπάρχουν πολλά μυστικά, τα οποία μας κρύβουν. Και είναι επόμενο να μας τα κρύβουν, διότι ο καθένας θέλει τον προσωπικό του χώρο και κάποιες σκέψεις για τον εαυτό του. Όσο δεδομένο κι αν θεωρούμε κάποιον άνθρωπο, κρύβονται μέσα του πολλά περισσότερα απ' όσα μπορούμε να φανταστούμε.
   Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αυτό συμβαίνει στον μέγιστο βαθμό απέναντι σε ανθρώπους που ξέρουμε για μεγαλύτερο διάστημα: πάνω απ' όλους, στους γονείς μας. Επειδή συνήθως η σχέση μας μαζί τους είναι άμεση και βαθιά, σπάνια υποπτευόμαστε πως υπάρχει ένας άλλος κόσμος που δε μας αποκαλύπτεται. Έπειτα έρχονται τα αδέρφια και οι καλύτεροι φίλοι μας. Από εκεί και πέρα όμως, όσον αφορά τους γνωστούς μας και τις περιστασιακές παρέες μας, πάντα έχουμε μια επιφύλαξη. Γνωρίζουμε πως υπάρχουν κομμάτια του εαυτού τους που δεν ξέρουμε και ίσως ποτέ δε θα γνωρίσουμε· με λίγα λόγια, όσο λιγότερο ξέρουμε κάποιον, τόσο ορθότερη είναι η εντύπωσή μας για εκείνον.
   Ας επιστρέψουμε όμως στους πολύ δικούς μας ανθρώπους, εκείνους που η καθημερινή τριβή μας κάνει να νιώθουμε πως δεν έχουν μυστικά από εμάς. Όσον αφορά αυτούς λοιπόν, πέφτουμε στην παγίδα να πιστέψουμε πως θα μπορούσαμε να προβλέψουμε τα πάντα. Μάλιστα απαιτούμε από εκείνους να είναι όπως τους φανταζόμαστε. Φυσικά θα πέσουμε πολλές φορές έξω και θα νιώσουμε έκπληξη. "Γιατί ο Γιώργος δε φέρθηκε έτσι;" ή "Γιατί η Μαρία μου είπε αυτό; Αφού είναι τόσο καλός άνθρωπος..."
   Η επόμενη λογική σκέψη θα ήταν να μάθουμε απ' το πάθημά μας. Να πούμε στον εαυτό μας ότι είναι λογικό να μην ξέρει τα πάντα για τον άλλον, ακόμα κι αν τον γνωρίζει εκ γενετής. Αλλά όχι. Η συνήθης αντίδραση είναι να τα βάλουμε με τον άλλον, διότι βαθιά μέσα μας δεν μπορούμε να ξεριζώσουμε όσα θεωρούμε δεδομένα. Είναι επίπονη και τρομακτική η διαδικασία. Οπότε του λέμε: "Με απογοητεύεις... Εγώ άλλα περίμενα από εσένα..."
   Πόσες φορές το έχετε ακούσει αυτό; Πόσες φορές νιώσατε ότι αυτά "τα άλλα" που περίμεναν από εσάς ήταν απαράδεκτα ή ανάρμοστα; Αυτό συμβαίνει επειδή έχετε κρυφές επιθυμίες, όνειρα και φιλοδοξίες που δε μοιραστήκατε με κανέναν. Και πολύ καλά κάνατε. Είναι λάθος των άλλων να προεξοφλούν τις ανάγκες σας χωρίς να σας ρωτήσουν. Φυσικά, είναι λογικό να συμβαίνει και αντίστροφα: εσείς να απογοητεύεστε από τις απρόβλεπτες και αταίριαστες (στο μυαλό σας) συμπεριφορές άλλων.
   Συμπερασματικά, θα έλεγα πως έχουμε στο μυαλό μας φαντάσματα ανθρώπων, τα οποία απέχουν πολύ απ' την πραγματικότητα. Όταν ερωτευόμαστε δημιουργούμε μια ιδανική εικόνα του ερωμένου προσώπου και ζούμε μέσα σ' ένα ονειρεμένο ψέμα. Τελικά, μας φέρνει έκπληξη που το πρόσωπο είναι ένας άνθρωπος σαν εμάς κι όχι μια αιθέρια, υπέροχη ύπαρξη. Μας απογοητεύει, θα έλεγα...
   Μας απογοητεύει που το παιδί μας αρνείται να ακολουθήσει τον δρόμο που στρώσαμε για εκείνο. "Μα τόσες φορές το συζητήσαμε και συμπεράναμε ότι είναι το καλύτερο για εκείνον..." Ή ίσως απλά να εκφράζαμε τις σκέψεις μας και το παιδί να κρατούσε τις δικές του για τον εαυτό του.
   Μας απογοητεύει που οι άλλοι συχνά δε μας σκέφτονται. Οι γονείς μας, οι σύντροφοί μας, οι φίλοι μας. Έχουμε την απαίτηση να είναι αφοσιωμένοι σ' εμάς, διότι αυτό γνωρίσαμε: την αλληλεπίδρασή τους μαζί μας. Τίποτα περισσότερο. Οπότε ο κόσμος, όπως τον έχουμε φανταστεί, είναι ένα προσωπικό παραμύθι, φτιαγμένο από εμάς για εμάς. Το υπόλοιπο σύμπαν -και οι υπόλοιποι άνθρωποι μέσα του- γυρνάνε γύρω από τη δική μας ζωή και τις δικές μας ανάγκες. Ίσως γι' αυτό φοβόμαστε τόσο τον θάνατο, επειδή καταστρέφεται αυτός ο προσωπικός μας κόσμος...
   Κλείνοντας, θα ήθελα να παραφράσω λίγο τη φράση του Σωκράτη: "Ένα γνωρίζω, ότι δε γνωρίζω κανέναν".