Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Νέα Τάξη Πραγμάτων;

   Στην καταπιεσμένη και ανήσυχη κοινωνία μας έχει βρει θέση τα τελευταία χρόνια μια ακόμα φοβία: η "Νέα Τάξη Πραγμάτων" (ΝΤΠ). Η οργάνωση αυτή, κατά τους θιασώτες, ευθύνεται για καθετί κακό και σκοπεύει να μας καταδυναστεύσει: απώτερός της στόχος είναι να δημιουργήσει μια παγκόσμια κυβέρνηση, η οποία θα ελέγχει τους πάντες και τα πάντα και θα καταστρέψει ό,τι καλό υπάρχει τώρα στον κόσμο.
   Το πρόβλημα είναι πως όσα καταλογίζουν σε αυτήν είναι προβλήματα που ήδη υπάρχουν και υπάρχουν σαφώς υπεύθυνοι, οι οποίοι όμως θέλουν να δημιουργήσουν έναν φανταστικό εχθρό για να δεχτεί τις ευθύνες τους. Όπως ο διάβολος είναι ένα ανθρώπινο δημιούργημα για να θεωρείται εκείνος υπεύθυνος για τα δικά μας ατοπήματα, έτσι και η δήθεν ΝΤΠ είναι ένα φανταστικό κακό που φταίει για όλα. Βολικό, έτσι;
   Αν ψάξουμε καλά το ποιοι είναι αυτοί που υποστηρίζουν αυτήν την θεωρία συνωμοσίας, ίσως βρούμε εύκολα κάποια κοινά στοιχεία. Τέτοια στοιχεία είναι γενικά η άρνηση και ο φόβος απέναντι στην τεχνολογία, την επιστήμη και τα επιτεύγματά της, την μόρφωση και τους εκπροσώπους της, οτιδήποτε "ξένο", το οποίο δεν είναι δικό μας και δεν μεγαλώσαμε μαζί του. Συχνά δε, η προσκόλληση σε παλαιολιθικές ιδέες, σε αρχέγονες παραδόσεις και στην θρησκεία, που συνήθως είναι ο γνωστός-άγνωστος σε τέτοιες θεωρίες συνωμοσίας.
   Αν δούμε από άποψη ψυχολογίας αυτήν την ψύχωση, μπορούμε να φανταστούμε ένα σκιάχτρο, το οποίο οι οπαδοί της θεωρίας έχουν πλάσει στο μυαλό τους. Αυτό το σκιάχτρο, η ΝΤΠ, επωμίζεται όλες τις αμαρτίες και τα κακά του κόσμου, ενώ εμείς οι καλοί πλην αβοήθητοι άνθρωποι τρέχουμε να κρυφτούμε από αυτό. Είναι μια πολύ καλή δικαιολογία για να φοβόμαστε οτιδήποτε καινούριο, να αρνούμαστε να κάνουμε βήματα μπροστά, να δημιουργούμε ανυπόστατες φήμες για καθετί προοδευτικό (βάζοντας παράλληλα πηχυαίους τίτλους που θυμίζουν Αποκάλυψη) και να εμμένουμε στα παλιά, τα παραδοσιακά και πατροπαράδοτα. Αυτά τα τελευταία είναι εξ ανάγκης "τα καλά", ενώ τα άλλα, τα καινούρια, ανήκουν στην ΝΤΠ και είναι οι δαίμονες.
   Οπότε η βάση της θεωρίας είναι το δίπολο παλιό-καινούριο, που ταμπελοποιείται ως καλό-κακό, χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς εξαιρέσεις. Αλλά ας μην παραξενευόμαστε: οι άνθρωποι που υποστηρίζουν τέτοιες θεωρίες αγαπούν τα δίπολα, διότι είναι τόσο απλά όσο κι ο τρόπος σκέψης κι ο εγκέφαλός τους. Τους δίνουν μόνο δύο διεξόδους, καμία επιλογή και ταιριάζουν με την μέχρι τώρα νοοτροπία και κοσμοθεωρία τους (εδώ μπορείτε να μαντέψετε τι εννοώ). Οπότε πλέον το "παλιό" είναι ένα πράγμα μονοκόμματο γι' αυτούς, όχι ένα σύνολο συνηθειών και γεγονότων που μπορούν να χαρακτηριστούν άλλοτε χρήσιμα κι άλλοτε βλαβερά. Ή αγκαλιάζεις το παλιό (με όλα τα κουσούρια του φυσικά) ή γίνεσαι πελάτης του καινούριου, κατά τους θιασώτες.
   Η ΝΤΠ δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ και δεν θα υπάρξει ποτέ. Είναι απλά ένα φόβητρο για να παραμείνουμε εμμονικά στο παρελθόν και να μην ξεκολλήσουμε απ' αυτό. Είναι ένα κόλπο του σημερινού, σαθρού συστήματος για να μας παραλύσει και να μας κρατήσει στα δίχτυα του, προκειμένου να μην προχωρήσουμε και να μην χάσει την πρωτοκαθεδρία που για καιρό είχε.
   Φυσικά δεν υποστηρίζω ότι η τεχνολογία είναι το απόλυτο καλό. Απλά εγώ δεν βασίζομαι σε δίπολα: βλέπω το κάθε επίτευγμα μεμονωμένα και το κρίνω από μόνο του, όχι βάζοντάς το αυθαίρετα μέσα σε σύνολα για να το καλύψω. Κι έτσι πρέπει να λειτουργούμε είτε απέναντι στο παλιό είτε στο απέναντι στο καινούριο είτε απέναντι σε οτιδήποτε. Να βάζουμε την κριτική σκέψη πρώτα και να αφήσουμε τις τερατολογίες και τις κινδυνολογίες. Ας θριαμβεύσει η λογική μπας και προχωρήσει και λίγο ο ντουνιάς. Ίσως στο μέλλον υπάρχουν λιγότεροι οπαδοί της επίπεδης γης...
   Ας εκμυστηρευτώ τι φοβάμαι εγώ: την παλιά τάξη πραγμάτων, η οποία είναι πέρα για πέρα υπαρκτή κι αληθινή. Μια τάξη πραγμάτων που έχει αιματοκυλίσει την ανθρωπότητα για ηλίθιους λόγους, όπως η εθνικότητα, η φυλή, η θρησκεία, το φύλο και γενικά άλλες ταμπέλες που υποκινούν και συδαυλίζουν το μίσος, ενώ παράλληλα φέρνουν της έριδα και τον διχασμό. Έχει φέρει πολέμους, γενοκτονίες, βασανιστήρια, οπισθοδρομισμό και προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή με νύχια και με δόντια. Αυτή η τάξη πραγμάτων δεν είχε ποτέ πρόβλημα να πεθαίνουν άνθρωποι για το κέρδος της και είναι τόσο σκοτεινή και περίπλοκη, ώστε είναι τρομερά δύσκολο η ανθρωπότητα να βγει απ' τον λαβύρινθό της. Ας μην το κάνουμε ακόμα πιο δύσκολο.


Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Άρτεμις και Φύση

   Η θεά Άρτεμις πολύ συχνά απεικονίζεται ως μια γυναίκα εκπληκτικής ομορφιάς που βρίσκεται χαμένη στα δάση και στη φύση. Κουβαλάει τόξο και φαρέτρα και το αγαπημένο της ζώο είναι το ελάφι. Σε αρκετούς μύθους κυνηγοί την πετυχαίνουν τυχαία να λούζεται σε ορεινές πηγές και αυτό το αδιάκριτο οφθαλμόλουτρο έχει φριχτές συνέπειες για εκείνους.
   Ο κυνηγός Ακταίων μαγεύτηκε από την ομορφιά της θεάς αλλά έγινε φυσικά αντιληπτός. Δέχτηκε την οργή της, καθώς εκείνη τον μεταμόρφωσε σε ελάφι και έγινε θήραμα των ίδιων του των σκυλιών. Αντίθετα, ο κυνηγοί Ωρίων και Ιππόλυτος σεβάστηκαν την ομορφιά, τη δύναμη και την αγνότητά της και κέρδισαν τη φιλία και την εύνοιά της.
   Συνηθίζω να λέω πως οι θεοί της αρχαιότητας δεν ήταν απλά πρόσωπα· συμβόλιζαν δυνάμεις μεγαλύτερες από τους ανθρώπους κι ακατανόητες απ' αυτούς. Η θεά Άρτεμις συμβόλιζε τη φύση. Είναι παράλληλα κυνηγός και προστάτιδα των ζώων, όπως και η φύση ανατρέφει τα ζώα αλλά και τους σαρκοβόρους κυνηγούς τους. Είναι αγνή, παρθένα· αμόλυντη από το άγγιγμα άντρα. Αυτό θα μπορούσε να συμβολίζει την αγνότητα της φύσης, η οποία είναι πανέμορφη και άσπιλη από το ανθρώπινο άγγιγμα, το οποίο φέρνει την καταστροφή σε ό,τι αγγίζει. 
   Αν περάσουμε στο συμβολισμό που διέπει τους παραπάνω μύθους των κυνηγών, μπορούμε να εξάγουμε κάποια συμπεράσματα: ο Ακταίονας συμβολίζει τον άπληστο άνθρωπο, εκείνον που επιζητά το προσωπικό κέρδος από τη φύση χωρίς να νοιάζεται για τη διατήρηση της αγνότητάς της. Το ολέθριο αποτέλεσμα της αφέλειας του Ακταίονα (και αντίστοιχα του ανθρώπου) πληρώνεται με την οργή της φύσης, η οποία του επιστρέφει το μίασμα πολλάκις παραπάνω. 
   Αντίθετα, οι μύθοι των κυνηγών που σέβονται και αγαπούν τη φύση τους περιγράφουν ως ευτυχισμένους και ικανοποιημένους από την αγνή σχέση τους με αυτήν. Αυτό θα μπορούσε να συμβολίζει τη συνετή στάση κάποιων ανθρώπων προς τη φύση, η οποία τους δίνει απλόχερα τα αγαθά της επειδή την σέβονται και δεν την καταστρέφουν. 
   Ας ασχοληθούμε τώρα με ένα οξύμωρο: πώς γίνεται η θεά της φύσης να είναι παράλληλα απερίγραπτα όμορφη και παράλληλα άσπιλη; Αυτό δεν είναι περίεργο. Η Άρτεμις έρχεται σε αντίθεση με την Αφροδίτη, η οποία εκμεταλλεύεται την ομορφιά και τη γοητεία της με κάθε τρόπο. Η Άρτεμις είναι θεά που απαιτεί σεβασμό αλλά σπάνια τον κερδίζει από τους ανθρώπους. Δεν είναι τυχαίο που στους περισσότερους μύθους οι άνθρωποι ξεχνούν να θυσιάσουν σε αυτήν! Ο άνθρωπος έχει την τάση να είναι αχάριστος απέναντι στην πανέμορφη και αγνή φύση. 
   Όσο περνάνε τα χρόνια ο άνθρωπος αποξενώνεται από τη φύση. Αυτό του προκαλεί ανησυχία, ασταθή ψυχολογία κι έλλειψη προορισμού. Όποιος είναι τυχερός κι έχει περιπλανηθεί στην ορεινή ελληνική φύση μπορεί να καταλάβει το οξύμωρο της όμορφης, αμόλυντης Αρτέμιδος. Η επαφή μαζί της φέρνει γαλήνη, ηρεμία, έμπνευση και καλή διάθεση. Λογιάζω τον εαυτό μου τυχερό που την έχει ζήσει. Η αγκαλιά του απέραντου πράσινου στο δάσος, τα φιλόξενα μονοπάτια, το κελάρυσμα των δροσερών ποταμιών είναι στοιχεία που εξευγενίζουν το πνεύμα και τιθασεύουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Τον κάνουν πιο λογικό, πιο προσγειωμένο, πιο δεκτικό σε ιδέες. 
   Λυπάμαι τους ανθρώπους που δεν έχουν ζήσει τη φύση. Λυπάμαι παραπάνω εκείνους που μόνο ορέγονται τα αγαθά της χωρίς να τη σέβονται. Έχουν χάσει την ευκαιρία να περιβληθούν με μια μαγεία απαράμιλλη. Έχουν "θυσιάσει", τρόπον τινά, στους υπόλοιπους θεούς, ξεχνώντας όμως τη θεά Άρτεμη, είτε επειδή τους είναι αδιάφορη είτε επειδή φοβούνται την οργή της. Τα μεγαλύτερα δώρα της όμως τα φυλάει για όσους την θυμούνται και την αποζητούν, κρατώντας στιγμές από αυτήν μέσα τους.


Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Η Παιδική Σεξουαλική Παρενόχληση

   Η σεξουαλική παρενόχληση στην παιδική ηλικία είναι διαχρονικό φαινόμενο. Όσο κι αν πολλοί κατηγορούν την εποχή μας πως έχει εκπέσει ηθικά και πως κάποτε τα πράγματα ήταν αλλιώς, η μόνη διαφορά που βλέπω πλέον είναι ότι οι άνθρωποι μιλάνε περισσότερο. Παλιά όλα αποκρύπτονταν. Το "τα εν οίκω μη εν δήμω" στην χειρότερή του πλευρά. Γι' αυτό στιγματίστηκε η σημερινή εποχή ενώ οι παλιότερες έμοιαζαν ηθικές.
   Για να γίνω πιο συγκεκριμένος και πιο κατανοητός, οι παλιότερες κοινωνίες, οι πιο κλειστές, είχαν πολύ περισσότερα δράματα. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της απόλυτης κυριαρχίας του αρσενικού στοιχείου προς το θηλυκό και του ενήλικου προς το ανήλικο. Καθώς η ηθική της τότε κοινωνίας θεωρούσε επιτρεπτό το ξυλοφόρτωμα των παιδιών, ποιο παιδί θα τολμούσε να μιλήσει για σεξουαλική παρενόχληση; Καθώς τότε θεωρούνταν αποδεκτό πως η γυναίκα πρέπει να τρώει ξύλο (άποψη που άκουγα συχνά ως παιδί της γενιάς του '90 παρακαλώ), ποια γυναίκα ή κοριτσάκι θα μπορούσε να μιλήσει γι' αυτό; Πόσο μάλλον για περίεργα αγγίγματα;
   Βλέπω ακόμα τα κατάλοιπα εκείνης της κοινωνίας σε πολλούς μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους. Τείνουν να είναι αδιάφοροι σε τέτοια θέματα, να δικαιολογούν μετά μανίας τον θύτη και να προσάπτουν κατηγορίες στο θύμα: προσπαθούν να πείσουν την κοινή γνώμη πως το θύμα υπερβάλλει, προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους πως ο θύτης παρεξηγήθηκε και δεν το ήθελε, βασίζονται στο καλό όνομα του θύτη στην κοινωνία για να στηρίξουν την άποψή τους κτλ. Με λίγα λόγια, τα παραπάνω δείχνουν πως οι παλιές γενιές δεν είναι ακόμα έτοιμες να δεχτούν πως οι αδύναμες κοινωνικές ομάδες έχουν δικαιώματα. Δεν πιστεύω ότι οι παλιές γενιές είναι κακές ή ότι μαστιζόμαστε από ανήθικους γέροντες· θα ήταν μια αυθαίρετη και άτοπη γενίκευση. Απλά έτσι συνήθισαν αρκετοί από αυτούς.
   Αλλά η σεξουαλική κακοποίηση είναι και σήμερα ένα τρομερά ευαίσθητο θέμα. Δε γίνεται εύκολα κατανοητή, οπότε πώς να γίνει αντιληπτή κατά την ώρα της ενέργειας και να πιαστεί ο δράστης επ' αυτοφώρω; Συνήθως η κακοποίηση γίνεται ενώπιον των γονέων, εν γνώσει των γονέων, οι οποίοι απλά δεν το καταλαβαίνουν! Δεν καταλαβαίνουν τα σημάδια της. Αυτό από μόνο του είναι ανησυχητικό. Ας δώσω παράδειγμα "ήπιας μορφής": Μια γιαγιά/ένας παππούς/ένας θείος/μία θεία (είναι οι πιο συχνοί δράστες) θέλουν από αγάπη (το λέω κυριολεκτικά, όχι ειρωνικά) να σφίξουν στην αγκαλιά τους και να φιλήσουν ένα παιδάκι, π.χ. το εγγονάκι τους. Εκείνο νιώθει μια απόσταση και δε θέλει. Όλη η ομήγυρη το πιέζει να πάει και να δεχτεί το φιλί και την αγκαλιά του παππού. Εκείνο αναγκάζεται να πάει χωρίς να θέλει. Είναι απόλυτα και αδιαμφισβήτητα σίγουρο πως σιχαίνεται εκείνη την στιγμή! Αφού έδειξε πως δε θέλει! Όμως δεν του δίνεται επιλογή (άτιμη κοινωνία, ακόμα και μέσα στο σπίτι). Αυτό μπορεί να συμβεί σε κάθε σπίτι. Ίσως φανερά μπροστά σε όλους, ίσως κρυφά όταν θύμα και θύτης είναι μόνοι.
   Το θέμα του φιλιού είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο. Ένα φιλί που θέλει μόνο ένας απ' τους δύο, που προσφέρει ικανοποίηση μόνο στον έναν απ' τους δύο και είναι επιβεβλημένο απ' αυτόν. Μάλιστα δε μιλάμε πάντα για φιλί στο μάγουλο. Κάποτε υπάρχει φιλί στον ώμο, φιλί στο λαιμό, φιλί στην πλάτη ή οπουδήποτε αλλού μπορεί κανείς να φανταστεί. Αυτό φέρνει δύο πολύ κακές επιπτώσεις στην παιδική ψυχολογία, η οποία είναι πολύ ευαίσθητη: πρώτη, πως το ίδιο δεν ορίζει το σώμα του. Πως μετά από απαίτηση άλλων είναι αναγκασμένο να ενδίδει και να κάνει πράγματα που δε θέλει. Δεύτερον, πως δεν υπάρχει κανένας να το καταλάβει και να το υποστηρίξει. Δεν υπήρχε κάποτε τουλάχιστον. Διότι χαίρομαι που ακούω νέους γονείς να μπαίνουν γενναία μπροστά και να απαιτούν από τον οποιονδήποτε να αφήσει το παιδί να επιλέξει αν θέλει να δεχτεί το φιλί ή την αγκαλιά τους. Εννοείται πως αν το παιδί θέλει και πάει αυτοβούλως δεν υπάρχει πρόβλημα. 
   Θα αναρωτηθεί κανείς: μα ένα φιλί, μια αγκαλιά μπορεί να είναι τόσο κακό πράγμα; Απαντώ: όχι απλά κακό. Μοιραίο. Μοιραίο να σημαδέψει εφ' όρου ζωής τη σεξουαλική ζωή ενός ενήλικου ατόμου. Αν το παιδάκι συνήθισε να δέχεται ανεπιθύμητα φιλιά στο λαιμό επειδή έτσι άρεσε στη γιαγιά του, θα κουβαλάει την απέχθεια γι' αυτά για όλη του τη ζωή. Ακόμα κι όταν ο/η σύντροφός του θα του δίνει τα φιλιά στο ίδιο σημείο, θα νιώθει μια φαγούρα ή μια ανατριχίλα συνοδευόμενη από ένα κακό συναίσθημα και μια ανάγκη να φύγει. Με λίγα λόγια, η σεξουαλική του ελευθερία και αυτοδιάθεση έχει δεχτεί ένα ισχυρό πλήγμα, με σημάδια ανάλογα με αυτά ενός ατόμου που έχει πέσει θύμα βιασμού!
   Επαναλαμβάνω: δεν θεωρώ κακούς τους παππούδες, τις γιαγιάδες, τους θείους, τις θείες κτλ. Δεν κάνουν κάτι από κακία. Απλά έχουν πλήρη άγνοια της πράξης τους. Έχουν επίσης πλήρη άγνοια των σοβαρών συνεπειών της στην παιδική ψυχή και στο παιδικό σώμα. Το κάνουν από αγάπη· από έντονη επιθυμία να δείξουν αυτή την αγάπη στο παιδάκι. Συνήθως δεν το σκέφτονται καν σεξουαλικά, στις καλές περιπτώσεις τουλάχιστον, που ελπίζω πως είναι η πλειοψηφία. Οπότε δε σκέφτονται καθόλου το πώς μυρίζουν (αν μυρίζουν οι ίδιοι καπνό ή αλκοόλ), το τι αίσθηση προκαλεί το φιλί ή η αγκαλιά τους (απέχθεια ή αίσθημα πνιγμού στο αδύναμο σώμα) και άλλες δυσάρεστες παρενέργειες. 
   Όλα αυτά καλό είναι να τα προσέχουν πρώτα οι γονείς, ώστε να είναι οι ίδιοι φύλακες των παιδιών τους, προστάτες της σωματικής τους αυτοδιάθεσης και να δίνουν το εξής μήνυμα στα παιδιά τους: "Είμαι εδώ για σένα. Κανείς δε σε αναγκάζει να κάνεις κάτι που δε θέλεις, εσύ επιλέγεις τι θα γίνει με το σώμα σου". 

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

"Δε Βγαίνουν πια τέτοια τραγούδια"

   Πολύ συχνά ακούγεται μια επαναλαμβανόμενη ρήση που κοντεύει να γίνει (αν δεν έχει ήδη γίνει) στερεότυπο: "Δε βγαίνουν πια τέτοια τραγούδια" ή "Δε βγαίνουν τέτοια τραγούδια σήμερα". Συνήθως τέτοια σχόλια γίνονται στο youtube, κάτω από τραγούδια παλιά και χιλιοακουσμένα. Αυτή η ρήση, καθώς και η πεποίθηση που την ακολουθεί, είναι δείγμα έλλειψης σοφίας και λογικής. Όμως ακόμα συνεχίζουν να εκστομίζονται αυτά τα λόγια και θα συνεχίσουν για πολλά χρόνια ακόμα.
   Το πρώτο και σημαντικότερο λάθος της παραπάνω ρήσης είναι πως συγκρίνει το παρόν με το παρελθόν. Συγκρίνει άλλα μέτρα κι άλλα σταθμά. Συγκρίνει επίσης τραγούδια τριάντα και βάλε ετών με τραγούδια που βγήκαν προχτές. Ποιο είναι το πρόβλημα όμως αυτής της συλλογιστικής;
   Το πρόβλημα είναι πως τα τραγούδια που έχουν επιζήσει από εκείνες τις δεκαετίες, τις χαμένες στα βιβλία ιστορίας, είναι λίγα. Είναι 5-10, άντε 20 από τα καλύτερα, τα πιο διαλεχτά κομμάτια που μας έχουν μείνει από τότε. Είναι τα κομμάτια που ξεχώρισαν στην εποχή τους κι έχουν μείνει, χάρη στην αξία τους πάντα, μέχρι την εποχή μας. Φυσικά και αξίζουν. Όμως ξεχνάμε πως και τότε έβγαιναν άλλα 100-200 τραγούδια που απλά δεν ήταν τόσο καλά και ξεχάστηκαν. Έπαιξαν στο ράδιο και στα βινύλια για λίγο καιρό και ο κόσμος τα ξέχασε. Οπότε σήμερα έχουμε κρατήσει το 5-10% της μουσικής του χτες. Δε γίνεται να συγκρίνουμε την ελίτ του χτες με την καθημερινότητα του σήμερα. Η σύγκριση πρέπει να είναι δίκαιη!
   Αυτά όσον αφορά τις παλιές εποχές. Ας επιστρέψουμε στο σήμερα και στην πεποίθηση πως η σημερινή εποχή δεν βγάζει πια ποιοτικά τραγούδια. Το ζήτημα εδώ είναι πως τα "ποιοτικά" ας πούμε τραγούδια, αυτά που θα αντέξουν στο χρόνο, αυτά που θα συνεχίσουν να ακούγονται για γενιές μετά τη δική μας, ακόμα δεν έχουν ξεχωρίσει απ' τη μάζα. Τα ακούει και τα παραδέχεται μια μειοψηφία ανθρώπων αλλά σε γενικές γραμμές δεν έχουν περάσει ακόμα το εμπόδιο του χρόνου.
   Έπειτα, αυτά τα λίγα τραγούδια που θα επιζήσουν συνήθως είναι τα λιγότερο εμπορικά. Κι αυτό σημαίνει πως, στον κυκεώνα της σημερινής μουσικής, η οποία μεταδίδεται και αναμεταδίδεται από χίλια-δυο μέσα, γίνονται γνωστά τα υπόλοιπα, τα εμπορικά τραγούδια. Αυτά που κάνουν κύκλο ενός μήνα και ξεχνιούνται, "παλιώνουν". Αυτά είναι στην επιφάνεια, ενώ τα πιο ποιοτικά είναι κρυμμένα επειδή ακριβώς είναι λιγότερα, απευθύνονται σε μια μειοψηφία και "δεν πουλάνε". Οπότε ναι, σήμερα βγαίνουν ποιοτικά τραγούδια, κάποια ισάξια με τα πιο ποιοτικά του παρελθόντος, απλά δεν μπορούμε να τα αντιληφθούμε εύκολα.
   Συμπερασματικά ας πω αυτό: για να συγκρίνουμε το σήμερα με το χτες, θα πρέπει να είμαστε ίσοι και δίκαιοι και με τα δύο. Δε γίνεται να πιάνουμε την καθημερινότητα του σήμερα και να την συγκρίνουμε με τα σκόρπια γεγονότα που (νομίζουμε ότι) ξέρουμε για το χτες. Οφείλουμε να κάνουμε έρευνα πάνω στο θέμα και να μην ξεστομίζουμε μεγάλα λόγια απερίσκεπτα. Αλλά βέβαια οι αυθαίρετες γενικεύσεις είναι στοιχείο πολλών ανθρώπων, διότι οποιαδήποτε έρευνα προϋποθέτει κόπο και δουλειά. Αλλιώς η ιστορία θα ήταν μια εύκολη και ξεκούραστη επιστήμη. Κι αν η πλειοψηφία δεν μπορεί να κάνει την απλοϊκή ανάλυση αυτού του άρθρου στον τομέα της μουσικής, πόσο μάλλον σε άλλα θέματα, πιο περίπλοκα!  

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Το Κυνήγι της Γνώσης

                Εδώ και πολλούς αιώνες γίνονται συστηματικά λάθη στην παιδεία. Λάθη στο πώς πρέπει να προβάλλεται η γνώση, τι πρέπει να έχει σημασία και τι όχι, πώς οφείλει ένας εκπαιδευτικός να προσεγγίσει τον μαθητή και να του μεταδώσει την γνώση και, ίσως το πιο κύριο, πώς να κάνει το παιδί ν’ αγαπήσει το σχολείο και τις γνώσεις που θα λάβει.
                Κάπως έτσι η σημερινή κοινωνία έχει καταντήσει να είναι γεμάτη από νέους που μισούν το σχολείο και συνεπώς την ίδια τη γνώση. Από μικροί λαμβάνουν πολλές εργασίες, πολλές ευθύνες, πολλές απειλές και τιμωρίες, με αποτέλεσμα να νιώθουν την διαδικασία της γνώσης σαν αγγαρεία. Σε παλιότερες εποχές -χρυσές κι ανεκτίμητες για κάποιους- ο δάσκαλος είχε την βέργα, χτυπούσε, απειλούσε και φώναζε και το σχολείο είχε στρατιωτική πειθαρχία. Πώς μπορεί με αυτούς τους τρόπους ένα παιδί ν’ αγαπήσει τη γνώση;
                Το αντίθετο βλέπουμε σε ιστορίες απομονωμένων κοινωνιών, όπου παιδιά γονιών αμόρφωτων ανακαλύπτουν το διάβασμα και την γνώση και τα λατρεύουν. Εκείνα τα παιδιά βλέπουν την γνώση σαν κάτι μαγικό, ελκυστικό, αναντικατάστατο. Έχουν την τάση να μην αποχωρίζονται ποτέ την ιδέα της γνώσης, να είναι αχόρταγοι και να θέλουν συνεχώς να μαθαίνουν. Η τάση αυτή παρομοιάζεται στο νου τους με την ανάγκη για εξέλιξη και την απέχθεια του να μένουν στάσιμοι γνωστικά, κοινωνικά και υπαρξιακά. Η γνώση γίνεται ένα υπέροχο ταξίδι σε κόσμους μαγικούς κι ανεξερεύνητους.
                Το είδος αυτό της τάσης ισχύει και για κάποιους ανθρώπους της δικής μας κοινωνίας, που αποτελούν όμως μειοψηφία. Γι’ αυτούς, το κυνήγι της γνώσης δεν έχει τέλος. Η μάθηση είναι μια διαδικασία που, ενώ για άλλους είναι ένα βασανιστήριο που τελειώνει μαζί με το σχολείο, για εκείνους κρατάει μια ζωή και ποτέ δεν είναι αρκετή. Δεν μαθαίνουν για να έχουν, για να αποκτήσουν και να κερδοσκοπήσουν. Μαθαίνουν για να είναι ο εαυτός τους και να εκπληρώνουν την ύπαρξή τους. Διότι υπάρχει μέσα τους μια αλήθεια: όσο ζεις μαθαίνεις κι όσο μαθαίνεις ζεις.
Αυτό το αίσθημα πληρότητας κατά την διάρκεια της μαθητείας είναι αναντικατάστατο. Για να προσεγγίσω ίσως αυτή την εγκεφαλική λειτουργία, θα παρομοιάσω την άγνοια με το σκοτάδι. Η πλειοψηφία φοβάται το σκοτάδι. Απομακρύνεται απ’ αυτό και δεν κοντοζυγώνει. Η μειοψηφία όμως, αυτή η μερίδα των ανθρώπων της γνώσης, θα εισέλθει στον σκοτεινό χώρο με σκοπό να ψηλαφίσει, να γνωρίσει, ν’ ανακαλύψει και να φέρει φως. Διότι υπάρχει η ανάγκη στον απειροελάχιστο χρόνο ζωής -σε σχέση με τον χρόνο ζωής του κόσμου μας- που διαθέτουμε, να μάθουμε όσο το δυνατόν περισσότερα γι’ αυτόν. Να μαγνητιζόμαστε απ’ το άγνωστο και να μας προκαλεί να το μετατρέψουμε σε γνωστό.

                

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Κοίτα Ποιος Μιλάει...

   "Κοίτα ποιος μιλάει...". Μια πολύ συνηθισμένη φράση, την οποία ακούμε οι περισσότεροι από μικροί. Είναι μια φράση-καθρέφτης, θα έλεγα, καθώς αντικατοπτρίζει την νοοτροπία της κοινής γνώμης σχετικά με το δικαίωμα λόγου και την βαρύτητα που έχει ο λόγος του καθενός.
   Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, σε οποιαδήποτε λόγια υπάρχουν δύο συνιστώσες: το πρόσωπο που μιλάει και το νόημα των λεγομένων του. Σε μια κοινωνία λογικών όντων, το 80-85% της προσοχής μας θα στρεφόταν στο νόημα, το περιεχόμενο των λόγων κάποιου. Θα μας ενδιέφερε η οπτική του γωνία, η -ακόμα και αντίθετη με τα δικά μας δεδομένα- άποψή του και θα ζυγίζαμε τα λόγια του ακριβώς ως έχουν, ψάχνοντας ταυτόχρονα και επιχειρήματα υπέρ ή κατά αυτής της άποψης για να εξετάσουμε την αληθοφάνειά τους.
   Αυτά σε μια λογική κοινωνία. Στην δική μας κοινωνία, που μόνο κατ' ευφημισμόν ονομάζεται λογική (θα έλεγα πως είναι wannabe λογική η κοινωνία μας), το 80-85% της προσοχής στρέφεται στο πρόσωπο που μιλάει, όχι στο περιεχόμενο των λόγων του. Γιατί; Για πολλούς λόγους. Πρώτον, διότι έτσι είναι όλα πιο εύκολα. Δεν χρειάζεται να αποδομήσουμε τα λόγια κάποιου και να χρειαστεί να σκεφτούμε με βάση την λογική και τα επιχειρήματα. Μπορούμε απλά να τον λασπολογήσουμε, να τον κατηγορήσουμε για οτιδήποτε που (κατά την γνώμη μας πάντα) είναι καταδικαστικό και, τρόπον τινα, να του αφαιρέσουμε το δικαίωμα του λόγου.
   Δεύτερον, έτσι είναι πιο εύκολο να παρασύρουμε κι άλλους. Αν έπρεπε να ξοδέψουμε χρόνο για να επιχειρηματολογήσουμε, να δεχτούμε έστω και για λίγο την αντίθετη άποψη καθώς την αποδομούμε ή να μπούμε σ' εκείνη την λογική, αυτό θα έπαιρνε χρόνο. Χρόνο δικό μας για χάρη κάποιου άλλου. Και πώς θα μπορούσαμε να "πείσουμε" εύκολα κάποιον ότι ο τάδε ομιλητής έχει άδικο; Θα έπρεπε να του προβάλλουμε επιχειρήματα, αντεπιχειρήματα, συλλογισμούς. Κοντολογίς θα έπρεπε να σκεφτούμε, κάτι που μισεί η κοινή γνώμη. Επίσης θα μας έβγαζε απ' την βολική θέση του καναπέ μας.
   Τρίτον, ασχολούμαστε με το πρόσωπο κι όχι με τα λεγόμενα επειδή δεν θέλουμε ν' αλλάξουμε! Τόσο απλά! Αν κάποιος χρησιμοποιεί την λογική του, ακούει όλες τις απόψεις, τις φιλτράρει, βρίσκει ψήγματα αλήθειας και τα ενσωματώνει στην ήδη υπάρχουσα άποψή του, σιγά-σιγά αλλάζει. Προς το καλύτερο, θα έλεγα εγώ, όμως για την κοινωνία η αλλαγή είναι κακή. Αλλαγή έχει φτάσει να σημαίνει αστάθεια απόψεων, λες και είμαστε γεννημένοι με συγκεκριμένες απόψεις και πρέπει να τις υπερασπιστούμε άνευ όρων.
   Το συμπέρασμα, έτσι όπως το βλέπω, είναι πως, αντί να γίνουμε κριτές απόψεων, πετάμε την κριτική ικανότητα στην γωνία και γινόμαστε φανατικοί οπαδοί απόψεων. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του φανατισμού; Οι παρωπίδες, που είναι τόσο βολικές επειδή μας επιτρέπουν να μην σκεφτόμαστε! Φανατιζόμαστε χρωματίζοντας πρόσωπα και μέσω αυτού του χρωματισμού δεχόμαστε ή απορρίπτουμε απόψεις a priori. Αν ένας αρθρογράφος, πολιτικός, δημοσιογράφος ή ακόμα και πρόσωπο της καθημερινότητάς μας είναι της συμπαθείας μας, τότε καταπίνουμε αμάσητα όσα λέει. Αν ανήκει στην αντίπερα όχθη, αυτήν που εχθρευόμαστε, τότε κλείνουμε τ' αφτιά μας σε οτιδήποτε πει. Αυτό είναι παρόμοιο με το γιουχάρισμα στα γήπεδα, μια πρακτική που ανέκαθεν χρησιμοποιείται για να μην ακούγεται καν η αντίθετη άποψη κι έτσι η δύναμη της μάζας και του φανατισμού να νικάει την δύναμη της λογικής.
   Αυτή η νοοτροπία βέβαια είναι άμεσος εχθρός της δημοκρατίας. Γιατί; Επειδή η δημοκρατία θέλει πολίτες, όχι πρόβατα χρωματισμένα με αυτό ή εκείνο το χρώμα. Ο χρωματισμός αυτός και η παράλογη κώφωση προς την αντίθετη άποψη σταματάνε κάθε έννοια ελευθερίας του λόγου. Ας παρατηρήσουμε λίγο ένα κοινοβούλιο: όταν μιλάει ένας πολιτικός μιας παράταξης, δεν χρειάζεται να ακούσουμε το περιεχόμενο των λόγων του. Φτάνει να ξέρουμε ποιοι συστρατεύονται και ποιοι είναι πολιτικοί του αντίπαλοι. Ξέρουμε από πριν ποιοι θα χειροκροτήσουν και ποιοι θα γιουχάρουν ή θα διαμαρτυρηθούν. Είτε αναλύσει την πιο υπέροχη θεωρία είτε την πιο γελοία, υπάρχει από πριν τοποθέτηση των υπόλοιπων "βουλευτών" (αστείος ο όρος, θα έλεγα - αλήθεια, πού υπάρχει ελεύθερη βούληση;) ανάλογα με το κόμμα.
   Έχει όμως πολύ μεγάλο νόημα να ακούμε την αντίθετη άποψη. Μας κάνει να αμφισβητούμε προσωρινά την δική μας και είτε να την ισχυροποιούμε, αν αποδειχθεί ορθότερη απ' την αντίπαλη, είτε την αναθεωρούμε, αν έχει λάθη. Μόνο έτσι εξελισσόμαστε, μόνο έτσι αλλάζουμε. Την επόμενη φορά που θα ακούσετε κάποιον να λασπολογεί τον ομιλητή χωρίς να ασχολείται με τα λεγόμενά του, να ξέρετε πως είναι ένα άμυαλο πιόνι. Όχι ένας πολίτης. Ακούστε εσείς αντί γι' αυτόν τα λεγόμενα του ομιλητή. Είτε είναι σωστά είτε σαθρά, θα ωφεληθείτε περισσότερο από το να ακούσετε τις φανατισμένες μπαρούφες ενός άμυαλου πιονιού.

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Μεσσίας

   Η ιδέα του μεσσία είναι αρχαιότατη. Πιθανότατα υπάρχει από τότε που δημιουργήθηκαν και οργανώθηκαν οι ανθρώπινες κοινωνίες, καθώς ο, αδύναμος σε σχέση με την φύση, άνθρωπος, έψαχνε τον σωτήρα του σε φυσικά και μεταφυσικά πρόσωπα. Ο μεσσίας δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από μια δύναμη, αδιευκρίνιστη συνήθως, που έρχεται και δίνει μια μαγική λύση σε υπαρκτά προβλήματα. Οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν χωρίς αυτόν και τον λατρεύουν.
   Την έννοια αυτή αν δεν απατώμαι την συναντάμε πολύ σε εβραϊκά κείμενα, καθώς οι εν λόγω ζητούσαν ανέκαθεν κάποιον μεσσία εξ ουρανού για να τους γλιτώσει απ' τα δεινά τους. Άνθρωποι θαυμαστοί και θαυματουργοί έρχονταν κι έφευγαν, παίρνοντας μαζί τους οπαδούς που τους πίστεψαν για μεσσίες και δημιουργώντας σχίσματα στο "ορθόδοξο" δόγμα, κάτι όχι και τόσο διαφορετικό από ισχυρές φυσιογνωμίες στην λίθινη εποχή που αμφισβητούσαν τον φύλαρχο κι επεδίωκαν να πάρουν την θέση του. Μια τέτοια περίπτωση, αρκετά μεγαλύτερου μεγέθους, δημιούργησε και την θρησκεία του Χριστιανισμού, την ισχυρότερη που υπάρχει σήμερα.
   Όμως υπάρχουν αρκετά προβλήματα με την ιδέα του μεσσία. Πρώτον, η ίδια η ιδέα είναι αόριστη και δεν μπορεί κανείς να αποδείξει πως κάποιος είναι ή δεν είναι μεσσίας. Δεν έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, οπότε οποιοσδήποτε μπορεί να ετεροπροσδιοριστεί ή και να αυτοπροσδιοριστεί ως μεσσίας χωρίς δυνατότητα απόδειξης ή κατάρριψης του ισχυρισμού.
   Δεύτερον, η ιδέα του μεσσία προκαλεί κοινωνική χαύνωση και έλλειψη σκοπού, ιδανικών και αλλαγής. Όσο κάποιος περιμένει τον μεσσίας μένει άπρακτος: δεν εξελίσσεται, δεν παίρνει αποφάσεις, δεν παίρνει την κατάσταση στα χέρια του, δεν παράγει, δεν δημιουργεί, δεν εμπνέεται και μένει στάσιμος σ' έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει, καθηλωμένος σε μια ιδέα. Είναι μια περίπτωση σπάνια, όπου η ελπίδα βλάπτει. Αντίθετα, κάποιος που έχει αποτινάξει την ιδέα του μεσσία από μέσα του (ή την έχει απορρίψει εξαρχής) θα συνεχίσει να βασίζεται στον εαυτό του, να αυτοβελτιώνεται, να δρα, να παράγει, να έρχεται αντιμέτωπος με ηθικά διλήμματα, να τα λύνει και να εξελίσσεται.
   Παραδείγματα μεσσιανισμού υπάρχουν πολλά, όχι πάντα καθαρά θρησκευτικά. Υπάρχουν παραδείγματα πολιτικών που παρουσιάστηκαν ως μεσσίες-ελευθερωτές και κέρδισαν την λατρεία των λαών τους. Κατά την γνώμη μου αυτό είναι κάτι τρομερά επικίνδυνο, διότι, όταν ένας λαός ανάγει μια οντότητα σε θεϊκή, παύει να την κρίνει και δέχεται οτιδήποτε εκείνη επιτάσσει. Έτσι καταστρέφεται κάθε έννοια λογικής και ηθικής. Εξάλλου πόσοι άνθρωποι δεν περιμένουν μια "εθνοσωτήριο μέρα", έναν πολιτικό που θα αλλάξει τα πάντα χωρίς να αλλάξει τους ίδιους. Άνθρωποι που δεν έχουν ηθικούς φραγμούς προκειμένου να περισώσουν την βόλεψή τους.
   Θα έλεγα πως ο μεσσίας εξ ορισμού λείπει από την επιστήμη, τουλάχιστον όσον αφορά πρόσωπα. Ο επιστήμονας είναι κάποιος που αναπτύσσει μια θεωρία που κρίνεται και αμφισβητείται από πολλούς άλλους επιστήμονες, ακόμα κι όταν εκείνος έχει φτάσει στην κορυφή. Επιπλέον, μιας και η επιστήμη είναι κάτι συνεχώς αναπτυσσόμενο, οι παλιές θεωρίες αναιρούνται και οι παλιοί επιστήμονες αρκετές φορές εκθρονίζονται. Υπάρχει θαυμασμός αλλά όχι λατρεία. Υπάρχει θαυμασμός αλλά πάντα μαζί με κριτική.
    Παρόλα αυτά, το ζήτημα στην επιστήμη γίνεται πιο περίπλοκο. Αυτό συμβαίνει διότι τα επιτεύγματά της συχνά παίρνουν μαγικές διαστάσεις στα μάτια του κόσμου, ο οποίος είναι συνήθως άσχετος με το θέμα, την έρευνα, τον πειραματισμό και γενικά με τις μεθόδους της επιστήμης. Ο απλός κόσμος θέλει απλές λύσεις. Τίποτα παραπάνω. Τίποτα που θα του δώσει ευθύνες. Τίποτα που θα τον αναγκάσει ν' αλλάξει ο ίδιος. Οπότε οι περίπλοκες και αέναα αμφισβητούμενες λύσεις τη επιστήμης δεν αρέσουν. Δεν χωράνε στον εγκέφαλο, ας πούμε. Η άσχετη με την επιστημονική κοινότητα κοινωνία κρατάει απλά συμπεράσματα. Κι έτσι γεννιούνται "μεσσίες", αυτήν την φορά απρόσωποι, άβιοι. Αντικείμενα ή ιδέες.
   Ας μην παραξενευόμαστε με την ιδέα των αλχημιστών που έχει επιζήσει έως σήμερα. Τι ήταν οι αλχημιστές; Επιστήμονες του καιρού (οι γνήσιοι τουλάχιστον) που έψαχναν διάφορες αλήθειες με βάση την μεταστοιχείωση ουσιών σε άλλες. Τι έχει επιζήσει από αυτούς σήμερα; Ότι οι αλχημιστές έψαχναν να δημιουργήσουν χρυσό και να βρουν την αιώνια ζωή. Όχι πως αυτό είναι ψευδές, όμως σίγουρα υπερπηδάει πολλά στάδια και είναι μια απλή διατύπωση, η μόνη που μπορούσε να καταλάβει ο απλός κόσμος.
   Σήμερα υπάρχουν κι άλλα τέτοια "μαγικά φίλτρα", τα οποία μοιάζουν με μεσσίες. Για παράδειγμα, το πολυθρύλητο "φάρμακο για τον καρκίνο". Κάθε τόσο ξεπετάγεται κάποιος που λέει πως το βρήκε, κάποιες φήμες πως υπάρχει αλλά το κρατάνε κρυφό κ.ά. Πολλοί επιστήμονες που πασχίζουν να βρουν λύση κάνουν εικασίες και δοκιμές, ενώ ο απλός λαός κρατάει ό,τι καταλαβαίνει: ή το φάρμακο υπάρχει ή δεν υπάρχει. Δοκιμές, περιπτώσεις και υποπεριπτώσεις δεν τον ενδιαφέρουν.
   Κι έτσι γεννιέται ο μεσσίας "φάρμακο για τον καρκίνο". Η μαγική λύση για ένα υπαρκτό πρόβλημα. Μπορεί να υπάρξει στο μέλλον; Θα υπάρξει; Θα θεραπεύει κάθε είδος καρκίνου; Σε κάθε στάδιο; Και τις μεταστάσεις; Δεν μπορούμε να απαντήσουμε σε τέτοια ερωτήματα. Τουλάχιστον εγώ σίγουρα δεν μπορώ. Όμως η ιδέα αυτού του φαρμάκου είναι επιζήμια κι επικίνδυνη. Διότι τείνει να ακυρώσει κάθε έρευνα και κάθε προειδοποίηση της επιστημονικής κοινότητας. Οι επιστήμονες βγάζουν ανακοινώσεις πως "η τάδε τροφή είναι καρκινογόνα", "η τάδε ακτινοβολία είναι κακινογόνα", "η τάδε δραστηριότητα/συνήθεια/κατάσταση προκαλεί ή επιταχύνει την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων" κτλ. Όλες αυτές οι ανακοινώσεις έχουν γίνει μετά από αναρίθμητα παραδείγματα, έρευνα και πειραματισμούς, προκειμένου να μας βοηθήσουν να προλαμβάνουμε οι ίδιοι την νόσο με ραγδαία αλλαγή του τρόπου ζωής μας.
   Ο απλός κόσμος όμως θέλει απλές λύσεις. Από άλλους φυσικά. Χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει ο ίδιος. Οπότε αγνοεί πολλές προειδοποιήσεις, αγνοεί τους επιστήμονες και περιμένει αγωνιωδώς πότε θα έρθει το φάρμακο για τον καρκίνο, ενώ ο ίδιος θα αράζει νωχελικά καπνίζοντας. Αυτή η ελπίδα στον μεσσία τούτο μόνο κακό φέρνει: κάνει τους ανθρώπους μοιρολάτρες, μη δεκτικούς στην αλλαγή και αδιάφορους ως προς τον τρόπο ζωής τους.
   Υποπτεύομαι πως, αν στο μέλλον υπάρξει μια μορφή θεραπείας, θα βοηθάει κάποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις. Δεν θα είναι πανάκεια για κάθε είδος και κάθε στάδιο του καρκίνου. Ακόμα και τότε η πρόληψη θα είναι το σημαντικότερο κομμάτι της απαλλαγής απ' την νόσο. Ίσως, αν δεν υπήρχε ο συγκεκριμένος απρόσωπος μεσσίας, οι απλοί άνθρωποι να έκαναν απόπειρες να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους προς το καλύτερο. Ίσως να έπαιρναν την απειλή πιο σοβαρά. Αλλά και πάλι, ο απλός λαός σε κάθε μεγάλο πρόβλημα έχει ανάγκη από έναν φανταστικό σωτήρα, προκειμένου να μην χρειαστεί να κουνήσει το δαχτυλάκι του. Ο μεσσιανισμός ίσως είναι μια μάστιγα της ανθρωπότητας που απλά μας κρατάει πίσω, σαν σιδερένια μπάλα δεμένη στο πόδι του φυγά, ο οποίος τρέχει για ν' ανασάνει τον αέρα της ελευθερίας.